Η Ελλάδα στο schlager

Οι Γερμανοί ξανάρχονται… τραγουδώντας

Από την Νανά μέχρι τον Ούντο, δεν ήταν λίγοι οι πρεσβευτές του ελληνικού καλοκαιριού και του... ΕΟΤ. Του Αντώνη Ξαγά

Τούτο το παράξενο καλοκαίρι, το ωραίο αλλά κι επικίνδυνο που είχανε τραγουδήσει κάποτε οι Κατσιμιχαίοι, μπορεί οι εκ του Βορρά ορμώμενες τουριστικές ταξιαρχίες να μην εκστρατεύσουν με την μαζικότητα άλλων καιρών, ωστόσο δεν είναι λίγοι οι (κάτασπροι και μη) Γερμανοί που δεν θα αντισταθούν στο προαιώνιο κάλεσμα του Νότου. Κι αν την μερίδα του λέοντος την έλκουν ανέκαθεν κυρίως η Ισπανία με την (γερμανο)αποικισμένη πλέον Μαγιόρκα και η πάλαι ποτέ «δικιά μας» (για εποχή Μπαρμπαρόσα μιλάμε) Ιταλία, δεν είναι λίγοι αυτοί που θα «ψηφίσουν ασφαλή Ελλάδα» (όπως λένε οι πετσωμένοι δημοσιογράφοι), για απολαύσουν τις χαρές του Ξενίου Διός και της… Ξενίας (Ξου) χωριάτικης σαλάτας, να στηρίξουν το ΑΕΠ του ντόπιου «ρουματζή» επιχειρηματία, ίσως και για να τα φτιάξουν με τον ήλιο, να σκουρύνουν και να αφομοιωθούν απ' το τοπίο (όπως συνεχίζει το τραγούδι).

Ένα ιδιότυπο Sturm und Drang προς τον Νότο και προς την Ελλάδα, με βαθιές ρίζες πίσω στο χρόνο, από το φιλελληνικό πνεύμα του 18ου και 19ου αιώνα, που τόσο συνέβαλε στην γένεση και στην μυθική θεμελίωση ενός νέου εθνικού αφηγήματος (και στο σημείο αυτό θα θυμηθώ εκείνο το ζευγάρι Γερμανών σε ταβέρνα της Μήλου που μας μίλαγε αρχαία -με την σωστή, την αποκαλούμενη ερασμιακή προφορά μάλιστα-, κι εμείς τους κοιτάγαμε σαν να μιλούσαν μανδαρίνικα), στα ίδια μέρη όπου θα αφήσουν τον 20ο αιώνα δραματικές μνήμες, ρημάδια και καταστροφές. Ωστόσο δεν πέρασαν παρά λίγα χρόνια από το τέλος του Β’ Παγκόσμιου για να επιστρέψουν, σαν κινηματογραφικός εφιάλτης στην αρχή, το 1948 στην ομώνυμη σατιρική ταινία του Αλέκου Σακελλάριου (και σενάριο και σκηνοθεσία), το 1954 ήρθε επίσκεψη ο μπαρμπα-Αντενάουερ πάνω στο γαϊδουράκι («όλοι λέγανε πως ακόμη ακούμε με φόβο τον ήχο από τις μπότες των Γερμανών στα πλακόστρωτα, κι αυτοί τους φέρνουν τώρα εδώ! Δεν πέρασαν ούτε δέκα χρόνια και τους δίνουν συγχωροχάρτι!» γράφει στις αναμνήσεις της για το γεγονός η Μαρίζα Κοχ στην αυτοβιογραφική της αφήγηση «Το ξανθό κορίτσι της Σαντορίνης») και κάπως άνοιξαν οι δρόμοι για τις ορδές, ευτυχώς όχι πια με στιλβωμένη μπότα, βάδισμα της χήνας, όπλα στους ώμους και τραγουδώντας «Έρικα», αλλά με κάλτσα και σανδάλι, φωτογραφική μηχανή στον ώμο. Και φυσικά τραγούδι…

Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι ειδικά στην πρώτη μεταπολεμική περίοδο ο εξωτισμός στο τραγούδι ήταν ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, όσο πιο μακριά τόσο καλύτερα (ας θυμηθούμε και στα δικά μας τα διάφορα μάμπο από την Μπραζίλ, τις παραλίες της Παραγουάης, τις νήσους των Αζόρων κοκ). Κι αν στην αρχή εξυπηρετούσε την βαθιά ανάγκη μιας έστω και φαντασιακής διαφυγής από μια σκληρή και στερημένη πραγματικότητα, όσο η οικονομική κατάσταση έπαιρνε την ανιούσα η ανάγκη αυτή άρχισε πια να υλοποιείται και σε πραγματικά ταξίδια. Πόσο μάλλον αν εστιάσουμε στην Γερμανία η οποία αφενός μεν είχα πολλά να ξεχάσει (ή καλύτερα να απωθήσει) αφετέρου είχε σε πλήρη λειτουργία και απόδοση τις μηχανές του Wirtschaftswunder.

Ήταν λοιπόν αναπόφευκτο τούτη η τάση φυγής, η Fernweh (η πολύ ωραία αυτή γερμανική λέξη που εκφράζει το άλγος της φυγής, το κάλεσμα του ταξιδίου, αυτό που οι Γάλλοι αποκαλούν «Mal du depart», θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων που έγραφε στο ομότιτλο ποίημά του ο Καββαδίας) να αποτυπωθεί σε πραγματικά αναρίθμητα τραγούδια της λαϊκής ποπ που έχει καταγραφεί με το όνομα «schlager». Ένα είδος που ακόμη και σε όσους δεν το γνωρίζουν ή δεν έχουν εντρυφήσει σε αυτό είναι συνειρμικά συνδεδεμένο με τον χαρακτηρισμό «κιτς». Όχι αδίκως θα έσπευδα να συμπληρώσω, με την κρίσιμη υποσημείωση όμως κατά μία οπτική το κιτς είναι ιδιοσυστατικό στοιχείο της ποπ. Εξ ορισμού μάλιστα (ειδικά υπό το βλέμμα της επόμενης γενιάς -ή και της ίδιας ακόμη, σε μεγαλύτερη «ωριμότερη» ηλικία), καθώς η ποπ εκφράζει ίσως πιο «γνήσια», πιο άμεσα, την εποχή της και το γούστο του περιβόητου «μέσου ανθρώπου».

Και ο τουρισμός όμως ένα ποπ (αλλά και… π.ο.π) προϊόν δεν είναι και αυτός, με τις μόδες, τις τάσεις του, τα σουξέ του, και φυσικά το ακατάσχετο κιτς του; Αν η ποπ είναι μεταξύ άλλων κατανάλωση μουσικής, ο τουρισμός δεν είναι μια κατανάλωση ξένων εμπειριών και (ου)τόπων; (το «ου» δικαιολογείται γιατί κατά μία έννοια όταν πας σε έναν τόπο, πας σε αυτόν που έχεις ήδη κατά νουν – και ίσως εδώ να θυμηθούμε τον ήρωα του «À rebours» του Huysmans). Οπότε σαν προϊόν χρειάζεται και συγκεκριμένες «στάνταρ» ιδιότητες και ποιότητες για να διαφημιστεί, να γίνει μύθος ή έστω ένα …state of mind, μοιραία θα τραφεί, θα αναζητήσει αλλά και θα δημιουργήσει στερεότυπα. Τα οποία, ας μην σπεύσουμε αμέσως να τα καταδικάσουμε, κι ας θεωρούμε εαυτούς ταξιδιώτες -και ουχί τουρίστες- που αποφεύγουμε την πεπατημένη και ως εκ τούτων ψάχνουμε σε τουριστικούς οδηγούς…. μη-τουριστικούς προορισμούς «off the beaten track» (σας θυμίζουν μήπως όλα αυτά τους indie στην μουσική;). Μπορεί την στερεότυπη σκέψη πολλοί μπορεί να εμίσησαν, ελάχιστοι όμως την απέφυγαν, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι είναι και ανθρώπινο ένστικτο, ένας έμφυτος τρόπος αντιμετώπισης και πρόσληψης ενός ασύλληπτα πολύπλοκου, σχεδόν χαοτικού κόσμου. Έτσι, από την εποχή ήδη των τροφοσυλλεκτών, η προσέγγιση του (δυνητικά απειλητικού) Άλλου μέσα από στερεότυπα γίνεται, φτάνοντας με άλμα αιώνων μέχρι και το σήμερα, στην εποχή του μπανάλ εθνικισμού (ήτοι του banal nationalism όπως το έχει θεμελιώσει ο Michael Billing) και του nation branding προς άγρα πελατών, ολοένα και πιο ανταγωνιστική (με ή χωρίς κορονοϊό). Κατοπτρικά η εικόνα αυτή θα απεικονιστεί και στα ποπ (schlager) τραγούδια, ακόμη και στην ακραία απλοϊκότητα της, άλλωστε ένα χαρακτηριστικό της λαϊκής μουσικής παγκοσμίως ότι δεν γνωρίζει από γκρίζες ζώνες, αμφισημίες, ή «είναι περίπλοκο» καταστάσεις.

Όσο πάντως κι αν η δημιουργία του στερεοτύπου έχει ρίζες στην πραγματικότητα, έναν πυρήνα «αλήθειας», τόσο αδύνατο είναι να βρούμε «ποιος ήρξατο χειρών αδίκων» στην δημιουργία του. Κι αν μας ενοχλεί η εικόνα μιας γραφικής Ελλάδας με καλοκάγαθους γέροντες με ψάθινα καπέλα πάνω σε γαϊδουράκια ή αραχτούς στην ταβέρνα με ούζο, τάβλι και από πάνω αιωρούμενα χταπόδια, και στο φόντο λαχειοπώλες, ψαράδες και οικοδόμους να χορεύουν συρτάκι («νόθος χορός, ψευτοχασάπικο για βλαχοφλώρους μαύρο t-shirt, παντελόνι καμπάνα –εθνική στραβοκανία- Zorba-Zorba» έγραφε μες στην σκαντζίλα και στην τσαντίλα ο Τάσος Φαληρέας σε άρθρο του στον ‘Ήχο’ τον Μάιο του 1998), όλα τούτα είχαν κατά καιρούς αποτελέσει θέματα και μοτίβα σε διαφημιστικές καμπάνιες του ΕΟΤ στο εξωτερικό. Το δε συρτάκι ελληνική επινόηση ήταν (με πολύ χέρι Ζαμπέτα μέσα). Όπως και οι δεκάδες δίσκοι dance syrtaki και play bouzouki στις προθήκες μαγαζιών στα γραφικά σοκάκια των (βαμμένων σε λευκό και γαλανό με εντολή Μεταξά) αιγαιοπελαγίτικων νησιών. Αυτά θέλουνε, αυτά τους δίνουμε, ή αυτά τους δίνουμε, αυτά θέλουν; Μια διαρκώς ανατροφοδοτούμενη διαλεκτική αλληλεπίδραση που τελικά καταλήγει στο παλιό άλυτο φιλοσοφικό ερώτημα περί… κότας και αυγού.

Πριν λίγα χρόνια, μέσα στον πυρετό της Κρίσης και στην ελληνογερμανική τοξικότητα (με τον Τύπο ένθεν κακείθεν να ανταλλάσει δηλητηριώδη βέλη βουτηγμένα μέσα στο… στερεότυπο, το περιοδικό Spiegel είχε δημοσιεύσει την παρακείμενη φωτογραφία, στην λεζάντα της οποίας σημείωνε: «δεν ήταν όλα χάλια στην Ελλάδα πριν από την άφιξη της τρόικας. Μέχρι και στην οικονόμο Γερμανία έλαμπε η χαλαρή ανέμελη φήμη ενός Ντέμη Ρούσσου (1), ενός Κώστα Κορδάλη (2), μίας Βίκυς Λέανδρος (3). Η Νάνα Μούσχουρη (4) γοήτευε στην πολύ ελαφριά τέχνη και ο Μίκης Θεοδωράκης (6) στην πιο βαριά. Ο Udo Jürgens (5) ήταν ο άνθρωπος ο δικός μας που καταλάβαινε τους Έλληνες».

Όλοι αυτοί υπήρξαν μεγάλοι πρεσβευτές του ελληνικού (ή ελληνότροπου) τραγουδιού στην Γερμανία (λείπει να σημειώσουμε από την φωτογραφία ο λίγο παλαιότερος όλων Τζίμης Μακούλης), με τεράστια δημοφιλία και απήχηση σε ολόκληρη την Ευρώπη (συγκριτικά διάφορες στο μιλητό και σε Έλληνες φοιτητές «διεθνείς καριέρες» ελληνικών indie σχημάτων απομένουν καταγέλαστες απόπειρες). Καθοριστική εν προκειμένω ήταν όμως και η συμβολή του κινηματογράφου. Με αιχμή του δόρατος τρεις ταινίες. Αρχικά το «Ποτέ την Κυριακή» το 1960 με τα 1 και 2 και 3 και 4 παιδιά του Πειραιά να γίνονται «ένα πλοίο που θα έρθει» («Ein Schiff wird kommen»), σουξέ τεράστιο ειπωμένο από διάφορα χείλη, φυσικά και της σπουδαίας φωνής που λέγεται Nana Mouskouri (παρέκβαση: στα υστερότερα χρόνια της NDW, ένα συγκρότημα από το Αννόβερο, οι Der Moderne Man ηχογραφεί τους στίχους με τίτλο «Blaue Matrosen», τους ντύνει με φανταχτερά new wave πλήκτρα αλλάζοντας τη μελωδία και φτάνοντας σε ένα πραγματικά αγνώριστο αποτέλεσμα). Για την οποία Νανά το μεγάλο άλμα θα γίνει μέσα από το ντοκυμαντέρ του Wolfgang Müller-Sehn «Traumland der Sehnsucht» το 1961 (προβλήθηκε σε μετάφραση «Ελλάς η χώρα των ονείρων»), ντυμένο με μουσική του Χατζιδάκι, μέσα από το οποίο το «Σαν σφυρίξεις τρεις φορές» θα γίνει «Λευκά τριαντάφυλλα από την Αθήνα», «Weisse Rosen aus Athen», δισκάκι που θα μπει σε κάθε γερμανικό σπίτι και θα της στρώσει ουσιαστικά μια λαμπρή πανευρωπαϊκή καριέρα. Κι αν το Spiegel παραπάνω έκανε την αβασάνιστα καταχρηστική (στερεότυπη!) διάκριση μεταξύ της ελαφριάς και της βαριάς τέχνης, η Μούσχουρη στην πραγματικότητα κατάφερε να γεφυρώσει τα δύο …άκρα, τραγουδώντας μελωδίες των μεγαλύτερων Ελλήνων συνθετών. Η δε τρίτη ταινία ήταν φυσικά ο «Αλέξης Ζορμπάς», το 1964, με το διάσημο θέμα του Θεοδωράκη να έχει την μεγαλύτερη επίδραση στην εικόνα της έξωθεν ελληνικής μουσικής (με θετικό και αρνητικό πρόσημο) και να έχει περάσει πια στο συλλογικό συνειδητό σε κάθε νοητό ή μη επίπεδο (π.χ. δεν υπάρχει γερμανικό γήπεδο που να μην ακουστεί κάποια στιγμή από τα ηχεία με ενθουσιώδες ρυθμικό χειροκρότημα να το συνοδεύει).

Στα χνάρια της Νανάς, στο πεδίο του ελαφρού» ευρωπαϊκού τραγουδιού που κυριάρχησε τις δεκαετίες του ’60 και του ’70, επιτυγχάνοντας μια πραγματική ευρωπαϊκή ενοποίηση σε μελωδικό επίπεδο (σε αντίθεση, φευ, με την πολιτική), βάδισαν εξίσου μεγάλα ονόματα όπως η μετέπειτα βαρόνη Vicky Leandros η οποία και αυτή ερμήνευσε πολλά τραγούδια με ελληνική αναφορά (ας σημειώσουμε μεταξύ πολλών το «Nur ein Tag in Griechenland», μόνο μια μέρα στην Ελλάδα, μια όμορφη διασκευή της «Οδού Αριστοτέλους» του Γιάννη Σπανού) και φυσικά ο Demis Roussos, κι ας έκανε πολλές παραχωρήσεις και ξόδεψε το ταλέντο του τραγουδώντας πολλά φτηνοτράγουδα (θα αναφέρω για… τοπικιστικούς λόγους το όμορφο κορίτσι από την Αρκαδία, «Schönes Madchen aus Arcadia», μια σύνθεση του Leo Leandros, ναι, του μπαμπά της Βίκυς).

Αξίζει όμως να σταθούμε λίγο στον άγνωστο της παραπάνω φωτογραφίας, ο οποίος ποτέ δεν ακούστηκε ιδιαίτερα στα μέρη μας (ευτυχώς ή δυστυχώς), κι ας μην υστερούσε σε δημοφιλία από τους υπόλοιπους. Για τον Costa Cordalis (Κορδάλη δηλαδή ίσως και Κορδαλή) ο λόγος (εδώ θα βρείτε ένα εξαιρετικά κατατοπιστικό άρθρο του Φώντα Τρούσα για την πορεία του), έναν τύπο ο οποίος εκ Φθιώτιδος ορμώμενος θα κατακτήσει την επιτυχία στα ξένα, σε μια διαδρομή που ενώ ξεκίνησε σε κρούνερ-φολκ στυλ (ακούστε π.χ. το πολύ όμορφο «Ich träume manchmal von Athen», έστω κι αν είναι στα όρια της διασκευής στον Ταχυδρόμο που πέθανε του Χατζιδάκι - στο δισκάκι αναφέρεται άλλος ως συνθέτης) κατέληξε στα χωράφια της γραφικής διασημότητας, με ευτελή τραγούδια σε μπουζουκοσύνθια και ανοιχτά πουκάμισα και ‘play bouzouki’ reality TV shows (ένα δείγμα εδώ). Έχοντας από ένα σημείο και πέρα βασίσει-τυποποιήσει λοιπόν την καριέρα του στο «ελλαδεμπόριο», η χώρα ήταν μοιραία πανταχού παρούσα στα τραγούδια, πέρα μάλιστα από Αθήνα, Ρόδο, Κρήτη, Σάμο, Κέρκυρα και άλλους συνήθεις τουριστικούς ύποπτους, δεν αμέλησε την Σαλονίκη («Geliebtes Saloniki»), έφτασε στην Κόρινθο και στον Μανταμάδο, μέχρι που προσκάλεσε και μια άμοιρη Καρολίνα να έρθει στην… Θήβα («Carolina, komm»).

Στα χνάρια των δικών μας ξενιτεμένων, όλα αυτά τα χρόνια θα βαδίσει περιηγούμενη τραγουδιστά την Ελλάδα μια μεγάλη σειρά Γερμανών (και λοιπών γερμανόφωνων) καλλιτεχνών. Άλλοτε με παρέα και άλλοτε χωρίς. Η Nicole π.χ. (κάποιοι την θυμούνται ως νικήτρια της Eurovision με το «Ein bißchen Frieden), στο «Allein in Griechenland» το 1985 γυρίζει μόνη στην Ελλάδα (δεν ξέρω γιατί αλλά το τραγούδι μου φέρνει συνειρμικά στο νου εκείνο το αλήστου μνήμης της… Έφης Σαρρή «Γυμνός μεσ’ στην Ελλάδα»), έχει τσακωθεί με το αγόρι της, φοράει ωστόσο το τζιν της, παίρνει το αεροπλάνο για Αθήνα, μετά Πειραιά με άγνωστο προορισμό, για να πνίξει στο ελληνικό κρασί τον πόνο της και να δείξει ότι μπορεί και χωρίς αυτόν, περνάει και μόνη της καλά, τον ξεπέρασε ευτυχώς).

Καλοκαιρινές διακοπές όμως χωρίς παρέα και δη ερωτική, είναι δάσος δίχως έλατο (και σπίτι χωρίς κέρατο, ένα παλιό αστείο από τους «Δύο ξένους»), ζέστη καιρός για δύο, όπως για το ξανθό ντουέτο από το Oldenburg (από την πόλη που έχει ρίζες και ο «κώτσος-ελιάς» βασιλιάς μας) Judith & Mel, για τους οποίους μια ελληνική νύχτα («Eine griechische Nacht») είναι ονειρική και όλο υποσχέσεις, της πιάνει το χέρι (και μόνο(!), είπαμε το schlager είναι συντηρητικής απεύθυνσης είδος) ενώ από το μπαρ του Νίκου ακούγεται μουσική όπου όλοι τραγουδάνε μαζί, βάλε κι άλλο κρασί Νίκο, το ελληνικό κρασί έχει φωτιά (και ξύδι). Πιο μερακλήδες είναι οι Kathrin & Peter στον «ελληνικό ήλιο», «Griechische Sonne», «μια γιορτή των αισθήσεων» (και των… φακίδων), εδώ η ταβέρνα είναι το επίκεντρο της δράσης, μυρίζει σύκα και φρέσκο ψάρι, ψητό φυσικά, αξίζει να δείτε στο βίντεο κλιπ και να μοιραστείτε τον ενθουσιασμό με τον οποίο το ζεύγος υποδέχεται την ψαρούκλα που προσγειώνεται στο τραπέζι. Συμπαθητική ωστόσο κι ανάλαφρη μελωδία («νόστιμη» σχολιάζει ο Χάρης Συμβουλίδης πιο κοντά στο νόημα) τόσο ώστε να μου κολλήσει αθέλητα για μέρες (σαν τσίχλα λέμε εδώ, Ohrwurm, σκουλήκια του αυτιού τις αποκαλούνε οι Γερμανοί). Οι ίδιοι θα το φτάσουν γλεντώντας μέχρι την νύχτα σε άλλο τους τραγούδι («Feiern in der griechischen Nacht»), συναντώντας νοερά ίσως την Marion März (από τις καλές φωνές του είδους, με παρελθόν σε πιο beat ερμηνείες) η οποία στο «In Griechenland» το 1977, σε χασάπικο ρυθμό και υπό την επήρεια βαριού σαμιώτικου, θα βρεθεί να χορεύει ξυπόλητη μέχρι να κλείσει η ταβέρνα και να μπουν ανάποδα οι καρέκλες, ενώ σε παραδίπλα τραπέζι μπορεί να κάθεται ο πολυγραφότατος και (πολυμετριότατος) G.G. Anderson κλαίγοντας με μαύρο δάκρυ για τον αποχωρισμό την τελευταία μέρα των διακοπών, ένα δράμα στο οποίο συμμετέχουν μέχρι και οι ουρανοί, «Es weinen die Götter von Griechenland», κλαίνε οι θεοί της Ελλάδας (ίσως επειδή άκουσαν και άλλα κομμάτια του, σαν το «Kali Spera Griechenland»). Πώς να μην του χρεώσουν λοιπόν 7 Ευρώ την χωριάτικη, δίνοντας έτσι πάτημα στο σατυρικό-καμπαρέ σχήμα των Onkel Fisch στο «Griechenland» να περιγράψει το ελληνικό επιχειρηματικό αναπτυξιακό μοντέλο ως «ούζο που δεν το πίνουμε αλλά το πουλάμε, με έξτρα τιμές για τους τουρίστες».

Είναι ωστόσο απορίας άξιον για μας τους ιθαγενείς του κλεινού άστεως, το οποίο με την πρώτη ευκαιρία, και ειδικά καλοκαιριάτικα, σπεύδουμε να εγκαταλείψουμε κατά «χιλιάδες αυτοκίνητα πέρασαν μέχρι αυτή την ώρα τα διόδια», το πόσα τραγούδια είναι αφιερωμένα στην Αθήνα και στις ομορφιές της (και μάλιστα σε εποχές που δεν υπήρχε ακόμη ο… Μεγάλος Περίπατος (sic)). Η κόλαση του ενός, μπορεί να είναι ο παράδεισος του άλλου; (στο κομμάτι π.χ. του Bernhard Brink «Von Casablanca bis Athen» το επίθετο όμορφος, schön, μπαίνει στον ίδιο στίχο με την λέξη Αθήνα). Θα μου πείτε ότι μέχρι και τα βουρκόνερα του Πειραιά φαντάζουν γοητευτικά σε σύγκριση με τα γκρίζα κρύα νερά της Βόρειας Θάλασσας, και ότι άμα είσαι τουρίστες στις μοναδικές σου μέρες άδειας, όλα οφείλουν να είναι τέλεια. Ειδικά αν έχεις συνδυάσει την παραμονή σου με ωραίες αναμνήσεις, το βράδυ εκείνο που μου είπες σιγανά Ναι (με την ερώτηση ασφαλώς να μην είναι «θέλεις να χωρίσουμε;») όπως στο «Es war in Sommer in Athen» της Mariella. Ή αν έχεις περάσει μέρες κρασιού με το συρτάκι να ρέει και το κρασί να παίζει (ή μήπως ανάποδα;), και οι χθεσινοί άγνωστοι γίνονται αυριανοί φίλοι (όπως τραγουδούσε στο «Erinnerungen an Athen» ο αυστρο-ιρλανδός Freddy Quinn με την σοβαρή τενορίζουσα φωνή με τα κάντρυ γυρίσματα -είχε τραγουδήσει πολύ για αμερικανικά στρατεύματα στα 50s- λίαν δημοφιλή στο τότε μεγαλύτερης ηλικίας κοινό) και τριαντάφυλλων. Τα συμπαθή αυτά λουλούδια λόγω Νανάς προφανώς συνδέθηκαν απόλυτα με την Αθήνα –πριν διεκδικήσουν τη θέση τους οι φοίνικες και οι ψευδοπιπεριές-, έτσι π.χ. η Inge Brück μεταγράφει χαριτωμένα τον Υμηττό και το μυστικό του σε μια γιορτή των τριαντάφυλλων, «Das Fest der Rosen in Athen», ενώ το αρχέτυπο από την εποχή των πρωτοπλάστων βρετανο-τσεχικό (!) ντουέτο των Adam & Evethe poor mans Sonny & Cher with a couple of gruesome hits sung in German» σημειώνει κάποιος στο discogs) υπόσχεται ταξίδι στην Αθήνα όταν θα ανθίσουν τα ρόδα, «Wenn die Rosen blühen in Athen»). Όπου πάντως ούτε λουλουδάκικα δεν υπάρχουν πλέον…

Κάπως έτσι μπορεί να θυμάσαι νοσταλγικά έως και τον πορτιέρη που σου άνοιξε την πόρτα πριν από 50 χρόνια, όπως συμβαίνει στον κοσμοπολίτη κουβανο-τυνήσιο Roberto Blanco (ο οποίος παρά το όνομα του είναι… μαύρος και ειδικά την δεκαετία του 70 ήταν από τα πρώτα ονόματα στην χώρα) στο «Sonnenaufgang in Athen», να φτάσεις να ρωτάς τις κουκουβάγιες για το πότε θα ξαναβρεθούμε (οι αλπικοί Die Mayrhofner στο «Frag Die Eulen Aus Athen», το οποίο αξιοπεριέργως ξεκινά υποσχόμενα με λαϊκό δρόμο πριν ωστόσο πέσει στα στερεότυπα), να νοσταλγήσεις ακόμη και τους δρόμους της πόλης, τους οποίους «δεν θα ξεχάσω ποτέ» λένε οι για τα πανηγύρια (κυριολεκτικά) πολυπλατινένιοι Ελβετοί Calimeros (εχμμ…) στο «In den Strassen von Athen» (και πραγματικά τέτοιο μποτιλιάρισμα και ευγενικούς οδηγούς που θα τους ξαναβρούν άλλωστε στην ξενέρωτη πατρίδα τους;) και τελικά μπορεί και να αφήσεις μέχρι και την καρδιά σου εδώ («Doch mein Herz bleibt immer in Athen» - Robert Jung) μαζί και τον έρωτα του καλοκαιριού που γνώρισες, «στον ίσκιο των πλατανιών μου είπε πρέπει να σε ζωγραφίσω/με ένα φιλί στα μάγουλα αρκούσε να τον πληρώσω», και τον αφήνεις πίσω με το αεροπλάνο να χάνεται στον ορίζοντα (εικόνες από το τέλος στα «Κορίτσια στον ήλιο») και με την κυνικά μελαγχολική διαπίστωση ότι «εκεί όπου είδα το φως του καλοκαιριού, αύριο κιόλας θα στέκεται ένα άλλο κορίτσι» που δεν θα το λένε Belsy («Adieu Athen»).

Η αθηναιολογία στα τραγούδια θα μπορούσε να συνεχιστεί για πολύ ακόμη, θα μπορούσαμε να αναφέρουμε έτσι ενδεικτικά και επιλεκτικά τον Oliver Haidt από το Graz με τους πολλούς έλληνες φοιτητές (γενέτειρα και του υποφαινόμενου) στο «Tausend Träume in Athen», την συμπατριώτισσα του τραγουδίστρια και ηθοποιό, η οποία διασκευάζει την «Προδομένη αγάπη» του Μίκη σε «In Athen gibt es ein Wiedersehen», ενώ σε πρωτότυπη δημιουργία κάνει μια ρομαντζάδα κάτω από τα αστέρια της Αθήνας («Die Sterne von Athen»). Τα ίδια αστέρια (μα που τα είδαν με τόση φωτορύπανση;) θα γοητεύσουν –με εχμμ ανδρική διαμεσολάβηση- και την Kristina Bach στο «Alle Sterne von Athens» («μόλις με πήρε στην αγκαλιά του είδα όλα τα αστέρια της Αθήνας να δύουν στα μάτια του») αλλά και την Λίλυ Μαρλέν Lale Andersen στα περασμένα της 60 πλέον το 1963, στο «Abends in Athen». Με τόσο ρομαντισμό, αστέρια και όλα αυτά τα γλυκανάλατα, ακούγεται σχεδόν ευπρόσδεκτα αναζωογονητικός ο Stephan Remmler (ο τραγουδιστής των «Dadada» Trio) στο «Keine Sterne in Athen», όπου ο τύπος γκρινιάζει για το ταξίδι που δεν το ήθελε εξαρχής, τρεις βδομάδες συνεχώς μαζί, είχε το προαίσθημα ότι θα πάει στραβά, οπότε δεν θέλει αστέρια στην Αθήνα αλλά κάλλιο σναπς στο Sankt Kathrein (το οποίο τραγούδι στην αγγλική του εκδοχή το 1987 έγινε για εμπορικούς προφανώς σκοπούς «I don't go to USA»).

Πάντως, κατά την παλιά εκπομπή «Ελλάδα δεν είναι μόνο η Αθήνα», αστέρια βλέπεις και από άλλα μέρη στην Ελλάδα, και σίγουρα καλύτερα, π.χ. στην Σαντορίνη, η οποία πολλαπλώς βιασμένη από ντόπιους και ξένους, δεν γλυτώνει ούτε από τους προαναφερθέντες Calimeros αλλά και εκεί που συμβαίνει, στην Μύυυυυυυκονος («Der stern von Mykonos» - Katja Ebstein).

Ούτε ασφαλώς στα τριαντάφυλλα έχει την αποκλειστικότητα η πρωτεύουσα, έχει και η Ρόδος στο τραγούδι «Rosen aus Rhodos», ρόδα από τη ρόδο, των Cindy & Bert, ενός ντουέτου που η πιο αξιομνημόνευτη στιγμή τους είναι η τολμηρή διασκευή τους στο… «Paranoid» το οποίο έγινε… «Σκυλί των Μπάσκερβιλ»). Το «σμαραγδένιο νησί» (ποιος μίλησε για στερεότυπα;) φημίζεται πάντως και τις καυτές αμμουδιές του, στις οποίες μάλλον καλοπέρασαν οι αειθαλείς Flippers («Im heißen Sand von Rhodos»), ενώ ο μεγάλος Udo Jürgens πιθανότατα μπαϊλντισμένος από την κάψα ονειρεύεται την Ρόδο υπό βροχή («Rhodos im Regen»).

Στον απολογισμό δεν θα μπορούσε να λείπει ένα άλλο αγαπημένο στα βόρεια νησί, η Κέρκυρα, εκεί που κάποτε είχε καταφύγει για να γιατρέψει τις πληγές της, σωματικές και ψυχικές, η περιβόητη Σίσσυ. Εκεί θα συναντήσουμε μόνη και λυπημένη την Elfi Graf («Ich träum’ von Korfu») να κάθεται στην ταβέρνα και να αναπολεί με απαλή μελαγχολία περασμένες στιγμές στον μικρό της παράδεισο στo νησί.

Κλείνοντας το αφιέρωμα αυτό, και αφού απολογηθώ στο εαυτό μου για το γεγονός ότι έχω ακούσει ίσως περισσότερο schlager απ’ όσο μου αναλογεί σε τούτη τη ζωή (και ας μου έχω υποσχεθώ να κάνω κάποια στιγμή ένα συνολικό αφιέρωμα), θα ήθελα να σταθώ σε δύο από τα πιο αγαπημένα μου τραγούδια από ολόκληρο το schlager -καλό και κακό- συναπάντημα, με ελληνική αναφορά, αλλά όχι πια στις τουριστικές της χάρες. Και τα δύο είναι συνθέσεις του πανταχού παρόντα Ralph Siegel, γι’ αυτό έχουν μια κοινή μελωδική αύρα να τα διαπνέει, και μια ματιά όλο ενσυναίσθηση, ένα απλωμένο χέρι, μια απόπειρα προσέγγισης των άγνωστων ανθρώπων που ζουν δίπλα, «στο πίσω σπίτι», που έχουν το μαγαζί στην γειτονιά «από το οποίο πέφτει φως στο πεζοδρόμιο», των Ελλήνων, των Gastarbeiter, αυτών που έφεραν το «νούμερ οχτώ» στις φάμπρικες και στις στοές, που (και) στους ώμους της χτίστηκε το οικονομικό θαύμα της Γερμανίας.

Το ένα κομμάτι με τίτλο «Το κορίτσι από την Αθήνα» («Das Μädchen aus Athen») το ερμήνευσε το 1978 ο Karel Gott, ο πρόσφατα συγχωρεμένος Τσέχος (Τσεχοσλοβάκος τότε) τραγουδιστής που ευτύχησε να γνωρίσει επιτυχία σε όλη την κεντρική Ευρώπη εκείνα τα χρόνια, γραμμένο για ένα κορίτσι που μένει με την οικογένεια της στο σπίτι πίσω στην αυλή, που βγαίνει βόλτα στην πόλη, «ξένος κόσμος, εκτυφλωτικό φως, σημάδια φόβου στο πρόσωπο της», που δεν σε καταλαβαίνει, μόνο η γλώσσα της μουσικής και του χορού την φέρνει κοντά σου, και το ρωτάς, «από πού έρχεσαι, και σου απαντάει, δεν ξέρω πια».

Στο άλλο κομμάτι, το «Griechischer Wein», το ελληνικό κρασί («Κέρνα κρασί», έγινε όταν το είπε στα ελληνικά), δεν είναι πια ένα μεθυστικό ποτό για ανέμελες στιγμές, αλλά ένα φάρμακο για την αγιάτρευτη νοσταλγία για την πατρίδα. Διαδραματίζεται στο ελληνικό στέκι της γειτονιάς, όπου ο πρωταγωνιστής, Γερμανός ντόπιος βρίσκει καταφύγιο μια κρύα νύχτα, και συναντά «άνδρες με καστανά μάτια και μαύρα μαλλιά και από το τζουκ-μποξ έπαιζε μουσική που ακουγόταν ξένη και νότια», και «λέγανε ιστορίες για πράσινους λόφους, θάλασσα και άνεμο, για νέες γυναίκες που είναι μόνες, και για το παιδί που δεν έχει δει ποτέ τον πατέρα του». Ένα από τα πιο συγκινητικά τραγούδια για κάθε προέλευσης μετανάστη, ο οποίος «συγχώρεσε με που είμαι μερικές φορές λυπημένοςείναι που σ΄ αυτή την πόλη θα είμαι πάντα ξένος και μόνος». Μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του είδους διαχρονικά (ίσως η μεγαλύτερη), πραγματικά εμβληματικό τραγούδι που ακόμη ακούγεται και τραγουδιέται, λέγεται ότι ο ερμηνευτής του, ο Udo Jürgens (εδώ τον βλέπουμε να το αποδίδει με το ίδιο πάθος και στην τελευταία του συναυλία στην Ζυρίχη, δύο βδομάδες πριν τον θάνατό του) έφυγε με το παράπονο ότι ποτέ δεν ακούστηκε ιδιαίτερα στην χώρα στην οποία αναφέρεται (η διασκευή από Locomondo και οι βραβεύσεις από τον Καραμανλή τον Α’ δεν πιάνονται και δεν αρκούν).

Όπως και τα περισσότερα σε αυτό το αφιέρωμα, ανεξαρτήτως προέλευσης και ποιότητας, καλώς ή κακώς…