Και Μη Χειρότερα: 5 Απογοητευτικοί Ελληνικοί Δίσκοι Από Το 2025

Πέραν των συγκεκριμένων απόψεων επί των συγκεκριμένων δίσκων, ένα κείμενο το οποίο θέτει τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων της σύγχρονης μουσικοκριτικής. Ή της αυτοκατάργησής της. Του Χάρη Συμβουλίδη

Παρότι «ήμουν κι εγώ εκεί» όταν συνέβη, δεν μπορώ ν' ανακαλέσω πότε ακριβώς περάσαμε σε μια εποχή στην οποία το να γράφεις δημοσίως για μουσική ταυτίστηκε με το να λες μόνο καλά λογάκια και να έχεις να καταθέσεις μονάχα προτάσεις –και ποτέ ενστάσεις, αντιρρήσεις, αρνήσεις.

Καταθέτοντας τον οβολό μου, μπορώ να θυμηθώ δύο αρκετά διαφορετικές περιόδους. Μία στην οποία οι εταιρίες έστελναν συνεχώς δίσκους, στην οποία η αρνητική γνώμη είχε αξία και σήκωνε και συζητήσεις, μα και διαμαρτυρίες, έως και ...απειλές: όταν πρωτοξεκίνησα, λάμβανα τον φάκελό μου από την αρχισυνταξία κι έπρεπε να γράψω ό,τι περιλάμβανε, είτε του έβαζα 3, είτε 8. Και το ίδιο έπραξα κι εγώ, όταν βρέθηκα καθισμένος σε αρχισυντακτικούς θώκους. Μετά, όμως, άλλαξαν τα πράγματα. Οι αποστολές CD αντικαταστάθηκαν από mails με links για ψηφιακές πλατφόρμες ακρόασης, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης επέλασαν στην καθημερινή ζωή, ενώ ο μουσικός Τύπος υπέστη κάτι που ορισμένοι επιμένουν ν' αποκαλούν «ιντερνετικό εκδημοκρατισμό», παρά την κατακρήμνιση όλων, σχεδόν, των ποιοτικών δεικτών. Ίσως επειδή βρήκαν κάπου να γράφουν τη γνωμούλα τους;

Κάπου μέσα στη δεύτερη περίοδο, τέλος πάντων, θυμάμαι εκτενείς συζητήσεις με συντάκτες, στις οποίες άκουγα επιχειρήματα τύπου «αφού δεν πληρώνομαι προτιμώ ν' ασχοληθώ με κάτι που μου αρέσει», «τι νόημα έχει να καταθέσω τον λίγο ελεύθερο χρόνο μου για να γράψω μια κριτική που θα καταλήγει σε 3» και λοιπά ανάλογα. Σιγά-σιγά, λοιπόν, σε ένα κλίμα διαρκούς πίεσης από τις διαβρωτικές μνημονιακές εξελίξεις (όπου κόσμος και κοσμάκης έψαχνε δικαιολογημένα για ανάσες), αυτό μετατράπηκε από τάση σε άτυπη συναίνεση. Όλοι καλοί. Όλοι αγαπημένοι. Συνεχείς οι ενθουσιασμοί. Όλα τα 6άρια, 8άρια. Ε, κι αν κάποιος δεν μας άρεσε, άσε μωρέ, μη γράψεις τίποτα. Βολικό για όλους, εν τέλει, το «μαξιλαράκι» της σιωπής, άλλωστε ακολούθησε κι ένα γενικότερο zeitgeist παραδομένο στο γούτσου-γούτσου.

Προφανώς, υπήρξαν, υπάρχουν και εξαιρέσεις. Προφανώς, επίσης, η συζήτηση δεν εξαντλείται σε αυτές τις επισημάνσεις, αφού εδώ βρισκόμαστε στο MiC: ένα κομμάτι του μουσικού Τύπου το οποίο δεν ακολούθησε ποτέ τις προαναφερθείσες οδούς, μα σήμερα μαστίζεται από το ίδιο πρόβλημα στις δισκοκριτικές, παρά τους εκρηκτικούς μηχανισμούς που εξακολουθεί να τοποθετεί κατά καιρούς ο Άρης Καραμπεάζης. Οπότε πρέπει να υπάρχουν και πρόσθετες αιτίες, που ίσως απασχολήσουν, μια μέρα, ένα άλλο άρθρο. Δεν χορεύουν γυμνές, εδώ, όλες οι απαντήσεις. 

Σε ό,τι με αφορά, πάντως, σε 20+ χρόνια δράσης, δεν συναίνεσα ποτέ σε κανέναν εξοβελισμό του αυστηρού προσώπου της κριτικής από τη δημόσια σφαίρα. Ίσα-ίσα, πιστεύω ακράδαντα ότι η κριτική χάνει την αξία της εάν μονάχα χαϊδεύει κι επαινεί και ποτέ δεν «δαγκώνει». Γι' αυτό και, τώρα που τελειώσαμε με τις προτάσεις, θα κλείσω το 2025 με μια διαφορετική «λίστα», παρουσιάζοντας (χωρίς αξιολογική σειρά) 5 δίσκους από την εγχώρια παραγωγή που δοκίμασαν τα όρια της ακροαστικής μου υπομονής.

 

Theodore - Fire [United We Fly]

Την τελευταία φορά που συναντήθηκα με το έργο του Θοδωρή Πολυχρονόπουλου, εκείνος είχε βγάλει το ‘The Voyage’ (2022) κι εγώ έγραφα –εδώ στο MiC– ότι, πλέον, μετά από μια δεκαετία δράσης, δεν γινόταν να δικαιολογηθεί όλο αυτό που απλά δεν συνέβαινε. Παρά ταύτα έκανα τον κόπο ν' ακούσω την επιστροφή του με το ‘Fire’, διαβάζοντας για ηχητικές μετατοπίσεις και για δοκιμές εξέλιξης μέσω μιας νέας μουσικής «γλώσσας».

Είναι όλα αλήθεια· ταυτόχρονα, όμως, δεν σημαίνουν και τίποτα. Πράγματι, ο Theodore αφήνει εδώ τους Μ83, τους Sigur Rós, το post-rock. Και καταπιάνεται με μια ρυθμική pop/rock τραγουδοποιία η οποία θα μπορούσε (με τη σειρά της) ν' αναχθεί σε διάφορα διεθνή πρότυπα από τα alternative 1980s & 1990s ή/και τα indie '00s. Όμως το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ στο στυλ, στο ύφος ή στην ικανότητα συγκόλλησης παρεμφερών ήχων, αφού μιλάμε για έναν αληθώς καταρτισμένο μουσικό, με αντίληψη για το τι σημαίνει συγκρότηση και άρτια δόμηση.

Το πρόβλημα βρισκόταν και βρίσκεται στο γιατί ακόμα και οι καλύτερες περιπτώσεις τέτοιων προσπαθειών (π.χ. "Absurd", "Breathe Into Me") απομένουν σαν τα πουκάμισα τ' αδειανά του Γιώργου Σεφέρη: ως κάτι που αφήνεις να παίζει πρωτοσυναντώντας το, μα δεν πρόκειται να πεθυμήσεις να ξανακούσεις, αφού θα προτιμήσεις να πας κατευθείαν στα διεθνή του αρχέτυπα. Έχουν βγει κιλά τέτοιων αγγλόφωνων άλμπουμ στην εγχώρια δισκογραφία, όλα στην ίδια μουσική πλεύση, όλα με το ίδιο προδιαγεγραμμένο τέλος –της ανάπαυσης κάτω από στρώματα σκόνης στις απανταχού alternative δισκοθήκες. Δεν υπήρχε κανένας λόγος για ένα ακόμα, ούτε και οριοθετείται εδώ κάποια αληθινή εξέλιξη για τον Theodore. Πόσο μάλλον εν έτει 2025, όπου ακόμα και η σχετική «σκηνή» το προσπαθεί αλλιώς.

 

ΓΑΜΜΑΓΑΜΜΑ - Καθόλου Τέχνη [Minos-EMI/Universal]

Νοσταλγικοί, (κατά βάση) ηλεκτρονικοί ήχοι κι ελληνικός στίχος με alt-pop στοχεύσεις και υπαρξιακό περιεχόμενο. Πέντε χρόνια αφού μας «χτύπησε σαν ρεύμα στην πίστα» το σχετικό τρένο εξακολουθεί να τρέχει διατηρώντας μια νεανική δυναμική που «γεμίζει Gagarin», οπότε πολλοί στοιβάζονται στις μέχρι πρότινος αγγλόφωνες αποβάθρες της εγχώριας alternative έκφρασης, ελπίζοντας μήπως ανέβουν κι εκείνοι σε κάποιο βαγόνι.

Τέτοια περίπτωση είναι και οι ΓΑΜΜΑΓΑΜΜΑ, δίδυμο φρέσκο μεν, μα επανδρωμένο από τον Γιώργο Δημάκη/Prins Obi των Baby Guru και τον γνώριμο από το Synch Festival Γιώργο Καρναβά. Και μια πρώτη παρατήρηση, δεδομένης αυτής της πορείας, είναι ότι θα έπρεπε να ξέρουν καλύτερα, ακόμα κι αν εννοούσαν κατά γράμμα τον τίτλο «Καθόλου Τέχνη» του πρώτου τους κοινού δίσκου, από την άποψη της πρωτοκαθεδρίας της ψυχής έναντι της τεχνικής. Τι θα έπρεπε να ξέρουν; Ότι ένα κομμάτι της εγχώριας μη-mainstream pop/rock/electronica έκφρασης πάντα θέλησε να εκφραστεί στα ελληνικά, με το ίδιο γενικότερο πνεύμα (η ύπαρξή μας, το γύρω μας κοινωνικό γίγνεσθαι κτλ.), δημιουργώντας προηγούμενο, μα κι ένα αναπόφευκτο μέτρο σύγκρισης. Το οποίο έχει λιγότερο να κάνει με το τρέχον γκελ του Pan Pan και περισσότερο με τη στιχουργική παρακαταθήκη των Χωρίς Περιδέραιο, των δίσκων της Λένας Πλάτωνος, των πρώτων Στέρεο Νόβα, των Lost Bodies, του The Boy εποχής Κουστουμάκι, των Κόρε.Ύδρο.

Ωραίο είναι, λοιπόν, να σε κυκλοφορεί η Minos-EMI, ακόμα πιο ωραίο να έρχεται κοτζάμ Willem Dafoe να παίξει στο βιντεοκλίπ σου ("Αύριο Βράδυ"), όμως τι να τα κάνεις τελικά όλα τούτα, όταν τα τραγούδια σου αποδεικνύονται ισχνά καθρεφτίσματα καλύτερων ημερών και καλλιτεχνών; Ξέρουν να παίζουν και να δομούν οι ΓΑΜΜΑΓΑΜΜΑ, το "Αύριο Βράδυ" διαθέτει πράγματι το κάτι του και δίχως την εικόνα με τον Dafoe να ψαρεύει κλικ και plays, όμως οι ερμηνείες στερούνται χαρίσματος, ενώ η στιχουργική δεν έχει ούτε εστίαση, ούτε βάθος, ούτε ιδιαίτερη συγκρότηση. Αντιθέτως, σαν το μελάνι της σουπιάς, θολώνει τα νερά με ἥξεις ἀφήξεις λόγια τύπου «Ξυπνάω μωρό, κοιμάμαι γουρούνι/Είμαι αυτό που γράφει το κουδούνι» –με τα οποία υποτίθεται ότι χτίζονται μανιφέστα για την εξουθενωμένη μας καθημερινότητα– ενώ ο αληθινός πήχης βρίσκεται πλησίον της "Σκληρής Καρδιάς", σε περιπτώσεις που θυμίζουν ανθυποπαυλοσιδηροπουλικές, pseudoρεμπέτικες απόπειρες με κιθάρα σε θερινή παραλία.

 

Σtella - Adagio [Sub Pop]

Αν και φρόντισα να κουμπωθώ το 2023, όταν είδα τη Σtella να παίζει επικεφαλής του Αγοραφοβικού Φεστιβάλ σερβίροντας καλοπαιγμένη μα αδιάφορη ποπ μουσική με απροσδιορίστως alternative πασπαλίσματα, δεν υπήρξα επαρκώς προετοιμασμένος για όσα με περίμεναν στο ‘Adagio’. Σε κάποιο σημείο, μάλιστα, χρειάστηκε μια παύση, ώστε να σιγουρευτώ ότι άκουγα τον σωστό δίσκο, από τη σωστή καλλιτέχνιδα.

Η έκπληξη οφείλεται στο ότι το «χωριό» είναι μικρό, οπότε «γνωριζόμαστε» με τη Στέλλα Χρονοπούλου: θυμόμαστε και τα πώς και τα γιατί, ξέρουμε πόσο το προσπάθησε να «βγει έξω» και ν' αποκτήσει μια διεθνή έδρα δράσης, χαρήκαμε όταν το κατάφερε. Για τους ίδιους λόγους, όμως, επιμένει και η εικόνα μιας καλλιτέχνιδας που μπορούσε και ισορροπούσε μεταξύ της Amber Webber (των Lightning Dust) και της Joan Jett, η οποία δεν συνάδει με τη δημιουργό του ‘Adagio’. Φυσικά, 10 χρόνια μετά, η Σtella έχει κάθε δικαίωμα να αναζητά διαφορετικά πράγματα. Ανάλογο δικαίωμα, όμως, έχουμε κι εμείς, ώστε να ρωτήσουμε, λ.χ., για τα άγευστα, άοσμα και πληκτικώς τραγουδισμένα "Adagio", "Can I Say", "80 Days" που πρεσβεύουν σήμερα όσα πήραν τη θέση του "Picking Words" και λοιπών αγγλόφωνων συγκινήσεων.

Ή, ακόμα χειρότερα, για ν' αντιμετωπίσουμε ελληνόφωνες περιπτώσεις τύπου "Τα Βήματα" ή "Όμορφό Μου", οι οποίες προωθούνται από το φάντασμα της πάλαι ποτέ κραταιάς Sub Pop ως τι, άραγε; Ως εξότικ αλτέρνατιβ; Παλαιότερα, όταν την είχε ρωτήσει σχετικά ο (για ένα φεγγάρι συνεργάτης του MiC) Μιχάλης Τσαντίλας, η Χρονοπούλου είχε δηλώσει ότι «ο ελληνικός στίχος είναι δύσκολος και έχουν άλλο νόημα αυτά που λέμε, οπότε θέλει μεγάλη προσοχή». Θεωρεί, αλήθεια, ότι δείχνει μεγάλη προσοχή γράφοντας «Όταν φεύγεις σε θέλω ah ya ya/Όσο μου λείπεις θα μένω ah ya ya»; Ή όταν μπαίνει μεν στον κόπο να διασκευάσει Λίτσα Σακελλαρίου, μα το κάνει τόσο χλιαρά, τόσο απογοητευτικά, δίχως να προσθέσει τίποτα πιο δικό της; Κατ' εμέ τουλάχιστον όλα τούτα μαζεμένα στοιχειοθετούν μια τρύπα στο νερό, άσχετα με το πόσο καλά θεωρείται ότι πάει σε αριθμούς αυτή η διεθνής καριέρα.

 

Pan Pan - Υπεραστική Μουσική [Φλώρικο Πάρτι/Minos-EMI]

14 τραγούδια αρθρωμένα σε 45 λεπτά (και 2 δευτερόλεπτα). Αλλά αυτά τα 45 λεπτά δείχνουν σαν 90, σαν 120... Σαν ο χρόνος να μην κυλά. Θρίλερ. Δίσκος είναι τώρα αυτός ή το Τρίγωνο των Βερμούδων; Κι όμως, είναι ο νέος δίσκος ενός από τους πιο συζητημένους δημιουργούς της τελευταίας πενταετίας: του Pan Pan. Του κατά κόσμον Παναγιώτη Πανταζή, δηλαδή, ο οποίος πήρε μια δύσκολη σκυτάλη και την έκανε φλογερή νεανική τάση.

Γιατί ήταν πάντα δύσκολη η ελληνόφωνη έκφραση στο εγχώριο αλτέρνατιβ στερέωμα. Όχι μόνο επειδή ο ελληνικός στίχος «έχει ιδιαιτερότητες» (το οποίο και ευσταθεί, αλλά είναι και καραμέλα), αλλά γιατί, πέρα από τις επιφανειακές ευγένειες, το εγχώριο αλτέρνατιβ δεν χώνεψε ποτέ το ελληνικό, οπότε θεωρούσε παράσημο το να μιλάει αγγλικά. Κι ο Pan Pan εκεί ήταν, αφού τα έχει περάσει τα 40. Κάπως, ωστόσο, διείδε ότι στο γύρισμα των 2010s προς τα 2020s οι εικοσάρηδες ζητούσαν κάτι άλλο –πιο ντόπιο, πιο εξωστρεφές, πιο απαλλαγμένο από την ξενομανία της γενιάς του. Το οποίο μπόρεσε και το έδωσε πρώτα με το "Χτύπα Με Σαν Ρεύμα Στην Πίστα", έπειτα με την "Ανισόπεδη Ντίσκο". Μόνο που, σε αντίθεση με παλιότερες ανάλογες περιπτώσεις, ο Pan Pan ζει στην εποχή των singles, όχι των άλμπουμ. Κι ενώ μία στις τόσες την έχει την ιδέα για ένα νόστιμο/ψιλονόστιμο τραγούδι με νοσταλγικά synths και vibes, το οποίο θα πει κάποια εκφραστική γυναικεία φωνή, στα άλμπουμ η κατάσταση θυμίζει Βατερλώ.

14 κομμάτια, λοιπόν, μα στο τέλος μένει μόνο το ντουέτο με τη Nalyssa Green "Είναι Η Αγάπη" –μια εύηχη ανακύκλωση της συνταγής των έως σήμερα σουξέ. Η υπόλοιπη διάρκεια, άσχετα αν τραγουδάει η Καλλιόπη Μητροπούλου, η Αλεξάνδα Επίθετη, η Vassilina ή ο ίδιος ο Pan Pan (θυμίζοντας κακέκτυπο του Κ.ΒΗΤΑ), κυμαίνεται μεταξύ αδιάφορου και ανυπόφορου. Δεν είναι παρά ένα διαρκές ανακάτεμα παλιών, διεθνών, ξαναζεσταμένων συνθεσάιζερ, ποπ στιλιστικές παραλλαγές μέσα σε ποπ στιλιστικές παραλλαγές, ντυμένες με στίχους οι οποίοι θέλουν να δείχνουν ότι έχουν να πουν πολλά, βαθιά και μελαγχολικά, μα επί της ουσίας, αν τους βάλεις κάτω, φαντάζουν πιο κενοί κι από τα ομφαλοσκοπικά έντεχνα της τελευταίας δεκαετίας ("Κάποτε Κλέψαμε Ένα Διαστημόπλοιο Μαζί", "Το Φθινόπωρο Στους Αμπελόκηπους", "Μαμά Μπαμπά" και δεν συμμαζεύεται). Το χειρότερο, όμως, είναι η καραδοκούσα υποψία ότι αυτό που κατά βάθος αναζητείται στην ‘Υπεραστική Μουσική’ είναι κάτι σαν το "Σε Περίπτωση Που", απλά δίχως την Άννα Βίσση, με κάποιο (όποιο) εναλλακτικό άλλοθι στη βιτρίνα. 

 

The Dionysians - Να Κάψουμε Το Χθες [Veego]

Στην πλειονότητά τους, οι πρώτοι δίσκοι είναι ιδιαίτεροι τόποι, όπου οι υποσχέσεις πελαγοδρομούν σ' ένα τερέν ναρκοθετημένο από τις αναφορές που, αναπόφευκτα, κουβαλά κάθε νέος καλλιτέχνης, δίχως ακόμα να τις έχει χωνέψει αρκετά ώστε να τις μετασχηματίσει στο «κάτι» δικό του. Συνήθως, λοιπόν, είσαι κι εσύ διατεθειμένος να συγχωρήσεις/παραβλέψεις διάφορα αδιέξοδα, δίνοντας μια ευκαιρία. Αρκεί, κάπως, να συνεννοείσαι.

Με τους νεότευκτους Dionysians, λοιπόν, φοβάμαι ότι δεν κατόρθωσα να συνεννοηθώ. Μέσω τίτλου, ας πούμε, δηλώνουν ότι σε τούτο το ντεμπούτο επιθυμούν να το κάψουν το χθες, όμως αμέσως-αμέσως το σινιάλο αυτό υπέρ μιας σύγχρονης ματιάς θαμπώνει από το ρετρό, ανακυκλωμένα ψυχεδελικό εξώφυλλο. Και τα πράγματα ανατρέπονται πλήρως ενώ κυλάνε τα τραγούδια, ξετυλίγοντας μια εντελώς «μπρος για πίσω» απόπειρα. Ρε παιδιά, μήπως ο τίτλος που θέλατε ήταν «Να Το Κάψουμε Με Το Χθες» και από λάθος τυπώθηκε «Να Κάψουμε Το Χθες»; Διαβάζω ότι ο Κώστας Μηλιαράς με τον Γιώργο Παπακώστα επιθυμούν να αναβιώσουν το garage rock της δεκαετίας του 1960, φέρνοντάς το στο σήμερα, με έναν μοναδικό ελληνικό χαρακτήρα. Αυτό που ακούω, όμως, είναι μια αναπαραγωγή όσων κατέκτησαν, ήδη από τα 1960s, συγκροτήματα σαν τους Charms ή τους Idols.

Άρα, προσπαθούμε εδώ να ξαναπιάσουμε το εγχώριο ποπ/ροκ νήμα απ' όταν πρωτομίλησε ελληνικά, αποδεχόμενοι ότι με τα αγγλικά δεν φτουράει σκηνή; Δεν βρίσκουμε, έτσι, στα ίδια αισθητικά ύφαλα στα οποία προσέκρουσαν και οι Baby Guru το 2015, όταν μίλησαν στη μητρική γλώσσα με το "Ήθελα Να Σου Πω"; Γίνεται να φτουρήσει ο όποιος συνδυασμός σημερινού και ντόπιου δίχως ενδιαφέροντες ελληνικούς στίχους; Δεν απέχουν πολύ μακριά από κάτι τέτοιο τα διάφορα «Μοναξιά είναι τ' ατελείωτα love stories/ξεχασμένοι λεκέδες κρασιού έξω στο μπαλκόνι» ή «Τι μ' έχει πιάσει ρε γαμώτο και νιώθω τόσο χάλια, τόσο χάλια/Έχει νόημα στ' αλήθεια ν' αδειάσω δύο μπουκάλια»; Όλα τούτα ίσως αρέσουν σε όσους αγνοούν τα εγχώρια 1960s, σ' εκείνους που χαϊδεύουν τις καινούριες μπάντες απλά επειδή προσπαθούν για κάτι που δεν είναι μπουζούκια ή σ' αυτούς που μέχρι πρότινος άκουγαν μόνο αγγλόφωνα, οπότε έχουν μάθει, ίσως, να εντυπωσιάζονται με σκόρπιες φράσεις. Για μένα, πάντως, είναι ως μη γενόμενα.