Και ποια ...προδοσία έχει κάνει αυτή για σένα;

Προδότες και προδομένοι στο ελληνικό πεντάγραμμο

Είναι κάπως σκιαχτική τούτη η Κυριακή... Συννεφιασμένη μέρα, άνεμος έχει σηκωθεί, οι δρόμοι και οι πλατείες γεμίζουν, φλάμπουρα του μίσους ανεμίζουν, φωνές, συνθήματα, ξέφτια λέξεων φτάνουν μέχρι εδώ, από κάπου μέσα ξεχωρίζει η ιαχή "προδότες"...

Μου έρχονται στο νου φασματικές εικόνες της μορφής του προδότη... Από την ποπ αναπαράσταση της, το σκυφτό χαιρέκακο χαμόγελο του Δήμου Σταρένιου (οι Γερμανοί είναι φίλοι μας, θέλουν το καλό μας) μέχρι τον Αρτέμη Μάτσα ο οποίος συνδέθηκε στη λαϊκή πινακοθήκη με τον δοσίλογο (με την τραγική ειρωνεία ο ίδιος να κατάγεται από εβραϊκή οικογένεια με θύματα από τους ναζί). Μια μορφή η οποία διατρέχει την επίσημη ιστορία του έθνους, από τις απαρχές της ήδη, οι εχθροί του έθνους γαρ δεν αρκούσαν να είναι μόνο πολλαπλάσιοι (που είναι πάντοτε), η ήττα, όποτε και αν αυτή ερχόταν, θα ήταν βέβαια ηρωική αλλά θα είχε βάλει και το χεράκι του ο εσωτερικός εχθρός, ο Εφιάλτης ("ποιος δεν ξέρει τον Εφιάλτη; Ο Εφιάλτης ήταν ο πρώτος προδότης!"), ο Πήλιος Γούσης, το ανώνυμο χέρι που άνοιξε την Κερκόπορτα. Ένα μελανό εικονοστάσι δίπλα σε εκείνο των Ηρώων, σε μια χώρα όπου οι ρόλοι εύκολα αλλάζουν, με το χθεσινό Ζήτω να γίνεται το αυριανό Ανάθεμα, με τον ήρωα του ενός να είναι ο προδότης του άλλου και τούμπαλιν. Δυστυχισμένε μου λαέ καλέ και αγαπημένε, πάντα ευκολόπιστε και πάντα προδομένε, έγραφε ο εθνικός ποιητής, πάντα γελαστέ και γελασμένε θα συμπλήρωνε ο νεότερος. Μέχρι και στον πυρήνα της ορθόδοξης θρησκείας του τόπου κρύβεται μια προδοσία, τριάκοντα αργύρια και ένα (σύμφωνα με κακές γλώσσες ...υπέροχο) φιλί.

Πριν πάντως περιπέσουμε στο κλασικό εθνικό σπορ του αυτο-μαστιγώματος (το κρυφά αυτο-θαυμαστικό "μόνο στην Ελλάδα γίνονται αυτά"), όλα αυτά δεν αποτελούν εξαίρεση στην παγκόσμια κοινότητα, για να συγκροτηθεί το κάθε έθνος, για να θεμελιωθεί τούτη η φαντασιακή ενότητα, θέλει στα μπετά του να έχει θυσιασμένους πρωτομάστορες, ήρωες αλλά και φυσικά προδότες, και μύθους ιερούς και όσιους που παίζουν ρόλο συγκολλητικό, που συσπειρώνουν, που χαράσσουν όρια σαφή ανάμεσα στους "δικούς μας" και τους άλλους homo sapiens από το διπλανό χωράφι. Οι διαφορές (και οι τραγωδίες) προκύπτουν όταν κάποιοι από το είδος θεωρούν ότι είναι πιο ...ίσοι και περιούσιοι από τους λοιπούς και ότι καταλαμβάνουν δικαιωματικά τον ομφαλό της γης.

Σε τούτα λοιπόν τα "ομφαλιαία" χώματα, η προδοσία μοιραίο και αναπόφευκτο ήταν να στιγματίσει και το τραγούδι, όπου εξίσου μοιραίο και αναπόφευκτο είναι να "σκοντάψει" κανείς στο αγκωνάρι του, την bigger than life μορφή που λέγεται Μίκης Θεοδωράκης. Η "Προδοσία" σαν μεταφυσική υπερβατική έννοια αποτελεί ουσιαστικά τον κεντρικό άξονα της θεοδωράκειας κοσμοαντίληψης, σχεδόν σε παραλληλία με την ελληνικότητα, ιδίως την ελύτεια μυστικιστική της έκφραση, αλληλένδετη με το φαντασιακό ενός «μαχόμενου κυρίαρχου λαού", μπροστάρης του οποίου φυσικά είναι ο ίδιος ("θρησκευτικοσταλινισμό" το είχε αποκαλέσει κάποτε ο Πουλικάκος το φαινόμενο). Σε συνδυασμό φυσικά με μια ιδιάζουσα ηδονή της θυματοποίησης του λαού, τον οποίο πάντα τον ξεγελάνε, τον διχάζουν και τον προδίδουν οι κακοί ξένοι ("κι αν μας χτυπάει με μανία και φωνάζει/τη βάζουν άλλοι με συμφέροντα πολλά", που λέει και ο άλλος ελληνοκεντρικός, ο Γιάννης Μαρκόπουλος στην "Λένγκω" του). Αυτό όλο το πνεύμα αναδύεται και μέσα από τις νότες, ήδη π.χ. από το 1962, στο "Τραγούδι του νεκρού αδελφού", μια μελοποιημένη αλληγορία του εμφυλίου διχασμού, στοιχειωτική και ανατριχιαστική στην "Προδομένη αγάπη", ένα από τα ωραιότερα ελληνικά τραγούδια ερμηνευμένο από την μεγάλη κυρία του ελληνικού θεάτρου, τη Βέρα Ζαβιτσιάνου. Ή σε έργα όπως ο "Προδομένος λαός" του 1974 πλέον, με τα τραγούδια από το θεατρικό έργο του Γιώργου Ρούσσου «Μαντώ Μαυρογένους" ("και πάντα ελλοχεύουσα η προδοσία - Λερναία Ύδρα" γράφει ο ίδιος στο σημείωμα του δίσκου).

Η σημασία της Προδοσίας στο αξιακό σύστημα του Θεοδωράκη όμως καθίσταται ακόμη πιο εμφανής από το γεγονός ότι, σε σχεδόν παγκόσμια μοναδικότητα, ο ίδιος θεωρεί σχεδόν το μισό του μουσικό έργο "προδομένο", ήτοι, όλους τους δίσκους του οι οποίοι κυκλοφόρησαν από το 1980 και μετά. Προδομένο από τους πάντες: από κριτικούς, από μέσα ενημέρωσης, από εταιρείες, από τους τραγουδιστές τους ίδιους που τους σαμπόταραν, "δεν μπήκαν στον κόπο να παίξουν έστω κι ένα κουπλέ στις συναυλίες τους", από κάθε λογής σκοτεινές δυνάμεις και συμπαιγνίες και συνομωσίες  που εμπόδισαν το έργο να φτάσει στον "λαό του".

Γουστόζικη και ενδεικτική είναι ακόμη και η ιστορία του πασίγνωστου κομματιού που ερμήνευσε ο Παύλος Σιδηρόπουλος, «Κάποτε θα ’ρθουν…», σε στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου. Με αυτό τον τίτλο και ερμηνευτή θα μείνει τελικά στην ιστορία και στη μνήμη, νωρίτερα όμως.... ας δώσουμε τον λόγο στον έλληνα στιχουργό: "μια μέρα, πήρα μια συνέντευξη από τον Καζαντζίδη, ο οποίος κατηγορούσε τον Θεοδωράκη για πάρα πολλά πράγματα. Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στα «Νέα» και ο Μίκης τη διάβασε στο αεροπλάνο κι έγινε έξω φρενών! Και πήρε, ακαριαία, τις αποφάσεις του: έδωσε εντολή να αφαιρεθεί το δικό μου τραγούδι από το δίσκο και να μπει στη θέση του, με την ίδια μουσική, ένα άλλο, με στίχους του αδελφού του Γιάννη Θεοδωράκη («Τα τραγούδια γράφουν την ιστορία τους» - Ιανός). Το καινούργιο τραγούδι, ίδια μελωδία άλλοι στίχοι, τραγουδήθηκε από την Δήμητρα Γαλάνη και είχε τίτλο ... "Μη με προδώσεις".

Τούτος ο στίχος συνειρμικά (και για να αλλάξουμε λίγο κλίμα) φέρνει στο νου το ομώνυμο τραγούδι του Πασχάλη, όπου ο πρωταγωνιστής έχει μόλις διαπράξει το εχμμ στιγμιαίο του λάθος και ουσιαστικά παρακαλεί τον φίλο μάρτυρα που ξεφύτρωσε στη λάθος στιγμή, "μη με προδώσεις μη (...) γιατί θα φέρεις την καταστροφή". Και κάπως έτσι περνάμε από την πατρίδα στην γυναίκα σαν ερωτικό κτητικό αντικείμενο (περισσότερο παρά υποκείμενο), και στην προδοσία μέσα στην ερωτική σχέση, βαριά λέξη, η οποία σε άλλες γλωσσικές κουλτούρες δεν απαντάται με αντίστοιχη συχνότητα. Αντιθέτως το ελληνικό τραγούδι βρίθει ασμάτων περί προδοσίας, και ειδικά το λαϊκό, από το ένα άκρο του υπαρκτού ρεαλισμού του σκυλάδικου μέχρι την πιο ευγενή και "έντεχνη" του εκδοχή. Όπου συνήθως η ερωτική απιστία νοείται ως προδοσία, ως προσβολή ολάκερης της ύπαρξης, του Είναι και του Εγώ του "θύματος", το οποίο διόλου τυχαία είναι κατά κανόνα το σερνικό, η "αυτή" είναι εννοείται ο θύτης.

Και "αυτή" θα πρέπει να πληρώσει: "τα χείλη σου να ξεραθούν να σβήσουν και να λιώσουν/άλλη φορά να μην μπορούν φιλιά να ξαναδώσουν", δις και με το ουυυ θρηνητικά τραβηγμένο, τραγούδησε ο Μανώλης Αγγελόπουλος στα "Χείλη σου με πρόδωσαν", μια μελωδία του Αργύρη (αδερφού του Μάρκου) Βαμβακάρη (σε μια τραγική ειρωνεία και ο ίδιος ο Αγγελόπουλος κατηγορήθηκε και αυτός ως προδότης από την ρομά φάρα του όταν ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε μια "μπαλαμή", την επίσης τραγουδίστρια Αννούλα Βασιλείου). Λιγότερο απειλητικός ακούγεται ο λαϊκός βάρδος Κώστας Μοναχός, σε δίσκο με τον μολαταύτα κάπως ...σεξιστικό τίτλο "Έτσι κάνουν όλες", όπου ξαποστέλνει την λεγάμενη τραγουδώντας "η προδομένη αγάπη θα σε καίει, μα θα 'ρθει η μέρα που θα μετανιώσεις". Όταν το μικρόφωνο πάρει γυναίκα, συνήθως θα παρουσιαστεί μεταμελημένη, "σου 'χω την καρδιά πληγώσει/το 'χω μετανιώσει" παραδέχεται δια στόματος Μαίρης Λίντα, σε τυπικό "χιώτικο" άσμα να ικετεύει "ξέχασε την προδοσία/γύρισε σε θέλω, σ' αγαπώ".

Σε αντιδιαμετρική άποψη από στάση και άποψη, δεν θα μπορούσε να λείψει ένας άλλος αιώνια προδομένος, ο Στέλιος Καζαντζίδης, ο οποίος στις "Προδομένες καρδιές" σε δραματικούς (τι άλλο;) τόνους μπορεί να "έχει μείνει "σαν καλαμιά που δεν τηνε δέρνει ο βοριάς" αλλά "ποτέ κακό για σένα δεν θα πω,/αφού το θέλεις να φύγεις, να φύγεις". Εξίσου αξιοπρεπής και ευγενής, και αμετανόητος αισθηματίας, όπως είναι άλλωστε και σαν προσωπικότητα, ο Λευτέρης Μυτιληναίος στην "προδοσία ο τίτλος/κι εγώ μένω στο τέλος εραστής με τη σκέψη".

Θα μπορούσαμε να πατάμε για πολύ ακόμη το νοερό play, να σταθούμε σε έναν Μάκη Χριστοδουλόπουλο ("της προδοσίας τα φιλιά τα `χω πληρώσει ακριβά"), έναν Μιχάλη Μενιδιάτη ("εγώ είμαι ένας προδομένος, δέντρο μες στο χειμώνα"), έναν Δάντη ("προδοσία δεν υπάρχει σαν και τη δική σου άλλη") και αναρίθμητους νεότερους που αναπαράγουν όλα αυτά τα στερεότυπα. Είναι και που η προδοσία ριμάρει και καλά με ένα σωρό λέξεις συναφείς, θυσία, υποκρισία, σημασία, ικεσία, ...συνομωσία, πεδίον δόξης λαμπρό για επίδοξους στιχουργούς. Ριμάρει βέβαια και με την ελευθερία. Παρότι όμως ζούμε σε κοινωνία η οποία μιλάει πολύ και θεωρητικά για ελευθερία και δικαιώματα, στην πράξη δύσκολα μπορούμε να την ανεχτούμε (ακόμη και σε μια αλλαγή αθλητικού ...σώβρακου). Κάποιοι μπορεί να δουν όλη αυτή τη νοοτροπία σαν κατάλοιπο ενός προ-νεωτερικού κόσμου, ενός κλειστού κοινοτικού κόσμου που έτσι κι αλλιώς δεν επέτρεπε πολλές αποκλίσεις από την νόρμα. Γιατί όσο και αν βαυκαλιζόμαστε ότι προχωράμε και προοδεύουμε, αρκούν κάποιες τυχαίες αφορμές για να αναδευτεί το ίζημα και έρθει πάλι στην επιφάνεια.

"Για να προδώσεις, πρέπει πρώτα να ανήκεις" είχε πει κάποτε ο διαβόητος κατάσκοπος Κιμ Φίλμπυ. Και το να μην ανήκεις, μπορεί ενίοτε να έχει και κόστος βαρύ...

(To κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΣΑΣΤέΗΝ-Σημειώσεις περί συνθετών της ημεδαπής τον Μάρτιο του 2018)