Κάτι λίγα περί της πρωτοπορίας στην τέχνη
Η οπτική του Αναστάσιου Μπαμπατζιά για ένα διαρκώς (και ενίοτε αβασανίστως) επανατοποθετούμενο ζήτημα
Η λέξη πρωτοπορία ειδικά όταν μιλάμε για την τέχνη, δεν μπορεί παρά να έχει θετικό πρόσημο. Όταν χρησιμοποιούμε τον όρο πρωτοπορία αναφερόμαστε σε μια ειδική καλλιτεχνική πράξη. Πράξη και όχι πρακτική, γιατί η πρακτική δεν αφορά μόνο δεδομένη χρονική στιγμή. Απλώνεται στο χρόνο. Ενώ μια πράξη είναι μοναδική και μια πρωτοποριακή πράξη δεν μπορεί να έχει διάρκεια. Μια πράξη μπορεί να είναι πρωτοποριακή αλλά όταν αυτή τελειώσει, η μετέπειτα πρακτική της, ο τρόπος που έγινε δηλαδή και ο οποίος χρησιμοποιείται ξανά και ξανά, δεν είναι πρωτοποριακός πια. Το θετικό πρόσημο έγκειται στο γεγονός ότι η πρωτοποριακή πράξη πάει μπροστά στο άγνωστο για να ανακαλύψει καινούρια αγαθά. Να εμπλουτίσει και να καλυτερέψει τα πράγματα. Αυτό βέβαια μπορεί να σημαίνει και μεγάλους κινδύνους γιατί κανείς δεν μπορεί να ξέρει αν όντως θα βρει κάτι ή ακόμα κι αν βρει, αν αυτό θα είναι ωφέλιμο. Άρα εκτός από θετική, η πρωτοπορία είναι μια πράξη δυνάμει επικίνδυνη, με πολύ ρίσκο.
Είναι ύποπτο (τουλάχιστον) πάντως να θεωρεί κανείς τον εαυτό του πρωτοπόρο ως καλλιτέχνη. Δεν εννοώ να αναγνωρίζει μετά από καιρό ότι μπορεί να έχει υπάρξει και πρωτοπόρος αλλά να τοποθετείται από μόνος του μέσα σε ένα πλαίσιο που το ονομάζει ο ίδιος εξ αρχής ‘πρωτοπορία’. Λες και είναι η πρωτοπορία κάτι σαν ένας …ισμός, μια συγκεκριμένη κατάσταση με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Σε αυτή την περίπτωση δεν είναι τίποτα άλλο από μια μόδα αυτό που προσπαθεί και επιδιώκει αυτός ο καλλιτέχνης, ακόμα κι αν δεν ανήκει αυτή στο κυρίαρχο ρεύμα. Άρα… δεν πρωτοπορεί. Ο πραγματικά πρωτοπόρος καλλιτέχνης δεν επιδιώκει να είναι τέτοιος. Ο στόχος του είναι ο ίδιος όπως όλων των υπολοίπων, δηλαδή να κάνει τέχνη, να προσφέρει στην κοινωνία ένα έργο ολοκληρωμένο (όχι τελειωμένο αλλά ολοκληρωμένο με την έννοια του πλήρους, του λειτουργικού). Απλά τυχαίνει κάποιοι λίγοι μέσα στην προσπάθεια τους να το κάνουν αυτό και με βοήθεια το πάθος και την περιέργεια για το άγνωστο να ξεστρατίζουν σε μονοπάτια απάτητα. Αλλά και αυτό δεν γίνεται συνέχεια, ο πρωτοπόρος δεν πρωτοπορεί διαρκώς και αενάως. Μια φορά θα το κάνει (άντε κι άλλη μία αν είναι πολύ βαρβάτος), οπότε δεν έχει καν νόημα να χαρακτηρίζεται κάποιος πρωτοπόρος (πόσο μάλλον να αυτοχρίζεται), να είναι γενικότερα αυτή η λέξη ένα στοιχείο της ταυτότητάς του δηλαδή. Ούτως ή άλλως ένας σοβαρός καλλιτέχνης δεν αντιλαμβάνεται ότι αυτό που κάνει είναι κάτι πρωτοποριακό όταν το κάνει γιατί όπως είπαμε δεν είναι αυτός ο στόχος του, αλλά και γιατί δεν είμαστε ποτέ σε τέτοια ετοιμότητα ώστε να καταλαβαίνουμε εύκολα και άμεσα τι είναι αυτό που κάνουμε ως καλλιτέχνες. Ακόμα κι αν επεδίωκε να ελέγξει τον εαυτό του, να δει κατά πόσο είναι πρωτοποριακό το έργο του, δεν θα μπορούσε να διακρίνει ουσιαστικά κάτι τέτοιο. Αυτός ο σοβαρός καλλιτέχνης έχει καταλάβει την απολύτως φυσική ανεπάρκειά του και την αδυνατότητα του να κρίνει με οποιονδήποτε τρόπο τον εαυτό του. Απλώς είναι τολμηρός, βαριέται τις πεπατημένες και όπως προανέφερα, παίρνει πολλά ρίσκα. Η τέχνη γενικά δηλαδή απαιτεί ρίσκο, κάτι που οι περισσότεροι το αποφεύγουν. Γι’ αυτό και οι πραγματικά πρωτοπόροι είναι πολύ λίγοι.
Θα έλεγα πως είναι σημαντικό και σίγουρα προτιμότερο, να αντιμετωπίζουμε την έννοια της πρωτοπορίας από την πλευρά του δέκτη. Του θεατή, του ακροατή, του μελετητή, του αναλυτή. Να μιλάμε για πρωτοποριακά έργα ή μη (και όχι πρωτοποριακούς καλλιτέχνες) εμείς οι απ’ έξω (χρήσιμο είναι και αυτό) και να αφήσουμε τους καλλιτέχνες στην ησυχία τους να δημιουργήσουν ότι είναι να δημιουργήσουν χωρίς να τους κολλάμε τις όποιες ταμπέλες οι οποίες είναι δυνατόν δυστυχώς να τους ευνουχίσουν.
Ένα από τα πιο συχνά λάθη που κάνουν οι δέκτες λοιπόν, ειδικά από τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα και μετά, είναι να θεωρούν εύκολα κάτι πρωτοποριακό, μόνο και μόνο επειδή μπορεί να μοιάζει με κάτι που υπήρξε πρωτοποριακό. Δηλαδή αντιλαμβάνονται την πρωτοπορία αφού αυτή πάψει να υπάρχει ως τέτοια και ακόμα χειρότερα φοράνε την ταμπέλα ‘πρωτοπορία’ σε πράγματα άλλα που υποδύονται ότι είναι πρωτοποριακά. Αν όντως τυχαίνει να έχει χαρακτηριστικά γνώριμα το πρωτοποριακό, τότε αυτά δεν διατυπώνονται με τον συνηθισμένο τρόπο. Είναι αλλιώς χρησιμοποιημένα και εκφράζουν κάτι άλλο, πρωτόγνωρο και βασικά αδιαμόρφωτο και δύσκολο να χωνευτεί αλλά και να οριοθετηθεί και να επεξηγηθεί. Συνήθως δηλαδή, αν όχι πάντα, το μεγάλο κοινό (και όχι μόνο αυτό) δεν καταλαβαίνει την πρωτοπορία, αφού αυτή κουβαλά κάτι νέο που απειλεί τις συνήθειές του και τελικά καταλήγει το κοινό αυτό να την απεχθάνεται, να την θεωρεί επικίνδυνη ή στην καλλίτερη πιο λάιτ περίπτωση, ανούσια και ψεύτικη. Όπως προαναφέρθηκε οι πρωτοπορίες γενικά αναγνωρίζονται ευρύτερα αρκετά αργότερα, όταν πια δεν είναι ζωντανές, ως μέρος του ιστορικού συνεχούς. Δεν είναι πια όμως πρωτοπορίες. Για παράδειγμα αν θεωρήσουμε πρωτοποριακό ένα μεγάλο μέρος του έργου του Ιάννη Ξενάκη θα πρέπει να έχουμε στο νου μας ότι αυτό δεν μπορεί να εννοηθεί ως πρωτοπορία σήμερα. Είναι πια άλλο ένα σπουδαίο έργο μέσα στην ιστορία. Φαντάζομαι ότι και ο ίδιος ο Ξενάκης αν ζούσε σήμερα μπορεί και να γελούσε αν τον έλεγαν πρωτοπόρο.
Άλλο ένα λάθος, είναι να θεωρείται πρωτοποριακό οτιδήποτε μοιάζει περίεργο, ‘alien’, εξωτικό ή δυσνόητο. Μπορεί τα πρωτοποριακά έργα να έχουν συχνά και τέτοια χαρακτηριστικά αλλά δεν αρκούν αυτά για να είναι ένα έργο πρωτοποριακό. Ούτε απαραίτητα έχουν πάντα τέτοια χαρακτηριστικά. Πρωτοποριακό μπορεί εν δυνάμει, να είναι κάτι που φαινομενικά μοιάζει με κάτι άλλο που θεωρείται ξεπερασμένο. Όταν μια κατάσταση στην τέχνη έχει κορεσθεί και ακόμα θεωρείται από διάφορους avant garde (για την ιστορία μπορεί να είναι, δεν είναι όμως για το παρόν), τότε είναι πιθανό μια ακόμα παλαιότερη φόρμα που όμως έχει τώρα και άλλα χαρακτηριστικά από αυτά που είχε στο παρελθόν, να γίνει η σύγχρονη πρωτοπορία και κανείς να μην το πάρει χαμπάρι. Αν ας πούμε μιλήσουμε για τα εικαστικά, σε μια κατάσταση όπου για παράδειγμα η λεγόμενη εννοιολογική τέχνη, που υπήρξε πρωτοπορία, έχει εξαπλωθεί ως πρακτική στα πάντα, δεν μπορεί πια να θεωρείται πρωτοποριακή τέχνη και ίσως να χρειάζεται κάτι τελείως διαφορετικό για να γίνει το επόμενο βήμα. Αυτό το διαφορετικό μπορεί να είναι ακόμα και η παράδοση. Ακόμα και αυτή η έννοια της συνέχειας μέσα στο χρόνο, οι γνώσεις δηλαδή από το παρελθόν που τώρα πια στο σήμερα δεν μπορεί παρά να έχουν έναν κάπως διαφορετικό λόγο και στόχο. Δεν είναι πρωτοπορία να αποστρέφεσαι και να ξεχνάς το παρελθόν. Αν το κάνεις, το μόνο που παράγεις είναι ένας εγωτικός φαύλος κύκλος που καμιά σχέση δεν έχει με βήμα προς το μέλλον. Μπορεί να είναι πρωτοπορία να αντλείς και από το παρελθόν. Αλλιώς θα ζωγραφίσει κανείς έναν Αη-Γιώργη να σκοτώνει το δράκο το 1700 και αλλιώς σήμερα, ακόμα κι αν χρησιμοποιεί τα ίδια στοιχεία και συστατικά. Ουσιαστικά δηλαδή ακόμα και τα πιο περίεργα πράγματα, τα πιο ασυνήθιστα, αυτά που μπορούν να θεωρούνται ή και να είναι όντως πρωτοποριακά, στην τέχνη ή και όπου αλλού, δεν παύουν να έχουν έναν ισχυρό δεσμό με το παρελθόν, δεν παύουν να προέρχονται από κάπου ή κάτι. Τίποτα πραγματικά σημαντικό δεν προκύπτει ξαφνικά από το τίποτα. Ακόμα κι αν κάποιος μπορούσε να αποβάλει όλες του τις ιδέες, όλα τα πιστεύω και όλες τις εμπειρίες, ποτέ δεν θα είναι λευκό χαρτί. Κάτι θα ‘χει απομείνει στο υποσυνείδητο που έχει γραφτεί ανεξίτηλα και οδηγεί στην καινούρια πράξη. Η πρωτοπορία δηλαδή δεν μπορεί παρά να είναι η σύνδεση του αρχαίου φορτίου μας στο ασυνείδητο με την νέα εμπειρία.
Όποιος κάνει τέχνη με αληθινό εσωτερικό πάθος, με βαθιά θέληση, δεν μπορεί παρά να είναι και λίγο πρωτοπόρος. Και από αυτό το πάθος θα αναδύονται κάθε φορά, όλες οι πρωτοπορίες, όλοι οι νέοι δρόμοι.
(Το έργο στην κορυφή του κειμένου είναι της Αγγελικής Αντωνέα με τίτλο "Μουσείο της Ακρόπολης").



