Nick Cave & the Bad Seeds

The Early Years

Γεννημένος στις 22 Σεπτέμβρη του 1957, ο Αυστραλός Nick Cave αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους τραγουδοποιούς που γνώρισε η μουσική σκηνή από τη δεκαετία του 80 και μετά, σε μια εποχή δηλαδή που οι τραγουδοποιοί κάθε άλλο παρά της μόδας υπήρξαν. Ξεκίνησε από πολύ νωρίς παρέα με τους Boys Next Door κυκλοφορώντας έναν μάλλον αμήχανο punk δίσκο και ηχογραφώντας αρκετές διασκευές σε punk standards της εποχής, αλλά και το These Boots are made for walking (της Nancy Sinatra).

Πολύ νωρίς επίσης κατάφερε να μεγαλουργήσει. Μαζί με τους Mick Harvey, Rowland Howard, Phil Calvert και τον μεγάλο Tracy Pew βρέθηκε να τρομοκρατεί τον κόσμο με ένα σοκαριστικό μείγμα από blues punk και rockabilly εκρηκτικά υλικά στο γοτθικό no wave σχήμα των Birthday Party. Υστερικά τραγούδια, τρεις κορυφαίοι δίσκοι, περιπετειώδη live σε μια πραγματικά επικίνδυνη άποψη για το πώς πρέπει να είναι το rock 'n' roll. Οι Birthday Party έπρεπε να έχουν σύντομη ζωή και έτσι έγινε. H μπάντα διαλύεται το 1983, μετά την κυκλοφορία των τελευταίων EP στη 4ΑD και για τον Nick Cave θα ακολουθήσουν εξίσου σημαντικά πράγματα.

Στους Βad Seeds θα πάρει μαζί του τον Mick Harvey, τον Barry Adamson (από τους Magazine, το κορυφαίο post punk σχήμα του Howard Devotto) και τον Blixa Bargeld (από τους Γερμανούς πρωτοπόρους του βιομηχανικού ήχου Einsturzende Neubauten). Από το σχήμα των Bad Seeds θα παρελάσουν κατά καιρούς κορυφαίοι μουσικοί (Hugo Race, Conway Savage, Martyn P. Casey, Warren Ellis, Thomas Wydler κ.α.) κάνοντας πολλούς να μιλάνε για μία από τις καλύτερες μπάντες στην ιστορία της μουσικής. Και αυτό ελάχιστα απέχει από την αλήθεια. Οι Bad Seeds (και ειδικά ο σκληρός πυρήνας αυτών) βοήθησαν τα μέγιστα τον Nick Cave να αναπτύξει και να εξαπλώσει το μύθο του.

Στο πρώτο δίσκο του με τους Bad Seeds ο Cave παραμένει μια παρανοϊκή punk περσόνα (1984- 'From Her To Eternity'), αφήνει όμως να φανούν στοιχεία του... ποιητή που έρχεται για να καθήσει δίπλα στους θρόνους του Scott Walker, του Leonard Cohen και του Tom Waits. Τώρα όμως είναι ένας Iggy Pop που μπορεί και διαβάζει βιβλία, Βίβλο και αρχαίους Λατίνους συγγραφείς. Ένα χρόνο αργότερα το 'First Born Is Dead' είναι ένας ξερός και ωμός δίσκος, ο Cave παίζει τα blues με τρόπο άγριο, πρωτόγονο και όπως δεν θα το τολμήσει ξανά ποτέ. Βουτάει βαθιά στις ρίζες του για να απομακρυνθεί αναβαπτισμένος.

Κορυφαία του φάση θεωρούν πολλοί οπαδοί του την εποχή του 'Your funeral, my trial' LP, μια ματωμένη τραγωδία γεμάτη πάθος, μανία και περίεργους επισκέπτες. Ήδη είχε διασκευάσει μέχρι και το 'Something's gotten hold of my heart' στο all cover album του ('Kicking Against The Pricks'-1986). Σε μια περίοδο που τη ζωή του χαρακτηρίζουν ακόμη τα ναρκωτικά και η διάθεση του εαυτού του στο έλεος του κινδύνου και της φθοράς, ο Cave κυκλοφορεί το 'Tender Pray', κορυφώνοντας την ικανότητα του να γοητεύει τον ακροατή με παράδοξες ιστορίες στα όρια του κυνικού ρεαλισμού. Αγάπη, θάνατος, θρησκεία, φυγή... μερικά από τα αγαπημένα θέματα του Cave εξαντλούνται με υπέροχο τρόπο σε αυτό το δίσκο. Δισκογραφικά η δεκαετία θα κλείσει για τον Αυστραλό με το 'Good Son', με τον κομψότερο δυνατό τρόπο και με τον Cave να ντύνεται για πρώτη φορά συνειδητά και ολοκληρωτικά τον μανδύα του crooner ερμηνευτή, αλλά και να ντουτάρει μακάβρια με τον Blixa στο hit του δίσκου, 'The weeping song'.
Τα τελευταία χρόνια των 80ς οι δραστηριότητες του είχαν ήδη επεκταθεί τόσο στη λογοτεχνία, όσο και στον κινηματογράφο. Μπορεί το βιβλίο 'And The Ass Saw The Angel' (1989) να γίνει γνωστό πολύ αργότερα (όταν μελοποιηθεί από το δημιουργό του...), 'Ο βασιλιάς μελάνι' ('The King Ink'-1988) όμως είναι ένα mini best seller για τον Cave ήδη από το 1988. Ο Wim Wenders τον προσκαλεί στα δικά του 'Φτερά του πάθους' ('Wings Of Desire'-1987 με τον Cave να εμφανίζεται στα βάθη των πλάνων). Υπάρχει και το Αυστραλέζικο φιλμ 'Ghost of the civil dead', με πλήρες soundtrack από τον Cave και τη συμμετοχή των Blixa Bargeld και Mick Harvey.

Στα πρώτα χρόνια των 90ς οι Bad Seeds θα προσπαθήσουν να κάνουν το μεγάλο άλμα στην Αμερικάνικη αγορά, με περιοδείες, αλλά και συμμετοχές σε σημαντικά φεστιβάλ εκείνης της περιόδου, οι Αμερικάνοι όμως δε φαίνεται να συγκινούνται όσο πρέπει από τα μελοδράματά τους. Δισκογραφικά η δεκαετία ανοίγει με το 'Henry's Dream' του 1992, τον -από κάθε άποψη- πιο άρτιο δίσκο του Cave, αλλά και τους Bad Seeds να αποδεικνύουν πόσο μεγάλη μπάντα είναι, επιδιδόμενοι ουκ ολίγες φορές σε ενορχηστρωτικά και εκτελεστικά όργια μες στο δίσκο. Το 'Live Seeds' του 1993 αποτυπώνει -όχι με τον καλύτερο τρόπο- τη συναυλιακή εικόνα της μπάντας και ένα χρόνο αργότερα έρχεται το 'Let Love In' LP, συνθετική και στιχουργική κορύφωση για το δημιουργό του.

Οι φήμες για συνεργασία με την Αυστραλέζα pop starlet Kylie Minoque, το χαστούκι που της έδωσε στα γυρίσματα του video για το 'Where the wild roses grow', η φημολογούμενη σχέση τους και το κλίμα στο 'Murder Ballads' LP αρχίζουν να βάζουν σε ανήσυχες σκέψεις τους οπαδούς του. Τα επόμενα χρόνια ο Cave επιδίδεται σε σόλο ακουστικές εμφανίσεις (για ακροατήρια πολυτελείας), καταγραφή στη δική του γλώσσα των... Ευαγγελίων και οτιδήποτε μπορεί να εξοργίσει τους σκληροπυρηνικούς οπαδούς τους. Το 'Boatman's call' LP του 1997 είναι μάλλον ο πιο... φτωχός δίσκος της καριέρας του και τον βρίσκει σε μια μάλλον άσχημη περίοδο, πράγμα που αποτυπώνεται στους στίχους και στο λιτό σκοτεινό κλίμα των τραγουδιών, ίσως και στις ελάχιστες πρωτοβουλίες που άφησε ο Cave στους Bad Seeds.

Ο 21ος αιώνας ανοίγει για τον Nick Cave με το 'No more shall we part' LP, ενώ είχε ήδη προηγηθεί ο γάμος του, αλλά και η γέννηση των παιδιών του (ήδη έχει ένα γιο, από τις περιπέτειες του στη Βραζιλία).