Νικόλας Τριανταφυλλίδης 1966-2016

Ο Νίκος Τριανταφυλλίδης, σε μια χώρα που η σωτηρία μας (δηλαδή η κόλαση μας) από αυτούς που ακούνε τσιφτετέλια είναι αυτοί που ακούνε το Creep, θα αποτελεί μέχρι και το δικό μας τέλος, το ‘μέτρο’ για το rock-n-roll έλλειμμα, που ο καθένας μας έχει και που έχουμε μια χαρά μάθει να ζούμε με αυτό και να την βγάζουμε κουτσά- στραβά. Ο Νικόλας δεν την έβγαζε κουτσά-στραβά τη φάση, την έβγαζε όπως εκείνος ήθελε, έστω και με το λάθος ή ακόμη και με αυτοκαταστροφικό τρόπο, όπως θα πούνε πολλοί από όσους τον γνώριζαν καλύτερα από μένα.

Το παραπάνω το συνειδητοποίησα για πρώτη φορά με τρόπο, που σήμερα με κάνει ισόποσα να ντρέπομαι και να γελάω, όταν εξαιτίας μίας χαρακτηριστικής δικής του rock-n-roll συνήθειας (την οποία αργότερα κατάφερα επιτέλους να μιμούμαι) αισθάνθηκα ‘μίσος και αηδία’ για τον Νικόλα. Στην πορεία, και πριν ακόμη τον γνωρίσω και πάλι, κατανόησα επαρκώς το πόσο μαλάκας ήμουν για αυτή μου την βαθιά ηλίθια αντίδραση (όχι απέναντι στον ίδιο, σε τρίτο άτομο), και όσο και αν ακούγεται όψιμο και επιτηδευμένο, αυτό με βοήθησε να ‘αντιμετωπίσω’ αρκετά ‘θέματα’ που είχα στο εν λόγω ζήτημα, να πάω λίγο παρακάτω τη σκέψη και την ψυχολογία μου και γενικώς να γίνω λίγο ΄καλύτερος-χειρότερος’ άνθρωπος, κατά την τριανταφυλλιδική έννοια περί καλού και κακού. Αυτό είναι και το μόνο πράγμα που χρωστάω στον Νίκο Τριανταφυλλίδη, αλλά δεν είναι και λίγο.

Α και μερικά ροκ-εν-ρολ συγκροτήματα, αλλά συνέχεια μου έλεγε ότι τα συγκροτήματα δεν έχουν σημασία, μην ασχολείσαι και τόσο (ενώ ήξερε ότι θα κάνω το ακριβώς το αντίθετο-όπως άλλωστε έκανε και αυτός).

Το 1996 είχα σχεδόν «υποχρεώσει» πέντε συμμαθητές μου να πάμε να δούμε το Ράδιο Μόσχα και στην επιστροφή ανησυχούσα έντονα για το αν θα μου ξαναμιλήσουν.

Το Gagarin 205 το επισκέφτηκα για πρώτη φορά το 2003, «σκαστός» από τα  τότε τεκταινόμενα στη  ζωή μου, και αναθεωρώντας επ’ αυτών εμπράκτως, για να δω τον Morrissey, και αφού αγόρασα τα δύο εισιτήρια, συνειδητοποίησα ότι δεν υπάρχει ξενοδοχείο στη Λιοσίων, που να μπορεί να μας «φιλοξενήσει» για πάνω από δύο ώρες και κάπου ταράχτηκα.It was the beginning of a beautiful Frenzy.

Από το 2005 και μετά –οπότε και επί της ουσίας βρίσκομαι στην Αθήνα, μέχρι να βρεθώ και τυπικά το 2009- το επισκέπτομαι συνέχεια. Κάποιες φορές για τα live, κάποιες για το Φουαγιέ, με το οποίο έχει εμμονή ο Θεοδόσης, κάποιες άλλες γιατί απλά δεν υπάρχει καλύτερο μέρος στην Αθήνα για να πάει κανείς. Τον Νικόλα δεν τον συναντούσα σχεδόν ποτέ στα metal live.Δεν ερχότανε από άποψη και  από μια συζήτηση που είχαμε κάνει μου είχε πει ότι θεωρούσε το metal υπό-προϊόν του ροκ. «Αφού εσένα ρε μαλάκα σου αρέσουν τα υποπροϊόντα της τέχνης» του απάντησα, και ήταν η μόνη φορά που γέλασε και δεν μου είπε κάτι πιο έξυπνο, μάλλον για να μην με στεναχωρήσει, παρά γιατί δεν είχε κάτι να πει.

Κάπου μέσα σε αυτές τις ημερομηνίες, σε ένα party του Mic στο Residents στη Θεσσαλονίκη, δίναμε διάφορα δώρα σε όσους έρχονταν πρώτοι στο μαγαζί, και ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι πάνω από δέκα άτομα μου ‘διαμαρτυρήθηκαν’ επειδή  τους έτυχε το DVD από το ‘Μαύρο Γάλα’. Στο τέλος είχα πειστεί ότι ο μόνος δωροθέτης του πάρτι ήταν ο Νικόλας...

Ο Νίκος, στις μετρημένες φορές που βρεθήκαμε με ουσιαστικό τρόπο, είχε ψυχανεμιστεί το πόσο στα σοβαρά έπαιρνα την υπόθεση ‘μουσική- δίσκοι- συναυλίες’ και πόσο (όπως όλοι μας) προσπαθώ να χτίσω, αλλά και να κρύψω, την όποια προσωπικότητα μου και την έλλειψη της πίσω από αυτά, και κάθε φορά προσπαθούσε να μου τα απομυθοποιήσει κάπως, πάντοτε όμως με προσεχτικά βήματα, γιατί ήξερε πρώτος ο ίδιος ότι αν ρίξουμε όλους τους μύθους γύρω μας, το μόνο που θα μείνει είναι κάποιοι λογαριασμοί για να πληρώσουμε στο τέλος του μήνα.

Πριν 3-4 χρόνια μου είχε ζητήσει, μέσω της Μαρίνας, να πάω να τον συναντήσω στο Α.Τ. της Κυψέλης, όπου και κρατούνταν με αφορμή κάποιους λογαριασμούς προς την Α.Ε.Π.Ι. . Όχι ως δικηγόρος (η υπόθεση ήταν αλλού), αλλά ως φίλος και δικηγόρος,  με τον οποίο ήθελε να κουβεντιάσει σαν να μην τρέχει και τίποτε και σε αυτή την απομυθοποιημένη ροκ-εν-ρολ στιγμή της ζωής του.  Ήταν μόλις η δεύτερη μέρα του εκεί και ήταν αξύριστος για περίπου 2 μήνες. Λες και το είχε σκηνοθετήσει δηλαδή. Πήγα 2-3 φορές ακόμη και περάσαμε ωραία. Είχα την αίσθηση ότι και εκείνος περνούσε ωραία, μέχρι που στο τέλος βαρέθηκε και κουράστηκε. Περισσότερο από τους δικηγόρους, παρά από το κρατητήριο.

Το  περασμένο φθινόπωρο δεν θυμάμαι αν μου τηλεφώνησε πρώτα για να τον βοηθήσω σχετικά με τα νομικά θέματα του ντοκιμαντέρ για τα 90 χρόνια του ΠΑΟΚ ή για να μου πει ότι τελικά τα μπες-βγες στο νοσοκομείο σημαίνουν ‘καρκίνος’. Δεν έχει και τόση σημασία αυτό. Η έκφραση ‘καρκίνο βγάλαμε’ είναι το πρώτο πράγμα που μαθαίνεις όταν πατήσεις το πόδι σου στην Τούμπα. Αμέσως μετά τα ΣΤΕΚΙΑ, αυτό το ντοκιμαντέρ ήταν το τελευταίο του δημιούργημα, το οποίο και ταυτίστηκε με ένα από τα μεγαλύτερα πάθη του. Και δεν έχω παρά να σκεφτώ και πάλι κάποια ανοησία του στυλ «πόσο σκηνοθέτης είσαι ρε Νικόλα, που «συν-έδεσες» το τέλος σου με το ντοκιμαντέρ για τον ΠΑΟΚ». Που όσοι γνωρίζουν από ΠΑΟΚ και από Τριανταφυλλίδη, και έχουν μιλήσει έστω και για 10 λεπτά με τον τελευταίο για τον ΠΑΟΚ,  είναι ήδη βέβαιοι ότι θα πρόκειται για το καλύτερο ντοκιμαντέρ-αφιέρωμα σε ποδοσφαιρική ομάδα, που έχει γίνει ποτέ.

Ο Νικόλας – και αυτή ήταν η τελευταία συζήτηση που είχαμε για αυτόν με τον συνεργάτη του στην παραπάνω δουλειά, το βράδυ που πέθαινε, χωρίς να το γνωρίζουμε- είχε την εξής σπουδαία ικανότητα: έπαιρνε κάτι, από το πιο ευτελές έως το πιο σπουδαίο, και πάντοτε με ροπή προς το πρώτο, και στο παρουσίαζε με τέτοιο τρόπο, είτε με λόγια, είτε με τα γραπτά του (έγραφε με σπουδαία αποτελέσματα), είτε στην οθόνη, ώστε σε έπειθε ότι πρόκειται για το σημαντικότερο πράγμα στον κόσμο.

Και αυτό ακριβώς είναι ο ορισμός των πραγμάτων που μας απασχολούν. Δηλαδή  του ροκ-εν-ρολ, του ΠΑΟΚ, του γηπέδου, των Stooges και του Morrissey,των Atari Teenage Riot και του Γκουσγκούνη, του Σουγκλάκου και του Τσάκωνα, των Flaming Stars και των Gallon Drunk, της αισθηματικής αγωγής, του να πηδήξουμε και καμιά γκόμενα παρότι δεν είμαστε και οι πιο ωραίοι τύποι στην πιάτσα, της αριστεράς ως γενική ιδέα και πριν γίνουν όλα αυτά,  του πόσο κάθαρμα ή πόσο αισθηματίας επιλέγει να είναι κανείς στην καθημερινότητα του.

Ζητήματα που για ένα δευτερόλεπτο σηματοδοτούν το τέλος του κόσμου, ενώ το αμέσως επόμενο δευτερόλεπτο δεν μας απασχολούν καν. Ο Νικόλας όλο αυτό το πράγμα το είχε κατανοήσει και επεξεργαστεί σε τέτοιο βαθμό, που ήταν σαν να το είχε εφεύρει ο ίδιος. Το δούλευε στο μυαλό του, τον βασάνιζε και τον ικανοποιούσε, το χρησιμοποιούσε στις σχέσεις με τους γύρω του (ίσως και άκομψα, δεν έχει σημασία) και τελικά έχτισε τον δικό του κόσμο γύρω από αυτό. Ένας κόσμος στον οποίο θα ήθελα πολύ να έχω κάποια θέση, παρότι ξέρω εξαρχής ότι δεν έχω τις αντοχές και την ψυχοσύνθεση για κάτι τέτοιο.

Πόντιος, ΠΑΟΚτσής και τα τελευταία χρόνια χοντρός και με μούσια όπως και εγώ («έγινα ο σαπιοκοιλιάς που κοροϊδευα» έλεγε χαριτολογώντας προς τον εαυτό του). Ο Νίκος ήταν και είναι η ζωή που δεν έζησα τόσο εγώ, όσο και αρκετοί άλλοι εκεί έξω από όσους κάθε τόσο επιδιώκαμε –ακόμη και ασυνείδητα, αν και όχι υποσυνείδητα-  να έχουμε πάνω μας κάτι από την γνήσια ροκ-εν-ρολ αύρα ενός ανθρώπου που γεννήθηκε στο Σικάγο και μας γνώρισε τη Λιοσίων.

Το βράδυ της Δευτέρας κοιμήθηκα με ένα σχετικό άγχος γιατί την επόμενη μέρα θα έπρεπε να τελειώσω κάτι νομικό σε σχέση με το ντοκιμαντέρ του, που ήθελε αρκετή δουλειά και προσοχή, και για το οποίο μου είχε δοθεί χρόνος περίπου μιας ημέρας. Σκέφτηκα να του στείλω ένα «sms διαμαρτυρίας» του στυλ «Ρε Νικόλα, μην τα κάνουμε όλα last minute, δεν είναι συναυλία εδώ», αλλά ήξερα ότι έχει μπει στο νοσοκομείο (για μια ακόμη θεραπεία νομίζαμε) και το άφησα. Το πρωί με το που άνοιξα το κινητό βρήκα δύο αναπάντητες κλήσεις της Χρύσας, και το μήνυμα του Θεοδόση, που τον είχε ήδη βρει ξύπνιο. Μετά υπήρχαν μόνο δάκρυα από όλους μας.

‘No tears for the creatures of the night’, μας νουθετεί ένας από τους σπουδαιότερους ανθρώπους, που δεν θα είχαμε γνωρίσει χωρίς τον Νικόλα, αλλά - γαμώ το χριστό μου- από το πρωί σήμερα τα μάτια όλων μας είναι γεμάτα δάκρυα και αυτό πρέπει και θέλουμε να συνεχιστεί. Αισθηματίες είπαμε.

Νικόλα, τους Flaming Stars μου είχες πει θα φέρεις. Δεν κάνει έτσι ο κόσμος.