Ωδή στην Επιθυμία

Ο Ζορζ Πιλαλί, το Καραβάνι και ένα «αφορισμένο» από τον δημιουργό του αριστούργημα

Η «Επιθυμία» του Γιώργου Πιλάλα (ή και/ ή και όχι του Ζορζ Πιλαλί) είναι ένας δίσκος που κατά τα λεγόμενα του βασικού δημιουργού του δεν έχει κυκλοφορήσει ποτέ. Πιθανόν να έχει δίκιο. Αναζητώντας στο Discogs ανακαλύπτει κανείς μία πρώτη έκδοση σε βινύλιο από την Polydor το 1983, την οποία και μπορεί να αποκτήσει από δύο μόλις sellers δίνοντας είτε 80 € για μία NM/VG έκδοση, είτε 130 € για μία NM/NM. Την έκδοση σε CD μπορείτε να την βρείτε εύκολα με 6-7 €. Θα κάνετε τη δουλειά σας οπωσδήποτε με τον ένα ή τον άλλον τρόπο. Δεν θυμάμαι να έχω δει κάπου το βινύλιο δια ζώσης πάντως, ούτε στα αχρείαστα τακτικά παζάρια των τελευταίων ετών.

Ο Ζορζ Πιλαλί (ακολουθούμε αυτή την εκδοχή για το πιο εύηχο του κειμένου) σε όλες σχεδόν τις συνεντεύξεις του σπεύδει να ξεκαθαρίσει ότι η ‘Επιθυμία’ πέραν του ότι είναι μία παρωδία του σκυλάδικου (σοφόν το σαφές και αντίστροφα) είναι μία παρωδία που έχει γίνει χωρίς καμία διάθεση ...αγάπης και εκτίμησης προς αυτό και κυρίως χωρίς καμία τέτοια πρόθεση.

“Αγάπη; Όχι, δε θα το έλεγα, τι αγάπη μπορεί να έχεις σε αυτό το υβρίδιο και αυτή τη μουσική που είναι στην ουσία μία παρωδία από μόνη της, μιλάμε φυσικά για το λαϊκό το σκυλάδικο και ιδιαίτερα το τραγούδι πίστας. Είναι ουσιαστικά μία κακή απομίμηση του ρεμπέτικου, είναι ένα δημιούργημα των δισκογραφικών και των δημιουργών, συνθετών, τραγουδιστών κτλ, το οποίο απευθυνόταν τότε σε μία τάξη ανθρώπων, ανερχόμενη τότε. Απευθυνόταν δηλαδή στους χωριατόμαγκες της εποχής, ήταν περισσότερο συντεχνιακό παρά λαϊκό. Το λαϊκό σημαίνει ότι έχει αποδοχή από όλους, από το λαό. Λαϊκός ας πούμε ήταν ο Τσιτσάνης, ήταν ο Ζαμπέτας. Αυτό το πράγμα που ακούγαμε τότε από 'δω κι από 'κει, Διονυσίου κτλ, ήταν γελοίο. Εν τω μεταξύ δεν μπορούσε να του είχαμε αγάπη γιατί μαζί με τη συρρίκνωση που υφίστατο η κοινωνία από αυτό το πράγμα, είχαμε υποστεί συνέπειες κι εμείς. Ήμασταν τότε οι αποδιοπομπαίοι τράγοι.”
(απόσπασμα από την αναλυτική και εν γένει εξαιρετική τόσο σε ερωτήσεις, όσο και σε απαντήσεις συνέντευξη του Ζορζ Πιλαλί από τον Κώστα Σακκαλή για το Rocking.gr, την 28-5-2014)

Να πιστέψουμε λοιπόν στα λεγόμενα του Πιλαλί και να «απομυθοποιήσουμε» επιτέλους την 'Επιθυμία' και το περιεχόμενο της, όσοι τέλος πάντων διατηρούμε και συντηρούμε έναν μύθο περί αυτής;

Δεν έχουμε κανένα λόγο να μην κάνουμε τουλάχιστον το πρώτο εκ των δύο, για το δεύτερο βλέπουμε. Ο Πιλαλί είναι σαφές ότι λέει την αλήθεια. Ας έχουμε υπόψη μας όμως ότι εκτός από τους δημιουργούς που υπερ-εκτιμούν την αξία του έργου τους, υπάρχουν –περιέργως πώς– και αυτοί που την υποτιμούν, και προσωπικά πιστεύω πως αυτό ακριβώς κάνει εδώ ο Πιλαλί, έστω και υπό το πρίσμα της αληθινής γενεσιουργού αιτίας του, την οποία ουδόλως αμφισβητούμε και ούτε χρειάζεται άλλωστε κάτι τέτοιο για να επιμείνουμε στη σπουδαιότητα του Έργου του, όπως εμείς την αντιλαμβανόμαστε, έστω και εσφαλμένα ή απλώς διαστρεβλωμένα.

Ακόμη όμως και με αφετηρία μία εύλογη, αλλά πάντως κάπως ασαφώς οριοθετούμενη, απέχθεια προς το «σκυλάδικο» τραγούδι της εποχής, το οποίο αφορίζεται ως γελοίο υβρίδιο του λαϊκού και του ρεμπέτικου, ως ένα ευτελές τραγούδι πίστας, που αντανακλά την αντίστοιχη κοινωνική ηθική και διανοητική ισοπέδωση, από την οποία αποθεώνεται και την οποία αποθεώνει, η «Επιθυμία» δεν παύει, όχι έστω και για ένα τραγούδι, αλλά έστω και για μία στροφή του καθενός από τα έντεκα ισάξια τραγούδια της, να αποτελεί έναν αριστουργηματικό «σκυλάδικο» δίσκο.

Χωρίς εισαγωγικά, χωρίς παραμέτρους, χωρίς την υποβοήθηση του cult και του βαθμού αλλοίωσης ή υποβάθμισης της εκάστοτε περσόνας που υποδύεται και εξελίσσει ο Πιλαλί επί σκηνής, χωρίς ασφαλώς την ανάγκη υποστήριξης από ροκ δεκανίκια (μην τα ξαναλέμε αυτά) για να αναδείξει τις αρετές της.

Κυρίως όμως χωρίς έστω και για ένα δευτερόλεπτο να επιχειρεί να πετύχει τον ομολογημένο στόχο της παρωδίας προς το αντικείμενο της (που τελικά είναι η αληθινή της φύση) μέσα από σχήματα υπερβολής. Όσο και αν η θεματική του Πιλαλί σαρώνει κάθε ψευδεπίγραφο (βλέπε και παρακάτω που λέμε) κλισέ του εγχώριου ψυχοπονιάρικου τραγουδιού και κάπου πριν το τέλος του δίσκου, αφού έχει εξαντλήσει τα όρια της καψούρας, καταλήγει ως Τσακάλι, που ψάχνει τον πατέρα του στο ...Νταχάου να ουρλιάζει και να ουρλιά......αααααου κατακρημνίζοντας και αυτή ακόμη την τελευταία «αρετή» του σκυλάδικου, που δεν είναι άλλη από την αδυναμία των ερμηνευτών του να φερθούν έστω και για μία φορά συνετοί στις ερμηνείες τους.

Ο Πιλαλί και το Καραβάνι του, ο Μάκης Μηλάτος στην παραγωγή (όχι αυτός, ο άλλος), η Ελένη Ροδά στα πρωτευούσης σημασίας για το είδος δεύτερα γυναικεία φωνητικά (αλλά και ερμηνεύοντας το τραγούδι – σημαία του δίσκου, που όχι, δεν είναι η 'Μπετονιέρα') και η –αν μη τι άλλο– συσσωρευμένη εμπειρία όλων των παραπάνω (θετική, αρνητική, βασανιστική, ανυπόφορη, δεν έχει τελικά σημασία, λες και ο Ian Curtis διασκέδαζε όταν έγραφε το Closer δηλαδή...) στο «σκυλάδικο» και τις αντοχές του ως είδος (καθώς ενώ ο «εντάξει και καλά» υποψιασμένος ροκ ακροατής πιθανολογεί ότι το κάνουν, επί της ουσίας ουδέποτε το οδηγούν στα άκρα του ως μουσικό είδος, αλλού βρίσκονται αυτά) διαμορφώνουν έναν δίσκο που καταφέρνει να σταθεί πάνω και πέρα όχι τυχόν από τις προσδοκίες των δημιουργών του (αυτό άλλωστε είναι ίδιον όλων των σπουδαίων δίσκων), αλλά ακόμη και πέρα από τις προθέσεις τους.

Αν τυχόν πράγματι αυτοί οι άνθρωποι μπήκαν στο στούντιο έχοντας κατά νου να ηχογραφήσουν και να (μην) κυκλοφορήσουν έναν δίσκο που απλώς θα παρωδεί το «σκυλάδικο», το ότι κατάφεραν και έφτιαξαν έναν δίσκο που βάζει σε δεύτερες σκέψεις περί της αξίας του σκυλάδικου, όσους δεν είχαν ανάγκη από καμία παρωδία του για να το χλευάσουν, είναι ασφαλώς ένα επίτευγμα κάπως μεγαλύτερο από το να είχαν κυκλοφορήσει έναν ακόμη ελληνικό ροκ δίσκο που εκδικείται τις ρίζες καταγωγής του, όπως π.χ. οι Μουσικές Ταξιαρχίες (ουδόλως τυχαία ασφαλώς η παρουσία του Σπύρου Πάζιου και στα δύο σχήματα). Περιττό να πούμε ότι η παρωδία του Πιλαλί καμία σχέση δεν έχει με αντίστοιχες προσπάθειες παρωδίας του Χάρρυ Κλυνν για παράδειγμα, εδώ μέσα 'Λαϊστέρα' κλπ δεν υπάρχει (άλλο πράγμα τους συνδέει, όπως θα δούμε στο τέλος τέλος).

Ο Ζορζ Πιλαλί πέρα από Κροταλίας της Ασφάλτου, είναι ασφαλώς και ένας πολύ έξυπνος άνθρωπος. Αρκετά πιο έξυπνος από τους περισσότερους «αυθεντικούς» ροκάδες που κυκλοφορούν εκεί έξω εδώ και αρκετές δεκαετίες θεωρώντας ότι πέραν του ότι μπορούν (και καλά κάνουν), επιπλέον τους επιβάλλεται δήθεν να κάνουν παιχνίδι αγνοώντας επιδεικτικά την κατά τόπο αρμοδιότητα του πεδίου δράσης τους.

Ο Πιλαλί πιθανόν να αισθάνεται το «σκυλάδικο» και τα υποκείμενα/ αντικείμενα της χυδαίας δράσης του να καταδυναστεύει τις διαθέσεις και τις προθέσεις της έμπνευσης αυτού και των συντρόφων του, αλλά αντί να κάθεται είτε να μιζεριάζει για την μαλακισμένη την χώρα στην οποία τον έριξε ο κακός θεός, είτε να αναπτύσσει σαθρές θεωρίες εξωσυνοριακής έμπνευσης και δήθεν παγκοσμιοποιημένης διανόησης, αποφασίζει να το ρίξει στην πλάκα, να το πάρει δηλαδή το όλο πράγμα κάπου και ως πλάκα και ως αστείο.

Τώρα το πώς και γιατί καταλήγει από την πλάκα στο αριστούργημα και πέραν τούτου με τι βαθμό συνειδητότητας γίνεται αυτό, δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Τα εγκλήματα τιμωρούνται και τα αριστουργήματα αναδεικνύονται εκ του αποτελέσματος και μόνον. Δίκη προθέσεων σε κάθε περίπτωση κάνουν όσοι δεν έχουν την αίσθηση όχι μόνον του δικαίου, αλλά και του τυχαίου. Δικαιοσύνη και τύχη άλλωστε να έχει κανείς στη ζωή του και όλα τα άλλα έρχονται.

Παραφράζοντας τον Πιλαλί από κάπου αλλού, θα μπορούσαμε πράγματι να αναρωτηθούμε πως είναι δυνατόν κάθε αντίστοιχη προσπάθεια (και είναι πολλές) να είναι είκοσι χρόνια τουλάχιστον πίσω από την «Επιθυμία», χωρίς η ίδια η «Επιθυμία» να είναι είκοσι χρόνια μπροστά από κάθε αντίστοιχη προσπάθεια.

Αν έπρεπε κάπου σώνει και καλά να δώσω το χρίσμα, θα το έκανα ίσως στον εκ Θεσσαλονίκης ερχόμενο (και εκεί παραμένοντα) Μπάμπη Μπατμανίδη, ο οποίος ωσαύτως με τον μανδύα της παρωδίας παραδίδει τελικά ατόφια και όχι προσβλητικά προς το είδος λαϊκά - σκυλάδικα τραγούδια, παρότι βέβαια και από την κατάρα του εφήμερου υποφέρουν αυτά, και ο ίδιος σε καμία περίπτωση δεν φέρει την στόφα ενός Πιλαλί (ούτε που το ισχυρίζεται ή το επιδιώκει βέβαια κάτι τέτοιο, μην παρεξηγηθώ). Ακόμη όμως και η ενεργή και παθιασμένη ενασχόληση του Μπατμανίδη με το αθλητικό ραδιόφωνο, υπαγορεύει το αυθεντικό, αλλά και το διπολικό τελικά, της και εκεί περσόνας, έστω και υπό εντελώς διαφορετικό πρίσμα από τις λόγιες αναζητήσεις - αφηγήσεις του Πιλαλί, που αντιθετικά βεβαιώνουν την σκυλάδικη αυταξία του πρωτεύοντος αυτού έργου της δισκογραφίας και της παρουσίας του εν γένει.

Κάτι ακόμη που χρήζει κρίσιμης σημασίας στον τρόπο με τον οποίο ο Πιλαλί διαχειρίζεται το υλικό, που θεωρητικά έρχεται να εκδικηθεί, είναι ότι επί της ουσίας ούτε αναπαράγει, ούτε κάνει κάποια εύκολη υπερ-χρήση των «κλισέ του σκυλάδικου», είτε πρόκειται για μουσικές φράσεις, είτε για λεκτικές φράσεις-λέξεις κλειδιά, είτε ακόμη για χαρακτήρες και φιγούρες.

Ο Πιλαλί ως ευφυής, αλλά και ως εμπνευσμένος στο μέγιστο βαθμό που είναι, μεθοδεύει και κατασκευάζει εξαρχής και από ένα απροσδιόριστο πουθενά νέα και απολύτως δικά του «σκυλάδικα κλισέ», τα οποία είναι τόσο καλοφτιαγμένα και τόσο ισχυρά, που ήδη από την πρώτη ακρόαση, έχεις όχι την αίσθηση, αλλά την βεβαιότητα ότι ήταν πάντοτε εκεί. Κανένας αυθαντικός «σκυλάς» δεν έχει πει ποτέ επάνω στη σκηνή (κατά το πιθανότερο) «λα τα μινόρια, θα απαγγείλω», αλλά από τη στιγμή που το είπε ο Πιλαλί η φράση έχει χαραχτεί ως πράγματι εμβληματική για το είδους, έστω και αν ακούστηκε το πρώτον από έναν «υποκριτή» του είδους. Ομοίως για κάθε επόμενο κλισέ που θα ακούσει και θα νομίσει ότι αναγνωρίζει κανείς και στα έντεκα τραγούδια της 'Επιθυμίας'. Έρχονται όλα από τον Πιλαλί, ανήκουν όμως στο «σκυλάδικο» περισσότερο από οτιδήποτε θα μπορούσε να είχε αντιγράψει από τους αυθεντικούς υπηρέτες του.

Στο παραπάνω πλαίσιο δεν προξενεί μεγάλη εντύπωση αυτό που παρακάτω στην ίδια συνέντευξη αναφέρει και ο ίδιος ο Πιλαλί, ότι δηλαδή η «Επιθυμία» από την πρώτη στιγμή της (μη) κυκλοφορίας της –αλλά και μέχρι σήμερα θα προσθέσω εγώ– μπερδεύει και δημιουργεί σύγχυση στους ακροατές της. Ο ίδιος βέβαια αισθάνεται μάλλον απογοητευμένος από το γεγονός αυτό, αναφέροντας χαρακτηριστικά «χαμηλό το επίπεδο», καθώς πιθανόν αισθάνεται ότι ο στόχος της παρωδίας αποτυγχάνει και η χυδαιότητα του σκυλάδικου θριαμβεύει ακόμη και με αυτό τον τρόπο, αλλά θεωρώ ότι και πάλι αδικεί τον εαυτό του, ή έστω υποτιμά την αξία του έργου του, η οποία και υπό αυτό το πρίσμα υπερβαίνει τις προθέσεις δημιουργίας του.

Αναφερόμενος κάπου στο όλο σκηνικό που έστησε με αυτά τα τραγούδια, αλλά και τις επί σκηνής «μεταμφιέσεις» του ίδιου και των υπόλοιπων μελών του γκρουπ, ως το πρώτο πραγματικά «ελληνικό, ελληνικότατο punk» εγχείρημα, ο Πιλαλί θεωρώ ότι πιάνει μία άκρη του όποιου νήματος, παρότι όχι την μοναδική και σίγουρα όχι αυτή που βγάζει στη μόνη σίγουρη έξοδο.

Σήμερα έχουμε κατασταλάξει στο ότι το punk περισσότερο επιχείρησε (και κατάφερε) να διασώσει το «ορθόδοξο ροκ-εν-ρολ», το οποίο υποτίθεται ότι αποστρεφόμενο για την τότε κατάντια του ήρθε να καταστρέψει κατά τον πραγματικό χρόνο της γένεσης του (όποτε και όπου να έλαβε χώρα αυτή), παρά διαμέλισε το σώμα του με τον τρόπο που υπαινίσσονταν η ατίθαση όψη του.

Με μία υπερβατική και μάλλον εσφαλμένη τελικά αντιστοίχιση, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι ο Πιλαλί στην προσπάθεια του να καταλύσει, και ενδεχόμενα να εκθέσει, την φόρμα του «σκυλάδικου», καταλήγει να κυκλοφορήσει ίσως τον καλύτερο σκυλάδικο δίσκο που έγινε ποτέ, χωρίς να έχει σημασία αν είναι εντός ή εκτός κυκλώματος, αν τα τραγούδια αυτά ποτέ δεν ακούστηκαν (ή μήπως όχι;) στα σκυλάδικα, αν δεν εξυπηρέτησαν τα πάθη και τα κλισέ στα οποία πάντως αναφέρονται με τον σεβασμό που υποδεικνύει η εμπειρία, και όχι με σαφείς προθέσεις προσβολής.

Αυτά περί της «Επιθυμίας». Θα μπορούσα να συνεχίσω με τουλάχιστον 100-150 λέξεις για κάθε ένα από τα έντεκα τραγούδια του δίσκου, αλλά μια τέτοια ανάλυση είναι απολύτως βέβαιο ότι υποσκάπτει τόσο τις δεδηλωμένες προθέσεις του Πιλαλί για την δημιουργία του, όσο και τις αφηρημένες δικές μου διαπιστώσεις για την τελική λειτουργία του. Και δεν θα τις διάβαζε και κανείς εδώ που τα λέμε.

 

O Ζορζ Πιλαλί εμφανίζεται για πρώτη φορά στο Gagarin 205, με την παράσταση υπό τον γενικό τίτλο «Οχλοδοξία». Υπάρχει ίσως μια υπόγεια σχέση του Πιλαλί με τον χώρο που εμπνεύστηκε και δημιούργησε ο Νίκος Τριανταφυλλίδης, και αυτή έχει να κάνει με τον χαρακτήρα του «Βασίλη» (και κλάμα η κυρία κ.λ.π.), για τον οποίο ο Πιλαλί έχει πει ότι ο Χάρρυ Κλυνν, ξεσήκωσε από αυτόν, παίρνοντας ένα κείμενο που ο ίδιος είχε γράψει. Απόντες και παρόντες από τη ζωή υπαγορεύουν ότι όλα αυτά δεν έχουν κρίσιμη σημασία πλέον. Σημασία έχει ότι μετά από περιπτώσεις όπως του Διονύση Σαββόπουλου, του Πανούση, των Χειμερινών Κολυμβητών κ.λ.π. έχουμε την ευκαιρία να διαπιστώσουμε το πως ο ασύλληπτα αγαπημένος μας συναυλιακός χώρος επιδρά σε όσους θεωρητικά και πρακτικά ζουν και δημιουργούν εκτός αυτού. Πολλώ δε μάλλον για τον Πιλαλί, ο οποίος επί της ουσίας είναι ατόφια τύπος Gagarin 205, υπό οποιοδήποτε πρίσμα και αν τον αντιμετωπίσει κανείς. Αυτονόητο το ότι θα είμαστε εκεί.