Ένα οδοιπορικό στην πρώιμη punk rock σκηνή του Καναδά
Από ακτή σε ακτή και από δίσκο σε δίσκο ο Μίλτος Τσίπτσιος ιχνηλατεί μια ακόμη μεταφύτευση του πανκ σπόρου.
Η αλήθεια είναι πως το punk rock άργησε να ωριμάσει στον Καναδά. Σε μια χώρα τεράστια, με μεγάλες αποστάσεις μεταξύ των πόλεων, με περιοχές σε απομόνωση, διαφορετική κουλτούρα και με μια κάπως συντηρητική προσέγγιση των πραγμάτων, οι Καναδοί ζούσαν σε έναν πολιτιστικό εφησυχασμό που είχε ως συνέπεια η επαναστατικότητα στη μουσική τους ζωή να τερματίζεται σε συγκροτήματα όπως οι Rush και οι Guess Who, τη στιγμή που στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού γίνονταν κοσμογονία με τους Sex Pistols τους Clash και τους Damned, ενώ στο υπογάστριο τους είχαν να διαλέξουν από τη μια μεριά τους Ramones και τους Television και από την άλλη τους Black Flag και τους Dead Kennedys.
Όταν τελικά η έκρηξη του punk άρχισε να απλώνεται αργά αλλά σταθερά και πέρα από τα βόρεια σύνορα των Η.Π.Α., οι πρώτοι punk rockers του Καναδά είχαν να διαχειριστούν και το μεγάλο πρόβλημα των αποστάσεων. Η δυσκολία στην επικοινωνία μεταξύ των πρώτων γκρουπ στο να δημιουργήσουν μια συμπαγή μουσική σκηνή, είχε ως αποτέλεσμα κάθε περιοχή να έχει τις δικές της ιδιαιτερότητές και οι επιρροές της να προέρχονται από το πόσο μια πόλη ήταν εγγύτερα σε κάποια αμερικανική, από την οποία θα αντλούσε και τους βασικούς τις επηρεασμούς. Αυτό, από τη μία ωφέλησε στο να εδραιωθεί σε μεγάλο βαθμό μια επαρκή αλλά ουσιαστικά αποκλειστική ανά πόλη D.I.Y. κατάσταση, από την άλλη όμως τα συγκροτήματα που απάρτιζαν το λεγόμενο punk rock του Καναδά, δεν μπόρεσαν πλην ελαχίστων εξαιρέσεων να βγουν από τα σύνορα, να προοδεύσουν εμπορικά και διεκδικήσουν το όποιο μερίδιο επιτυχίας τους αναλογούσε.
Παρακάτω ακολουθεί μια συνοπτική αναφορά- παρουσίαση μέσα από ένα φανταστικό οδοιπορικό των πρώτων punk συγκροτημάτων με βάση την γεωγραφική τους κατανομή.
Ας σημειωθεί πως σε αυτό το οδοιπορικό δεν θα συναντήσουμε τους D.O.A. καθώς το μεγαλείο και η πλούσια ιστορία τους μας επιβάλλει μια πιο αναλυτική αναφορά.
Το ξεκίνημα μας θα γίνει από το Edmonton μια πόλη μακριά απ' όλους κι απ' όλα, μια πόλη με ατέλειωτους χειμώνες και μια στάλα άνοιξη, μια πόλη με κατοίκους σε συνθήκες σχεδόν απομόνωσης που μέσα από αντίξοες συνθήκες κατάφερε και δημιούργησε μια μικρή μεν, εκρηκτική δε punk rock σκηνή με θέλοντας και μη D.I.Y σχεδιασμό και φτωχικά μέσα.
Η σκηνή αυτής της πόλης οφείλει πολλά στους Blank Generation. Ήταν αυτοί που ουσιαστικά έστησαν από το μηδέν μια punk rock κοινότητα, διοργανώνοντας μάλιστα το 1979 και το πρώτο punk φεστιβάλ με συγκροτήματα της πόλης που έγινε θεσμός και που όσο περνούσαν τα χρόνια έφερνε όλο και μεγαλύτερα ονόματα της διεθνούς punk rock σκηνής. Οι ίδιοι, στη βραχύβια ύπαρξη τους είχαν την τύχη να παίξουν με αρκετά μεγάλα ονόματα του αμερικανικού punk, ενώ το 1981 ηχογράφησαν ένα δωδεκάιντσο με εφτά τραγούδια με τίτλο The Last Generation, με ήχο που ξεκάθαρα παραπέμπει στα πρώτα αγγλικά punk συγκροτήματα, με οργή που ξεχειλίζει, τραχύ ήχο και πολιτικοποιημένους στίχους. Παρόλο που είχαν τα φόντα για μια ακόμη πιο αξιοπρεπή συνέχεια, μόλις ένα χρόνο μετά διαλύθηκαν χωρίς ποτέ να εκπληρώσουν τις φιλοδοξίες τους.
Αυτοί που τις εκπλήρωσαν και μάλιστα με το παραπάνω ήταν οι SNFU που σίγουρα αποτελούν το μεγαλύτερο κεφάλαιο της πόλης. Από τους πρωτοπόρους του γρήγορου και επιθετικού hardcore, οι SNFU δίκαια χαρακτηρίζονται ως ένα από τα σημαντικότερα και πιο επιδραστικά συγκροτήματα όχι μόνο του καναδικού punk, αλλά και όλης της αμερικανικής ηπείρου. Ξεκίνησαν το 1981 με επιρροές από το skate punk και hardcore της Δυτικής Ακτής, συνδυάζοντας εκπληκτικά την ενέργεια, την ένταση και την ταχύτητα των πρώιμων Circle Jerks, με τη μελωδικότητα των Descendents και την πολιτική οργή των αρχικών Blac Flag. Οι τρεις πρώτοι δίσκοι τους στέκουν ψηλά στη βαθμολογία του καναδικού punk rock με το πρώτο τους το …And No One Else Wanted To Play του 1985 να συγκαταλέγεται στα καλύτερα hardcore άλμπουμ όλων των εποχών. Η συνέχεια το ίδιο εκκωφαντική, με ακόμη δύο άλμπουμ το ίδιο σημαντικά, τα If You Swear, You’ll Catch No Fish της επόμενης χρονιάς και Better Than A Stick In The Eye του 1988. Ακόμη και όταν αργότερα μετακόμισαν στην πιο “μεγάλη” Epitaph για να απομυζήσουν κάτι από την επιτυχία των Green Day ή των Offspring, συνέχισαν με ταπεινότητα και αξιοπρέπεια να παρουσιάζουν σταθερά όμορφα άλμπουμ, μέχρι που όμως η αυτοκαταστροφική περσόνα του τραγουδιστή τους, να τους οδηγήσει στην απότομη πτώση και τον αφανισμό.
Την τριάδα των συγκροτημάτων αυτής της πόλης-πύλη προς τον βορρά, συμπληρώνουν οι Nerve που στην βραχύβια ύπαρξη τους μπόρεσαν και έπαιξαν μερικά live, ηχογράφησαν κάποια demo, και έβγαλαν το σινγκλάκι Penchant/Preludes του 1978, με ήχο που μας παραπέμπει στα πρώτα αγγλικά punk συγκροτήματα κάπου ανάμεσα στους Chelsea και τους Vibrators. Και αυτοί διαλύθηκαν το ίδιο σιωπηλά όσο σιωπηλή ήταν και η ύπαρξη τους, ενώ ολόκληρο το δισκογραφικό τους αποτύπωμα εμφανίστηκε δεκάδες χρόνια αργότερα μέσα από το Mini LP ονόματι Self Autopsy.
Με τους SNFU να μας συντροφεύουν, ξεκινάμε για ένα μακρινό και αντίξοο ταξίδι εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά, για να κάνουμε την πρώτη μας (μεγάλη) στάση στο υπέροχο από κάθε άποψη Vancouver. Βρίσκεται πολύ πιο νότια και δυτικά από το Edmonton και αρκετά κοντά στα αμερικανικά σύνορα. Εκεί λοιπόν άρχισε να δημιουργείται η μεγαλύτερη και πιο ξακουστή punk και hardcore σκηνή όλου του Καναδά, με γκρουπ που άφησαν το στίγμα τους παγκοσμίως και οι δίσκοι τους αναφέρονται ως και σήμερα ως δίσκοι αναφοράς του είδους.
Παραλείποντας τους D.O.A. που από μόνοι τους είναι ένα ξεχωριστό μεγάλο κεφάλαιο στην punk rock κοινότητα, ξεκινάμε το οδοιπορικό μας σ' αυτή την πόλη με τους αδελφικούς των D.O.A. τους μοναδικούς Subhumans. Και τα δύο αυτά εκπληκτικά από κάθε άποψη συγκροτήματα προέκυψαν από τις στάχτες των Skulls, και αν οι τελευταίοι δεν πρόλαβαν να αφήσουν κάποιο δισκογραφικό αποτύπωμα, οι Subhumans στην μόλις πενταετή τους μουσική παρουσία κατάφεραν να ξεχωρίσουν για το εκρηκτικό punk rock τους, διανθισμένο με εξαιρετικά rock’n’roll στοιχεία και βαθιά πολιτικοποιημένο στίχο, που τον πλήρωσαν πολύ άσχημα όταν αυτός έγινε πράξη, με διώξεις και φυλακίσεις. Ξεκίνησαν το 1978 και μέχρι την διάλυσή τους κατάφεραν και μας προσέφεραν δύο δίσκους ορόσημα για την παγκόσμια punk rock κοινωνία τα Incorrect Thoughts του 1980, και No Wishes No Prayers τρία χρόνια μετά.
Μέλη της μεγάλης αδελφικής κοινότητας των D.O.A.- Subhumans, ήταν και οι NoMeansNo που συμπληρώνουν την θεϊκή τριάδα της πόλης. Σαν ντουέτο στην αρχή τα δύο αδέλφια των NoMeansNo κυκλοφορούντο LP Mama του1982 αρκετά μακριά από τις punk νόρμες, με ήχο που προσανατολίζεται περισσότερο σε ένα free prog-jazz rock ύφος, χωρίς να του λείπει όμως η ένταση και οι στιχουργικές ανησυχίες. Και από εκεί που όλα είναι ήσυχα και σιωπηρά, βγάζουν το Sex Mad του 1986, έναν δίσκο γροθιά στο στομάχι του ανυποψίαστου ακροατή, μία ηχητική παραζάλη, βγαλμένο μέσα από την πιο σκοτεινή πλευρά των Big Back, την πιο παρανοϊκή πλευρά των No Trend, σαν Flipper που μόλις ξύπνησαν από ύπνωση. Και όταν πλέον σίγουροι για τον εαυτό τους υπογράφουν στην Alternative Tentacles, μέχρι να κλείσει η δεκαετία, μας προσέφεραν άλλα δύο μοναδικά άλμπουμ αρχικά το Small Parts Isolated And Destroyed του 1988 και ένα χρόνο μετά το Wrong, με το τελευταίο να μνημονεύεται μέχρι και σήμερα σαν ένα από τα καλύτερα άλμπουμ της γενιάς του, ένα άλμπουμ υπερδιέγερσης και μουσικής παραζάλης, εκεί που μέσα από τα αυλάκια του ξεδιπλώνουν όλες τις punk ανησυχίες τους, χωρίς και πάλι να εγκλωβίζονται στα punk στεγανά, με μια ελκυστική πολυπλοκότητα που ακόμη και μέσα σε ένα μεμονωμένο τραγούδι μπορεί να περικλείονται στοιχεία prog, jazz, hard rock και punk. Το Wrong αποτελεί και την κορύφωση του δισκογραφικού έργου τους, ένα έργο που συνεχίστηκε για πάρα πολλά χρόνια με δίσκους που ποτέ δεν απογοήτευσαν.
Από το Βανκούβερ και οι Pointed Sticks που έδρασαν την τριετία ‘78-‘81 βγάζοντας τρία σινγκλάκια και ένα άλμπουμ με καθαρούς επηρεασμούς από τα πρώτα punk και power pop βρετανικά συγκροτήματα, με ήχο που θυμίζει κάτι ανάμεσα στη γλύκα και τη μελωδικότητα των Squeeze και των XTC, αλλά με την περίσσεια ενέργεια των Stiff Little Fingers και το νεανικό ενθουσιασμό των Boys.
Τέλος ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει και στις Dishrags το πρώτο γυναικείο punk rock συγκρότημα της πόλης, που αν και κανονικά μας έρχονται από τη γειτονική Victoria, θεωρούνται γκρουπ του Vancouver μιας και η έλλειψη punk μουσικής κοινότητας της γενέτειράς τους, τις τρέπει σε φυγή και τις οδηγεί στη λύση του κοντινότερου μητροπολιτικού κέντρου, όπου εκεί βρίσκουν καταφύγιο και όλα αυτά πριν καν κλείσουν τα δεκαοχτώ τους. Τρίο εμπνευσμένο από τις πιο λιτές και πιο μελωδικές συγχορδίες των Ramones, των Adverts και των Damned, με τα δύο τους σινγκλάκια Past Is Past του 1979 και Death In The Family του 1980, να είναι τα μοναδικά δισκογραφικά τους αποτυπώματα, πριν διαλυθούν το ίδιο σιωπηλά όπως εμφανίστηκαν.
Φεύγουμε με τις καλύτερες εντυπώσεις από την πόλη του Βανκούβερ και μετά από ταξίδι χιλιάδων χιλιομέτρων προς ανατολάς,πέφτουμε πάνω στην πόλη Hamilton. Σε αυτό το λιμάνι της επαρχίας του Ontario βρίσκουμε και τους βασικότερους εκπροσώπους του χώρου τους Teenage Head με πλούσια δισκογραφική παρουσία και μεγάλη δημοφιλία, που εξαργυρώνονταν κυρίως στην ευρύτερη περιοχή του Τορόντο. Και αν στον πρώτο ομώνυμο τους δίσκο του 1979 οι συγκρίσεις με τους Ramones είναι αναπόφευκτες, όσο προχωρούν δισκογραφικά, περνούν από πολλά ηχητικά στάδια που άλλες φορές παρέπεμπαν στον ήχο μιας πιο εξευγενισμένη εκδοχής του pop punk των Buzzcocks, (με το Frantic City του 1980), ενώ άλλες φορές τους βλέπουμε να παλαντζάρουν στη γέφυρα που ενώνει την power pop με το πρωτόγονο punk (με το Some Kinda Fun του 1982). Για αυτούς που αρέσκονται στον ήχο των αγγλικών συγκροτημάτων όπως ας πούμε 999 ή Sham 69, και θέλουν και μια γερή δόση από το rock’n’roll και το rockabilly του 1950, οι Teenage Head σίγουρα θα τους ικανοποιήσουν.
Συντοπίτες τους οι Forgotten Rebels, οι ας το πούμε δεύτερη μεγάλη μπάντα της πόλης, με έντονα μελωδικά στοιχεία, με πιο απλοϊκές συνθέσεις, περίσσιο χιούμορ και νεανική ανεμελιά. Στο υπέροχο ντεμπούτο τους In Love With The System του 1980, οι επηρεασμοί τους από τον ερασιτεχνισμό των αγγλικών συγκροτημάτων της πρώτης γενιάς του punk όπως οι Eater ή οι Lurkers είναι έντονοι και ξεκάθαροι, ενώ αργότερα με το περισσότερο σοβαρό This Ain’t Hollywood, δημιουργούν ένα ηχόχρωμα που έχει πάρει στοιχεία από Ramones και Buzzcocks. Οι Forgotten Rebels δεν σταμάτησαν ποτέ να δισκογραφούν και να περιοδεύουν, χωρίς όμως ποτέ να μπορέσουν να ξεφύγουν από τον χαρακτηρισμό μιας ακόμη cult μπάντας.
Αφήνουμε και την cult μουσική σκηνή της πόλης του Χάμιλτον καθώς μας περιμένουν καμμιά εικοσαριά ακόμη ώρες οδήγηση ανατολικότερα, για να βρούμε τον επόμενο σταθμό μας την πόλη Winnipeg. Εκεί που αρκετά χρόνια πριν οι Propagandhi πάρουν στις πλάτες τους το βάρος του διασημότερου hardcore συγκροτήματος της πόλης, υπήρχαν κάποιοι που έβαζαν τις βάσεις για γίνει αυτό. Ήταν οι εκπληκτικοί Personality Crisis που ήρθαν φουριόζοι και πριν καν το καταλάβουμε μας συστήθηκαν με το άλμπουμ Creatures For Awhile του 1983, ένα άλμπουμ υψηλής ταχύτητας, γεμάτο ένταση και ενέργεια που ξεχειλίζει, με hardcore υψηλών προδιαγραφών. Αυτή είναι και μοναδική τους κυκλοφορία, κρίμα γιατί είναι από τα συγκροτήματα που δεν εξέλαβαν την αναγνώριση που τους άρμοζε. Ευτυχώς η αγγλική Overground τους ξαναθυμήθηκε, επανακυκλοφόρησε το άλμπουμ και έδωσε τη δυνατότητα σε πολύ κόσμο να γνωρίσει ένα ακόμη καλά κρυμμένο μυστικό.
Στο Winnipeg θα συναντήσουμε το δεύτερο γυναικείο συγκρότημα τις Ruggedy Annes, μία ακόμη θηλυκή απάντηση στο ανδροκρατούμενο punk του Καναδά. Δυστυχώς για τα κορίτσια, οι πολλές αντιξοότητες που συνάντησαν ειδικά στις ζωντανές τους εμφανίσεις, δεν τις επέτρεψαν να κάνουν την καριέρα που ονειρεύονταν, κυκλοφορώντας μόλις ένα (ενδιαφέρον η αλήθεια είναι) EP το Jagged Thoughts του 1985 με έξι τραγούδια συμπυκνωμένου ρυθμικού punk σαν αυτό των Avengers ή των Action Pact, πασπαλισμένο με έντονα dark και goth στοιχεία δανεισμένα από συγκροτήματα όπως οι Blood And Roses ή ακόμη και οι Xmal Deutschland.
Ταξιδεύουμε ακόμη πιο ανατολικά, ακόμη 25 ώρες στο τιμόνι, χαζεύοντας την εκπληκτική καναδέζικη φύση και να που φτάνουμε στο μητροπολιτικό Toronto. Μικρή για το μέγεθος της πόλης η σκηνή του, στην οποία ξεχωρίζουν οι Viletones με δύο σινγκλάκια τα Screaming Fist του 1977 και Look Back In Anger ένα χρόνο αργότερα, με φανερές επιρροές από Sex Pistols και κυρίως Clash. Έβγαλαν και ένα LP το 1983 το Saturday Night Sunday Morning με αλλαγμένο, κάπως πιο αμερικανοποιημένο ήχο, πιο αλήτικο και βρώμικο, κάτι ανάμεσα σε Dead Boys και Dictators, που όμως ούτε αυτό τους οδήγησε στην επιτυχία.
Ακόμη πιο παλιοί από τους Viletones, ήταν οι Diodes, ένα από τα αρχαιότερα punk συγκροτήματα όχι μόνο του Toronto, αλλά και όλου του Καναδά, που είχαν ενεργή συμμετοχή στο στήσιμο της τοπικής σκηνής. Το 1977 κυκλοφορούν τον πρώτο ομώνυμο δίσκο εκεί όπου ακούγονται ως μια ανάλαφρη εκδοχή των Ramones, και μέχρι το 1982 ξεπετάνε άλλα τρία άλμπουμ το Released, το 1979, το Action Re-Action το 1980 και το Survivors το 1982 με τον ήχο τους να ολισθαίνει με κάθε νέα κυκλοφορία σε πιο post punk ή new wave μονοπάτια.
Αδελφικοί των Diodes οι “B” Girls το μοναδικό γυναικείο συγκρότημα της πόλης, που έβγαλε το σινγκλάκι Fun At The Beach το 1977, προσπάθησε αποτυχημένα να κλέψει λίγη από τη δόξα των Bangles, ή έστω των Go-Go’s, έκανε όμως το όνειρο του πράξη, παίζοντας support στα μεγαλύτερα συγκροτήματα της εποχής, από Stranglers και Sham 69, μέχρι Cramps και Dead Boys. Μάλιστα λίγο πριν εξαφανιστούν έφτασαν στο peak της δόξας τους κάνοντας κάποια φωνητικά στο άλμπουμ Autoamerican των Blondie.
Λίγα χιλιόμετρα δυτικά του Τορόντο και πολύ κοντά στα σύνορα με τις Η.Π.Α. βρίσκουμε την πόλη London. Εκεί είναι το μέρος που έδρασαν οι Demics, ένα σχεδόν αρτίστικο punk συγκρότημα με έντονα μελωδικά στοιχεία, μια επιμειξία ήχου που ξεκινάει από την power-pop των Boomtown Rats, περνάει στην σκληράδα των αρχικών Saints, ώσπου καταλήγει στην πιο punk αισθητική των Clash. Έβγαλαν ένα EP το Talk’s Cheap που περιέχει το highlight της καριέρας τους το τραγούδι New York City, που κάποια στιγμή κέρδισε τον τίτλο του καλύτερου καναδικού τραγουδιού, βγήκε σε ξεχωριστό σγκλάκι και τους εξαργύρωσε το LP The Demics του 1980, πριν αποφασίσουν να μετακομίσουν στο πιο Μητροπολιτικό Τορόντο και να χαθούν μια και καλή από τη σκηνή.
Σχετικά μικρό το επόμενο ταξίδι μας, με κατεύθυνση στα βορειοανατολικά για να πέσουμε πάνω στο Montreal. Καθώς η πόλη βρίσκεται πολύ κοντά στα σύνορα με την Αμερική, θα περιμέναμε μια πιο αξιοπρεπή punk μουσική σκηνή, αλλά και πάλι θα απογοητευτούμε.
Από τους πρωτοπόρους της πόλης του Μόντρεαλ ήταν οι 222’s, που προσπάθησαν αποτυχημένα να ξυπνήσουν την εξαιρετικά φτωχή μουσικά πόλη από τον λήθαργό της με το πρώτο τους σινγκλάκι I Love Susan του 1978, έβγαλαν ένα ακόμη και από και πέρα τίποτα. Μόνο όταν δεκαετίες αργότερα ανασύρθηκε υλικό τους που δεν πρόλαβε να ηχογραφηθεί και αποτυπώθηκε στο LP Montreal Punk 78-81, έγινε φανερό στο ευρύ κοινό που δεν τους πρόλαβε η όμορφα και εκλεπτυσμένα δημιουργικότητα των συνθέσεων τους, που παραπέμπει στο glam rock των New York Dolls πασπαλισμένο με την πονηρή ποπ φρεσκάδα των Generation X.
Κοντά τους και οι Ripcordz με μια πιο πλούσια δισκογραφία, με περισσότερα από 15 άλμπουμ, ένα συγκρότημα όμως που δεν κατάφερε ποτέ να ξεπεράσει τα σύνορα της χώρας. Αν και στο κουρμπέτι από το 1980, μόλις και μετά βίας εννέα χρόνια μετά κατάφεραν και κυκλοφόρησαν τον πρώτο τους δίσκο Ripcordz Are Go(d). Εδώ, συναντάμε έναν εκπληκτικό συνδυασμό ατόφιου street punk, με έντονα στοιχεία punk-a-billy, έναν δίσκο γεμάτο ενέργεια και πάθος, ένα δίσκο και ένα γκρουπ που σίγουρα άξιζε καλύτερης τύχης, που ίσως θα μπορούσαν κάποια μέρα να γίνουν οι Social Distortion του Καναδά, όμως και αυτή η χώρα φαίνεται πως τρώει τα παιδιά της, μην αφήνοντάς τα εύκολα να ξεπεράσουν τα σύνορα της χώρας τους.
Το οδοιπορικό μας θα τελειώσει στην πρωτεύουσα Ottawa, εδώ που θα βρούμε τους Action ίσως το πρώτο punk γκρουπ του Καναδά, μιας που οι ρίζες τους ξεκινούν από το μακρινό 1976. Το EP τους του 1978 T.V. Is On The Blink με τα τέσσερα τραγούδια, είναι το μοναδικό τους αποτύπωμα εκείνου του καιρού, ένα αξιόλογο EP στο ύφος των αρχικών Jam, περιτριγυρισμένο με αρκετή δόση rock’n’roll τέμπου. Θα μπορούσαν να έχουν μια καλύτερη συνέχεια αλλά το δεύτερο τους EP έμεινε στα χαρτιά και το γκρουπ διαλύθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ‘80.
Το ίδιο πάνω κάτω ισχύει και για τους Bureaucrats που φτιάχτηκαν το 1978 και έδρασαν μόλις για μια τριετία, και που απ’ ότι φαίνεται και σε αυτούς άρεσαν ιδιαίτερα οι Jam. Σε αντίθεση με τους Action αυτοί είχαν ένα πιο ανάλαφρο προσανατολισμό, στοιβάζοντας στον ήχο τους αρκετά στοιχεία από το new wave της εποχής. Στην τριετία της ύπαρξής τους πρόλαβαν και έβγαλαν μόλις ένα σινγκλάκι το Feel The Pain/Grow Up Age το 1980, ενώ τα «άπαντά» τους αποτυπώθηκαν με τη νέα χιλιετία σ’ ένα πραγματικά χορταστικό LP με τίτλο το όνομά τους.
Κάπου εδώ φτάνει στο τέλος του το οδοιπορικό μας στην punk σκηνή του Καναδά. Ξεκινήσαμε από τις ακτές του Ειρηνικού και φτάσαμε αισίως απέναντι στον Ατλαντικό, διασχίσαμε την χώρα από τα δυτικά προς τα ανατολικά, ταξιδέψαμε για πάνω από πεντέμισι χιλιάδες χιλιόμετρα, περάσαμε από βραχώδη όρη, απέραντες πεδιάδες, ατέλειωτες κοιλάδες, εκατοντάδες γαλάζιες λίμνες, ατέλειωτα φαράγγια και μεγαλοπρεπή ποτάμια. Γνωρίσαμε μουσικές σκηνές, νέους που με πενιχρά μέσα προσπάθησαν να κάνουν το κέφι τους, να διαδηλώσουν τις ανησυχίες τους και να ξεφύγουν από την μοναξιά και την απομόνωση. Η αποτυχία συχνά ήταν προδιαγεγραμμένη, αλλά για αυτούς άξιζε και μόνο η προσπάθεια.



