Όχι, δεν είναι «κλαρίνα», είναι μουσική

Αν μιλήσουμε κυριολεκτικά, αποστασιοποιημένα και τελείως ουδέτερα ως υπέρμαχοι της ορθότητας, η άποψη ότι η μουσική της Ηπείρου είναι αρχαία, είναι πέρα για πέρα λάθος. Σαφώς δεν είναι καθόλου αρχαία. Είναι κανα δυό εκατοντάδων ετών έτσι περίπου όπως τη γνωρίζουμε και σήμερα. Δεν υπάρχει κανένα τεκμήριο ότι στο απώτατο παρελθόν οι άνθρωποι άκουγαν αυτή τη μουσική. Αυτή η μουσική είναι σημερινή, την ακούμε τώρα (οι παλαιότερες ηχογραφήσεις δεν μπορεί να είναι πιο παλιές από περίπου εκατό χρόνια).

Παρόλα αυτά το μυαλό μου δεν μπορεί να σταματήσει να ταξιδεύει και να φαντασιώνεται το παρελθόν της, το οποίο μοιάζει πολλές φορές μέσα σε αυτή τη φαντασία να απλώνεται πολύ μακριά στο χρόνο (κάτι που πολύ σπάνια μου συμβαίνει με άλλες μουσικές). Προσπαθώντας να καταλάβω γιατί νιώθω έτσι καταλήγω στο συμπέρασμα ότι πράγματι μέσα από όλες τις αλλαγές, προσμίξεις και μπασταρδέματα που όλων των ειδών οι μουσικές υφίστανται με το πέρασμα του χρόνου, κάτι λεπτό και απροσδιόριστο και ξεχασμένο έχει καταφέρει να μεταφερθεί αλώβητο από χέρι σε χέρι με το πέρας των γενεών. Κάτι όχι εύκολο να περιγραφεί αλλά θα το επιδιώξω.

Η μουσική από την Ήπειρο έχει κάτι αλλόκοτο. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι εύκολο για κάποιον από το εξωτερικό να την αντιμετωπίσει ως κάτι εξωτικό, έλα όμως που εγώ δεν είμαι ξένος και ούτε αρέσκομαι στο να μεταποιώ τα πράγματα, να προσπαθώ να τους προσδώσω με το στανιό αυτό το εξωτικό για να φαίνονται στους άλλους πιο «σοβαρά» ή και πιο γκλαμουράτα και trendy ακόμα (ήμαρτον!). Η αλήθεια λοιπόν είναι ότι αυτό το αλλόκοτο το νιώθω όταν ακούω. Είναι κυριολεκτικά μια παράξενη και εξωτική μουσική. Αρκετά διαφορετική από τις άλλες μουσικές του ελλαδικού χώρου (θαρρώ πως έχει περισσότερες συγγένειες με τις μουσικές των άλλων βαλκανικών χωρών - εθνικόφρονες μη βαράτε). Δεν έχει να κάνει με το παρελθόν ως μια αυστηρή και ακλόνητη αρχή αυτή η αόρατη ψίχα ποιητικής.

Αυτό το οποίο στ’ αλήθεια συγκρατείται και αρωματίζει την ατμόσφαιρα και της δίνει μια σχεδόν φασματική, μαγική διάσταση, έχει να κάνει με τη στιβαρή μεταφορά της σκυτάλης, τον τρόπο και το ύφος με το οποίο αντιμετωπίζεται αυτή η μεταφορά. Δεν έχει σημασία το αποτέλεσμα να είναι ακριβώς το ίδιο, μάλιστα ο κάθε μουσικός ψάχνει βαθιά στο παίξιμό του να βρει κάτι προσωπικό, ένα αίσθημα που να είναι μόνο δικό του και να γίνεται σήμα κατατεθέν του από την πρώτη κιόλας νότα. Όμως πιστεύει ότι αυτό που τελείται δεν είναι απλώς διασκέδαση αλλά εξυπηρετεί ανάγκες ξεχασμένες, αν και όχι άχρηστες (το αντίθετο μάλιστα). Έχοντας στο μυαλό του αυτό και θεωρώντας το άκρως σημαντικό έως και ιερό, αντιμετωπίζει τη μουσική που του παραδίδεται με αίσθημα ευθύνης. Παραλαμβάνει αυτή τη σκυτάλη με τρεμάμενα χέρια και βαθιά συγκίνηση, όχι όμως με την τραχύτητα του ειδικού που δεν θέλει να αλλοιώσει τάχα μου την παράδοση (συνήθως αυτοί που τα λένε αυτά δεν είναι μουσικοί ούτως ή άλλως), αυτό που δεν θέλει να αλλοιώσει είναι ο πυρήνας, η ενέργεια του εσωτερικού ρυθμού που οδηγεί στις αποκαλύψεις (ίδωμεν το φως που λένε). Το εξωτερικό περίβλημα οι μουσικοί το αλλάζουν κατά βούληση, κάνουν ό,τι είναι πρακτικό, ό,τι βολεύει, ό,τι βοηθάει την περίσταση. Μήπως δεν υιοθέτησαν το κλαρίνο σχετικά εύκολα και αβίαστα; Mια χαρά υιοθετούν και σήμερα ότι άλλο είναι διαθέσιμο. Ηλεκτρικές κιθάρες, ντραμς, σύνθια κ.ο.κ. και μια χαρά αναλλοίωτος μένει ο πυρήνας αυτός (όταν οι μουσικοί δεν είναι χαϊβάνια βέβαια), ο εσωτερικός ρυθμός, ο θαυμαστός διάκοσμος των αργών φθόγγων που τόσο εκφραστικά και με απίθανη ακρίβεια διαδέχονται ο ένας τον άλλο. Τα γυρίσματα, οι στροβιλισμοί των ήχων, οι παύσεις που κόβουν την ανάσα (μερικές φορές και το αίμα), έχουν μελετηθεί από πολύ κόσμο, πολλές γενεές, για να αποκτήσουν αυτή την ποιότητα, η οποία όπως είπαμε είναι δεκτική στην αλλαγή γιατί αλλιώς θα πεθάνει από ακαμψία.

Ένα πάρα πολύ χαρακτηριστικό και απολαυστικό παράδειγμα της σκοτεινής ποιητικής αυτής της μουσικής συναντούμε στο μοιρολόι που παίζει το συγκρότημα «Τα Τακούτσια» στον εξαιρετικό δίσκο της Inedit, «Greece, Epirus – Takoutsia, musicians of Zagori», μια ηχογράφηση που πραγματικά είμαστε τυχεροί που υπάρχει, έχει εκδοθεί και επανεκδοθεί. Ήταν μάλιστα και από τις πρώτες σχεδόν σοκαριστικές επαφές μου με αυτό το παράξενο σύμπαν που συντίθεται στα ηπειρώτικα. Το μοιρολόι αυτό είναι αρκετά εκτενές για δίσκο, διαρκεί 23 λεπτά και παρόλο που στα πανηγύρια οι διάρκειες πολλές φορές είναι μεγαλύτερες, και εδώ ο ακροατής μπορεί να εισχωρήσει αργά και σταδιακά στο πολυδαίδαλο σχήμα των ήχων του κλαρίνου, του βιολιού και του λαούτου και να οδηγηθεί στην έκσταση.

Στο δίσκο «Ιδιόμελο Β’» των αδερφών Νίκου και Γιώργου Ματθαίου όπου συνεργάζονται με τον γνωστό σε όλους Πετρολούκα Χαλκιά και κυκλοφόρησε από την Άνω Κάτω Ρει το 2000, ακούμε τους αδερφούς Ματθαίου εκτός από το λαούτο, το ούτι, τη λύρα, τη φλογέρα και το νέι που παίζουν, να τραγουδούν κιόλας τα ηπειρώτικα τραγούδια με απίστευτη ευαισθησία και γλυκύτητα, κάτι που δεν μπορεί να συμβεί παρά μόνο όταν αυτό που κάνεις πραγματικά το αγαπάς και το σέβεσαι. Ενώνουν τα τραγούδια σε μεγαλύτερα σύνολα μέσα στον δίσκο και τα δουλεύουν σαν λεπτοκαμωμένη δαντέλα. Έχει ενδιαφέρον η ηχογράφηση που την χαρακτηρίζει ένα εμφανές αλλά καθόλου βαρύ ή ενοχλητικό echo το οποίο προσθέτει βάθος στην είδη πλούσια οργανικότητα του ήχου.

Ένα από τα πιο συγκλονιστικά τραγούδια που γέννησε η Ήπειρος είναι το «Οσμαντάκας». Υπάρχουν πολλές ηχογραφήσεις και με έντονες διαφορές μεταξύ τους. Θα σας παραπέμψω σε αυτή που άκουσα πρώτη, πάλι από τον Πετρολούκα Χαλκιά και από τον δίσκο «Greece/Epirus:Petro-Loukas Chalkias & Kompania» της γερμανικής δισκογραφικής Network. Είναι μια 11λεπτη βερσιόν που κάποτε τόλμησα και να τη χορέψω. Ο Οσμάν Τάκα ήταν ένας ήρωας της Ηπείρου ο οποίος σίγουρα χόρεψε και μάλιστα τόσο δραματικά και με μια κάποια υψηλή ωραιότητα στρίβοντας τη μουστάκα, που οι παρευρισκόμενοι οι οποίοι ήταν οι Τούρκοι εκτελεστές του αποφάσισαν να του δώσουν χάρη. Το άσμα είναι τόσο ωραία τραγουδισμένο (πιθανόν από τον αδελφό του Πετρολούκα, τον βιολιστή Αχιλλέα-συγχωρέστε με αν δε θυμάμαι σωστά) που προκαλεί αληθινή ευφορία. Τόσο όσο αυτή η ιστορία.

Σας πρότεινα τρεις δίσκους μόνο από τους σχετικά πιο πρόσφατους, αλλά το πηγάδι είναι βαθύ και οι μάστορες πολλοί. Με τίποτα δεν μπορεί να καλυφθεί αυτό το θέμα με μια μικρή αναφορά σαν αυτό το κείμενο. Μπορεί να ασχολείται κανείς με τα ηπειρώτικα μια ολόκληρη ζωή. Ας κλείσω όμως λέγοντας πως για να ακούσει κάποιος ουσιαστικά θα πρέπει να αποβάλει από τον οργανισμό του όλες τις ιδεοληπτικές τοξίνες που μας έχουν βρομίσει και που σχετίζονται με την παραδοσιολαγνεία και την κακή πλευρά του όρου «ελληνικότητα» (πολυβασανισμένη λέξη) που σχετίζεται με τον εθνικισμό και τελικά την άγνοια και την κακοχωνεμένη πληροφορία. Θα πρέπει να μπορέσει να αντιμετωπίσει την τέχνη αυτή ως αυτό που είναι χωρίς φιοριτούρες και καταναγκασμούς. Να ακούσει ηχητικούς φθόγγους σε οργανωμένη ροή. Να ακούσει μουσική…