Οι δίσκοι του Neil Young

Από τον χειρότερο ως στον καλύτερο

Δισκογραφία

Εβδομήντα χρόνια από τη γέννησή του στον Καναδά και πενήντα από την εγκατάστασή του στην Καλιφόρνια. Πενήντα χρόνια με το ένα πόδι στο folk-rock (όπως λεγόταν κάποτε αυτό που σήμερα αποκαλούμε Americana και εξοργίζουμε τον Dan Stuart) και με το άλλο πόδι στον σκληρό/κιθαριστικό/grunge/noise τελοσπάντων ήχο. Από κανέναν άλλο αγαπημένο μουσικό δεν έχουμε πιει τόσο πολλά πικρά ποτήρια, και συγχρόνως δεν έχουμε γευτεί ανάλογα πολλές ιαματικές απολαύσεις. Του αναγνωρίζουμε ότι δεν διστάζει να πειραματιστεί με καινούργιους ή πολύ-πολύ παλιούς ήχους, έστω κι αν μας αναγκάζει να αναφωνούμε συχνά: what's that shit?

Κάνοντας μια γερή επανάληψη, έφτιαξα τη δεκάδα των καλύτερων δίσκων του, από το 10 προς το 1 - των δίσκων που νομίζω ότι άντεξαν καλύτερα στο χρόνο, ή σαν κάποια ακριβά κρασιά, ανέδειξαν το άρωμα και την ομορφιά τους με το πέρασμα των καιρών. Έφτιαξα και την πεντάδα των χειρότερων δίσκων του, αυτών που μ' έφεραν στα όρια να τον διαλοστείλω οριστικά (μαζί με την υποστήριξή του στα Reaganomics). Neil Young - Neil Old - Neil Weird - Beloved Neil.

 

This Note's For You10 This Note's for You - 1988

Στην εποχή του θεωρήθηκε ένα ακόμα στραβοπάτημα σε μια μακριά σειρά αποτυχιών - μια άποψη που ενστερνίζονται όσοι δεν αγάπησαν τη μαύρη μουσική. Ως άνθρωπος με "μαύρη ψυχή" που είμαι, το άλμπουμ αυτό μ' έκανε να ξεχάσω τους όρκους ότι δεν θα τον ξανακούσω ΠΟΤΕ! Με τη rhythm section του Joe Walsh (Rick Rosas, Chad Cromwell) και μια εξαμελή horn section πίσω του, ο Young κινιόταν με άνεση σε όλο το φάσμα της παλιότερης μαύρης μουσικής - και να οι τζαζιές και να οι μπλουζιές. Και ο Neil σε μεγάλα κέφια, να κοροϊδεύει την εμπορευματοποίηση του rock (και πού να ήξερε τι θα επακολουθούσε). Παρότι αναγκάστηκε να κάνει γαργάρα το όνομα της μπάντας - the Bluenotes - μετά από μήνυση του Harold Mervin των εκ Φιλαδελφείας Blue Notes, το εξώφυλλο του δίσκου είναι φόρος τιμής στην ομώνυμη εταιρεία. Το "Coup de Ville" αποτελεί την πεμπτουσία της επιλογής αυτής. Στο "Twilight" μπορείς να τον φανταστείς στη σκηνή, μοναδικό λευκό σε μια μπάντα μαύρων που ηχογραφεί για την Chess. - Συμπλήρωμα ενδιαφέρον, αλλά όχι απαραίτητο: το Bluenote Café (2015), ενδέκατο άλμπουμ της Archives Performance Series, περιλαμβάνει λάιβ ηχογραφήσεις από την τουρνέ υποστήριξης του This Note's for You.

 

Everybody Knows This is Nowhere9 Everybody Knows This is Nowhere - 1969

Ο δεύτερος προσωπικός δίσκος του Young, στον οποίο κάνουν την εμφάνισή τους οι Crazy Horse (γνωστοί ως τότε με το όνομα the Rockets). Τολμώ να πω ότι εδώ βρίσκουμε την αρχή του slowcore, με τα επτά ηθελημένα "ημιτελή" τραγούδια· (ξανα)ακούστε τα "Down by the River" και "Cowgirl in the Sand" - δύο εννιάλεπτα τέλεια δείγματα rock μινιμαλισμού. Εκ των υστέρων, αντιλαμβανόμαστε ότι είναι η στιγμή που ο Young σφραγίζει  ανεξίτηλα με το μουσικό ύφος του τον χάρτη της μουσικής. Η ποιητικότητα των στίχων του ίσως τους κάνει δυσπρόσιτους, αλλά είναι από τους πρώτους που διατυπώνουν με τόση σαφήνεια "το χαμένο όνειρο", το όνειρο που μπορεί να μην υπήρξε ποτέ, την ουτοπία του '60 που εξελισσόταν αδιόρατα και αδυσώπητα στη δυστοπία του '70. Ξεχασμένο αριστούργημα: το "Running Dry".

 

Le Noise8 Le Noise - 2010

Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τον όρο "dream team" για δύο άτομα; Αν ναι, τότε κάτι τέτοιο είναι το Le Noise· η καναδέζικη dream team της συνεργασίας του Neil Young με τον παραγωγό Daniel Lanois. Η στιγμή που οι δύο αντιτιθέμενες μουσικές τάσεις του Young ενοποιήθηκαν σ' ένα μουσικό είδος που θα μπορούσε να ονομαστεί folk-metal.  Folk: επειδή τα κομμάτια του δίσκου εντάσσονται στην εξομολογητική αφηγηματική αμερικανική παράδοση που μιλάει για τον ανθρώπινο πόνο και τη ματαίωση· και metal: ακούστε τη λευκή Gretch του Young να γεμίζει το ηχητικό χώρο, ασυνόδευτη από άλλα όργανα. Τις σπάνιες στιγμές που πιάνει μια ακουστική κιθάρα, όπως στο "Love and War", μοιάζει να επιστρέφει στη Ditch Trilogy. Πάει πακέτο με το ντοκιμαντέρ Neil Young Journeys, στο οποίο ο Young παίζει μεγάλο μέρος του δίσκου σ' έναν άδειο συναυλιακό χώρο του Τορόντο που θυμίζει εγκαταλειμμένη εκκλησία.

 

Time Fades Away7 Time Fades Away - 1973

Έτσι θα ακούγαμε τον Neil, αν είχαμε την τύχη να τον δούμε στις αρχές της σταδιοδρομίας του - λίγο παλαβωμένο, λίγο χύμα, πολύ αυτοκαταστροφικό. Το άλμπουμ είναι το πρώτο της άτυπης Ditch Trilogy (τα άλλα δύο είναι τα Tonight's the Night και On the Beach), και μια πρωτιά για τις συμβάσεις της δισκογραφίας: ήταν ηχογραφημένο λάιβ, παρότι περιείχε καινούργιο υλικό. Επιπλέον, ήταν ένα σοκ για τους ακροατές που τον ταύτισαν με τον πιο mellow κι εμπορικό ήχο του Harvest. Εδώ δεν υπάρχουν αναζητήσεις για κορίτσια κι αγόρια με καρδιά μάλαμα, αλλά η μαύρη, πηχτή απελπισία μιας από τις - υπερβολικά πολλές, ομολογουμένως! - οδυνηρές περιόδους της ζωής του. Το πιάνο του Jack Nitzsche παραμένει νηφάλιο ενώ οι υπόλοιποι Stray Gators παραπαίουν, συνοδεύοντας τον τρελαμένο Young. Το διαμάντι του δίσκου:"Don't be Denied".

 

Freedom6 Freedom - 1989

Ο δίσκος που θύμισε στους θαυμαστές του Young γιατί τον είχαν αγαπήσει φανατικά: πολιτικός με την ουσιαστική έννοια του όρου, ξανά στο σταυροδρόμι της folk και του σκληρού κιθαριστικού ήχου. Ανοίγει και κλείνει με το "Rockin' in the Free World", το τραγούδι που αν και συνδέθηκε με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, σκιαγραφεί με τα πιο μελανά χρώματα τον "παράδεισο της ζωής στις ΗΠΑ" - όπως και το "Crime in the City", φυσικά. Οργισμένος και πικρός, ακουστικός και ανακουφιστικά αγριεμένος συγχρόνως, ορίζει το τέλος της "χαμένης δεκαετίας" του Young. Ωστόσο, δεν ξεχνάει να κλείσει με νόημα το μάτι στην παρέκβασή του στη μαύρη μουσική, τόσο με τη γνωστή μας horn section, όσο και με τη διασκευή του "On Broadway". (Περί πνευστών ομιλώντας, υποθέτω ότι το "Eldorado" πρέπει να άκουγαν νυχθημερόν οι Convertino & Burns, την εποχή που γνωρίστηκαν στο κολέγιο).

 

Harvest Moon5 Harvest Moon - 1992

Μια εικοσαετία μετά το Harvest, τον πιο εμπορικό δίσκο του, ο Young επανήλθε με το σίκουελ Harvest Moon. Ο δίσκος είναι γραμμένος στο Νάσβιλ - στην πόλη όπου χτυπάει η λαϊκή καρδιά της Αμερικής, και οι πάντες νιώθουν την ανάγκη να κάνουν ένα πέρασμα από εκεί, αργά ή γρήγορα. Από τις σπάνιες στιγμές που ο Young ακούγεται ήρεμος, κατασταλαγμένος κι ευγνώμων, εκφράζει τον έρωτά του στη γυναίκα του ("Harvest Moon") αλλά και στους πιστούς θαυμαστές του ("Unknown Legend"), ακουμπώντας στους παλιούς του συνεργάτες της εποχής του Harvest: όλοι είναι εκεί, ο Nitzsche και ο Ben Keith, o Drummond και o Buttrey, ο James Taylor, η Linda Ronstadt, ο David Crosby στα φωνητικά. Ευτυχώς για μας, λείπουν οι στομφώδεις στιγμές του Harvest - ήτοι, η συμφωνική του Λονδίνου. Κι ένα spoiler, τρόπον τινά, για τους λιγότερο ακραιφνείς ακροατές του: η ηρεμία αυτή δεν κράτησε πολύ.

 

After the Goldrush4 After the Goldrush - 1970

Το άλμπουμ που ξεκίνησε σαν OST για μια ταινία που σκόπευε να γυρίσει ο Ντιν Στόκγουελ, αποδείχτηκε larger than any soundtrack. Αν και είναι περισσότερο γνωστό λόγω του επιθετικού αλλά κάπως ρηχού "Southern Man" και της κόντρας που προκάλεσε με τους Lynyrd Skynyrd, είναι ένα σύνολο πυκνών, εσωστρεφών και στοχαστικών τραγουδιών στο ύφος που ορίζεται ως singer/songwriter. Αποκαλυπτικοί και προφητικοί στίχοι - όπως στο ομώνυμο τραγούδι - δημιουργούν μια "φθινοπωρινή" ατμόσφαιρα. Τα έντεκα κομμάτια διαδέχονται το ένα το άλλο σαν τα μέρη μιας σουίτας. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στο πρώτο σινγκλ του δίσκου, "O Lonesome Me", που είναι διασκευή ενός τραγουδιού του country συνθέτη Don Gibson ("I Can't Stop Loving You"), όπως επίσης στο πέρασμα του flugelhorn - πρόδρομου της τρομπέτας - στο "'Till the Morning Comes". Το τραγούδι που αντικατοπτρίζει πιο πολύ τις αρχές των '70 είναι αναμφίβολα το "Don't Let it Bring you Down".

 

On the Beach3 On the Beach - 1974

Ο τρίτος δίσκος της Ditch Trilogy είναι ένα σύνολο κομματιών που τα "χώνουν" στους πάντες: στους νότιους και στους Lynyrd Skynyrd, στους αστέρες της show business, στον Νίξον φυσικά, στην απάθεια των '70ς. Αγαπημένο κομμάτι το "See the Sky about to Rain" και το country "For the Turnstiles", όπου η φωνή του Young μπλέκεται με τα φωνητικά του Ben Keith, και το μπάντζο του με το dobro του συνεργάτη του. Η μουσική και πολιτική άποψη του Young διαγράφεται σαφώς στο γεγονός ότι τρία από τα κομμάτια του δίσκου ονομάζονται κάτι-blues: "Revolution Blues", "Vampire Blues", "Ambulance Blues". Πολλοί αναρωτιούνται πόσο επηρεασμένος ήταν ο Young από την ομώνυμη ταινία του Στάνλεϊ Κρέιμερ (1959), η οποία μιλούσε για την επαύριο ενός πυρηνικού πολέμου. Σημαντική λεπτομέρεια: στο δίσκο συμμετέχουν ο Levon Helm και ο Rick Danκo, των Band.

 

Rust never sleeps2 Rust Never Sleeps - 1979

Ο τελευταίος μεγάλος δίσκος του Young για μια δεκαετία. Αλλά πριν αρχίσει να παραπατάει και να κυκλοφορεί κακέκτυπα του εαυτού του, πρόλαβε να υποκλιθεί - ή να κλείσει το μάτι; - στο punk. Κατά την αγαπημένη του συνήθεια, ο δίσκος ανοίγει και κλείνει με το ίδιο τραγούδι - σε τελείως διαφορετική εκτέλεση και με ελαφρά παραλλαγμένους στίχους· το "My, My, Hey, Hey", το οποίο συνοψίζει τι σημαίνει rock'n'roll κατά Neil Young. Γραμμένος λάιβ και δουλεμένος στη συνέχεια σε στούντιο, ο δίσκος έχει μία πλευρά ακουστική και μία ηλεκτρική, αλλά ενιαία θεματολογία: την οδυνηρή απόφασή του να παρατήσει τους "δεινόσαυρους" φίλους του C.S. & N., όταν ένιωσε ότι ο δρόμος που όφειλε/ήθελε να ακολουθήσει ήταν τελείως διαφορετικός. "There's more to the picture /Than meets the eye".

 

1 Tonight's the Night - 1975

Νούμερο 1 ο δίσκος που η Reprise αρνήθηκε να κυκλοφορήσει επειδή τον θεώρησε γραμμένο στο πόδι; Μόνο που δεν ήταν γραμμένος "στο πόδι" σαν αρπαχτή, αλλά σαν καταγραφή της οδυνηρής απώλειας δύο συνεργατών του Neil Young από overdose (Bruce Berry, Danny Whitten). Θα μπορούσαμε να το θεωρήσουμε το Blood on the Tracks του Young. Κι επειδή ο υπερβολικός επαγγελματισμός βρομούσε ανέκαθεν arena-rock και πομπώδεις ενορχηστρώσεις, προτιμώ αυτό το μισό-live που περιέχει την ουσία του rock'n'roll. Ο συνδυασμός του mellow feeling με τον τρελαμένο ηλεκτρισμό είναι από τις πιο αυθεντικές στιγμές της 50χρονης καριέρας του Young. Ή όπως είπε ο ίδιος, πολλά χρόνια αργότερα, "σαν σημείωμα αυτοκτονίας χωρίς την αυτοκτονία". Ένας θρήνος για τη μετά-χίπικη εποχή, το τέλος του ιδεαλισμού της αντικουλτούρας και την αυτοκτονία μιας γενιάς είτε δι' ενσωμάτωσης, είτε δι' αυτοκαταστροφής (όπως λέει και ο μουσικοκριτικός Dave Marsh). Με στιχάκια δικά του ή δανεικά, περιγράφει τον κόσμο του κρεμασμένο από μια κλωστή, την προσπάθειά του για επανεκκίνηση - για την κάθαρση που ακολουθεί κάθε μεγάλη απώλεια: της ψυχής μας, των παλιών φίλων, των συντρόφων μας, των ψευδαισθήσεων τελικά.

 

And the Worst…

5 Landing on Water (1986). Σαν να του επιτέθηκαν τα συνθεσάιζερ, τον πήραν όμηρο και τον ανάγκασαν να φτιάξει το άλμπουμ. Με κάτι τέτοια έριξε τον Geffen στα σκληρά ψυχοφάρμακα.

4 Are You Passionate (2002). Δεν σου πάει η soul, παλικάρι μου. Κι ας έχεις τον Booker T. με τους δικούς του στο πλευρό σου.

3 Re-Actor (1981). Η προσπάθειά του να παίξει new wave. Ας το ξεχάσουμε.

2 Trans (1982). Τώρα που οι επανεκτιμήσεις έχουν γίνει πολύ της μοδός, κάποιοι βρίσκουν το άλμπουμ proto-Daft Punk / Devo-inspired. Εγώ προτιμώ να το ονομάζω ατυχέστατη στιγμή.

1 Americana (2012). Εδώ δεν υπάρχει η δικαιολογία της πίεσης του Geffen, του άρρωστου γιου του ή της αγάπης του για τη μαύρη μουσική. Η χειρότερη επιλογή "προσκοπικών" τραγουδιών καταλήγει στο "God Save the Queen" - τον εθνικό ύμνο της Αγγλίας.