The Partisans

The PartisansΣχεδόν ασήμαντος ο συμμετοχικός οβολός της Ουαλίας στην έκρηξη του punk εκεί πίσω στο 76-77. Υπήρξαν οι Tax Exiles που δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα, οι Llygod Ffyrning με ένα μόνο σιγκλάκι στο ενεργητικό τους, και οι λίγο πιο αποδοτικοί Tunnel Runners. Ψιλά πράγματα δηλαδή.

Όταν όμως πέρασε το πρώτο κύμα, λίγα χρόνια μετά, κάτι άρχισε να κινείται σε αυτή νοτιοδυτική γωνιά της Μεγάλης Βρετανίας. Η τοπική σκηνή άρχισε σιγά-σιγά να προοδεύει και μέσα από αυτή ξεπετάχτηκαν κάποια συγκροτήματα που έμελε να παίξουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην όλη μετεξέλιξη του punk rock, όπως για παράδειγμα οι Icons Of Filth, οι Oppressed ακόμη και οι νεότεροι Foreign Legion που έβαλαν την Ουαλία για τα καλά στον παγκόσμιο punk χάρτη.

Ανάμεσα σε αυτούς υπήρξαν και κάποια μικρά χωριατόπαιδα από το Bridgend, μια μικρή πόλη χαμένη κάπου ανάμεσα στο Κάρντιφ και το Σουόνσι, τις δύο μεγάλες λουτρόπολης της Ουαλίας. Ονομάστηκαν Partisans και ξεκίνησαν να παίζουν punk rock συνεπαρμένοι και αυτοί από τους Pistols, τους Clash και τους Ramones. Η πρώτη τους σύνθεση αποτελούνταν από τους Phil Stanton στα φωνητικά, Rob “Spike” Harrington στην κιθάρα και τα φωνητικά, Andy Lealand στην κιθάρα, Mark “Savage” Parsons στο μπάσο και Mark “Shark” Harris ντραμς. Αυτή η σύνθεση άντεξε πάνω κάτω έναν χρόνο, και μόλις μία συναυλία, ώσπου οι Stanton και Parsons αποχώρησαν. Η πεντάδα έγινε τετράδα με την μετακόμιση του Spike αμιγώς στα φωνητικά και την είσοδο της Louise Wright φιλενάδας τότε του Lealand στο μπάσο.

Παρά το νεαρό της ηλικίας τους (σχολιαρόπαιδα ακόμη στα δεκαπέντε τους) και τις δυσκολίες τους όχι μόνο να παίξουν σε μία συναυλία, αλλά ακόμη και να παρευρεθούν σε αυτή, φτιάχνουν ένα demo και το στέλνουν στο κραταιό τότε μουσικό περιοδικό Sounds, αλλά και στη δισκογραφική No Future που ήταν στα ντουζένια της τότε με το All Out Attack των Blitz. Φαίνεται πως το demo κάτι είχε να πει, καθώς και ο Garry Bushell από το Sounds, αλλά και η No Future ενδιαφέρθηκαν ενεργά, η τελευταία κλείνοντας τους συμβόλαιο μάλιστα για τρία σιγκλάκια και ένα άλμπουμ,  κυκλοφορώντας το πρώτο από αυτά το φθινόπωρο του 1981.

Police Story/Killing MachineΉταν το Police Story/Killing Machine, φοβερό ντεμπούτο, με το πρώτο να είναι ένα δαιμονισμένα καυστικό τραγούδι, με αναφορά στην αστυνομική βία, θύμα της οποίας υπήρξε ο Jimmy Kelly από το Λίβερπουλ, σε ένα θέμα που είχαν πρωτοπιάσει και οι Pop Group στο τραγούδι τους Justice, από το For How Much Longer του 1980. Μέχρι και η κραυγή της εισαγωγής είναι μέρος του όλου κόνσεπτ, κραυγή αποδοκιμασίας στην γνωστότατη για τους Βρετανούς προπαγανδιστική αστυνομική τηλεοπτική σειρά του BBC, Dixon Of Dock Green που έπαιξε από το 1955 ως το 1976. Και το flipside Killing Machine σχεδόν ισάξιο, ένα αντιπολεμικό κομμάτι με τρελό ρυθμό και απίστευτη γρηγοράδα. Το single έγινε μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της χρονιάς, πουλώντας άμεσα δεκαπέντε χιλιάδες αντίτυπα, φτάνοντας μάλιστα στο νούμερο 5 του indie τοπ, ενώ το Police Story κόσμησε και το πρώτο Punk And Disorderly την πιο ξακουστή συλλογή του Βρετανικού punk.

Όσον αφορά τον Garry Bushell που και αυτός ταρακουνήθηκε με το demo που του έστειλαν, τους συμπεριέλαβε στην μεγάλης εμβέλειας street punk συλλογή Carry On Oi, εκεί που το γκρουπ θα παίξει τα τραγούδια Arms Race και No U Turns, δύο από τα καλύτερα κομμάτια του demo, αλλά και της συλλογής, με το τελευταίο να παίρνει χρόνο και στο The Secret Life Of Punk της Secret Records.

17 Years Of Hell/Power And The Greed, Bastards In BlueΕξαιρετικό και το δεύτερό τους single 17 Years Of Hell/Power And The Greed, Bastards In Blue που είδε το φως της δημοσιότητας τον Μάιο του 1982. Τρία κομμάτια με στιχουργικό περιεχόμενο που χτύπησε κατευθείαν στην καρδιά των νέων, απλά στην τεχνική τους, γρήγορα και δυναμικά, που γνώρισαν ιδιαίτερη επιτυχία φτάνοντας εύκολα στο νούμερο δύο του indie τσαρτ, οδηγώντας τους Partisans στην κορυφή του Ουαλικού punk.

Με δύο λοιπόν υπέρ επιτυχημένα σιγκλάκια, αλλά και συμμετοχές στις σπουδαιότερες punk συλλογές, θα περίμενε κανείς οι Partisans να βρεθούν στην εμπροσθοφυλακή του Βρετανικού punk και να γίνουν οι απόλυτοι σταρς έχοντας μπροστά τους έναν δρόμο στρωμένο με ροδοπέταλα. Δυστυχώς όμως υπήρχαν αρκετές και μάλλον αξεπέραστες αντικειμενικές δυσκολίες που δεν θα επέτρεπαν ποτέ κάτι τέτοιο να συμβεί. Όπως προαναφέρθηκε, το γκρουπ αποτελούνταν από σχολιαρόπαιδα, έφηβους ακόμη, που δεν μπορούσαν να μετακινηθούν εύκολα από τον τόπο διαμονής τους στην ενδοχώρα και έτσι να πολλαπλασιάσουν και τις εμφανίσεις τους αλλά και τους δυνητικούς πελάτες τους. Παρέμεναν λοιπόν συνήθως εγκλωβισμένοι στην Ουαλία, παίζοντας απλώς σε τοπικά κλαμπάκια, ενώ με τον καιρό, οι συναυλίες τους άρχιζαν να γίνονται πεδίο μάχης μεταξύ οπαδών της Cardiff και της Swansea, συναυλίες πόλος έλξης για τους απανταχού χούλιγκανς της περιοχής, ενώ η βία άρχιζε να απλώνει τα πλοκάμια της ακόμη και επάνω τους. Έτσι, βλέποντας πως δεν υπάρχει προοπτική παρά μόνο αδιέξοδο, αποφάσισαν να διαλυθούν το καλοκαίρι του 1982, με τη φυγή του Spike και του Lealand για το Λονδίνο, με τον τελευταίο να εκτελεί για λίγο καιρό και χρέη roadie στους Sex Gang Children.

Οι υπογεγραμμένες όμως υποχρεώσεις τους που κατά κάποιο τρόπο τους επέβαλαν την κυκλοφορία ενός άλμπουμ, τους ανάγκασαν να μαζευτούν και πάλι πίσω στην Ουαλία και στα τέλη της χρονιάς αναγκαστικά και μη να ηχογραφήσουν το πρώτο τους LP το οποίο βγήκε στην αγορά στις αρχές του 1983.

The PartisansΟ δίσκος πήρε τ’ όνομά τους και περιείχε δώδεκα τραγούδια, τα περισσότερα εξ’ αυτών να προέρχονται από τα προηγούμενα demo τους, κομμάτια έτοιμα δηλαδή, πολυδουλεμένα, και πανεύκολα να αποδοθούν. Κοφτερές κιθάρες, μελωδικές γραμμές και στακάτοι ρυθμοί, θυμίζουν από τη μία έντονα γκρουπ πρώτης γενιάς κάτι ανάμεσα σε Sex Pistols και Chelsea, από την άλλη όμως φυσικά και δεν ενδίδουν στο νέο κύμα προσκολλημένοι στο στυλ τωνAnti-Pasti, με αρκετή και από την πυγμή τωνExploited. Αυτό όμως που κεντρίζει το ενδιαφέρων σε αυτό το δίσκο είναι τα φωνητικά του Spike που έχουν αυτή τη χαρακτηριστική χροιά και την ευέξαπτη εκφορά του λόγου που θυμίζει έντονα γκρουπ της Crass Records, ακόμη και των ίδιων των Crass. Η όλη αυτή επιμιξία ήχων και στίχων, τόσο κοντινών, δημιουργεί ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα και τελικά έναν πέρα ως πέρα ικανοποιητικό δίσκο που με το πέρασμα των χρόνων τοποθετείται δίπλα στα μεγάλα αριστουργήματα της εποχής. Εύκολα ο δίσκος μπήκε στην πρώτη πεντάδα του indie τοπ με τεράστιες πωλήσεις, τοποθετώντας επί τέλους τους Partisans στην πρώτη κατηγορία, ως ένα από τα πιο hot ονόματα της εποχής. Χωρίς να υπάρχει κομμάτι που να υστερεί, ξεχωρίζουν για τη «διαφορετικότητά» τους τα Partisans και Overdose.

Εκτός από τον δίσκο, τεράστια ώθηση στην καριέρα των Partisans έδωσε και η ξεχωριστή περσόνα της Louise Wright. Ήταν ένα κορίτσι σχετικά μυστηριώδες και λιγόλογο σαν μια άλλη Gaye Advert, που όμως έχοντας ένα sex appeal σαν αυτό της Beki των Vice Squad τράβηξε όπως ήταν αναμενόμενο την προσοχή των Βρετανικών ταμπλόιντ, κάτι που μάλλον δεν ήταν στις προτεραιότητές της καθώς μετά το πέρας του δίσκου σηκώθηκε και έφυγε όχι μόνο από το γκρουπ αλλά και γενικότερα από την showbiz.

Blind Ambition/Come Clean, ChangeΑμέσως μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ και την αποχώρηση της Louise, το γκρουπ συνεχίζει για λίγο ως τρίο με τον Spike να αναλαμβάνει και χρέη κιθαρίστα και τον Lealand να μετακομίζει για λίγο στο μπάσο. Το πείραμα αυτό δεν κράτησε για πολύ και τα πράγματα ξανάγιναν φυσιολογικά με την προσθήκη στο μπάσο του Dave Parsons και τους υπόλοιπους πίσω στις αρχικές τους θέσεις.

Με τη νέα αυτή σύνθεση κυκλοφόρησαν την ίδια χρονιά το single Blind Ambition/Come Clean, Change στην Cloak And Dagger Records. Χωρίς να είναι κάτι σημαντικό, προσδιορίζει μία αλλαγή στον ήχο ο οποίος κατεβαίνει μία ταχύτητα, κάπως πλατειάζει χρονικά χάνοντας έτσι λίγο από τον αυθορμητισμό που ήταν το μεγάλο ατού του γκρουπ. Λίγο πιο μελωδικό το τέμπο, ευπαρουσίαστο στο κυρίως τραγούδι, σχετικά αδιάφορα τα δύο κομμάτια του flipside με καλύτερο το Come Clean.

Αυτή είναι και η μοναδική συμμετοχή του Parsons σε στούντιο υλικό των Partisans, καθώς αποχωρεί και αναζητεί την τύχη του (και αν μη τι άλλο την βρίσκει), κατ’ αρχάς με τους Transvision Vamp όπου υπήρξε μέλος τους σε όλη τη διάρκεια της ύπαρξής τους, ενώ λίγο μετά έγινε και πολυπλατινένιος rockstar ως μέλος των Bush.

Το καλοκαίρι του 1984 και μετά την αποχώρηση του Parsons, οι Partisans κυκλοφορούν σαν τρίο το δεύτερό τους άλμπουμ The Time Was Right. Χρέη μπασίστα για μία ακόμη φορά ο πολυπράγμων Lealand, σε ένα άλμπουμ που μόνο η μία πλευρά του περιέχει στούντιο υλικό, ενώ η άλλη live. Αυτό συνέβη καθώς το γκρουπ τον καιρό εκείνο δεν είχε έτοιμα κομμάτια που να γεμίζουν ολόκληρο δίσκο, αλλά η εταιρία πίεζε για μία γρήγορη κυκλοφορία. Αυτή η βιασύνη φαίνεται ολοκάθαρα όχι μόνο στην παραγωγή, αλλά ακόμη και στα ίδια τα τραγούδια που αν και προσπαθούν να αναμοχλεύσουν την όποια εμπειρία είχαν αποκομίσει από την προηγούμενη προσπάθειά τους, αυτό δεν τους βγαίνει, καθώς τα τραγούδια δεν είναι και οι τοπ επιλογές, και εκεί που μπορεί να βγει κάτι καλό, αυτό χάνεται από την σχεδόν άθλια παραγωγή. Υπάρχει ξανά το I Never Needed You σε μια πιο ωριμασμένη έκδοση, αλλά για ένα γκρουπ σαν τους Partisans σίγουρα περιμέναμε περισσότερα πράγματα.

The Time Was RightΗ live πλευρά του The Time Was Right που δεν προσφέρει και αυτή κάτι το αξιοπρόσεκτο, τους βρίσκει σε μία τους συναυλία στο Brixton Axe, ενώ ακόμη είναι στο γκρουπ ο Parsons, να παίζουν στο πλευρό των Anthrax, Lost Cherrees και Conflict, τριών εκ των πιο προβεβλημένων ονομάτων του Anarcho-punk κινήματος της Βρετανίας. Η επιλογή τους αυτή αποδεικνύει κάτι που φαίνονταν εξ’ αρχής, δηλαδή πως αν και αισθητικά οι Partisans τοποθετούνταν στο χώρο του street punk και του Oi, στιχουργικά και ιδεολογικά είχαν αρκετές διαφορές με τα συγκροτήματα αυτού του είδους και προτιμούσαν διαφορετικές συναναστροφές, φροντίζοντας να κρατούν αποστάσεις από τις βιαιότητες και τα χουλιγκανίστικα τερτίπια των τελευταίων, ενώ όπως ήταν ήδη γνωστό, ιδεολογικά έκλειναν περισσότερο στα γκρουπ του Anarcho-punk χώρου.

Ο δίσκος δεν τα πήγε εμπορικά τόσο καλά όσο θα περίμεναν τα μέλη του γκρουπ, και ως συνέπεια αυτού έρχεται η διάλυση. Υπήρξε ακολούθως μία μικρή νέα συνεργασία μεταξύ των Rob και Lealand σε ένα εφήμερο σχήμα που έφερε το όνομα Agent Orange (καμία σχέση με τους γνωστούς Αμερικανούς), αλλά που δεν ευδοκίμησε.

Μετά τη διάλυσή τους κυκλοφόρησε η συλλογή Police Story από την Anagram που περιέχει ολόκληρο το πρώτο τους άλμπουμ συν τα δύο πρώτα τους σιγκλάκια. Αρκετά καλύτερη από αυτήν είναι η επανέκδοση του The Partisans από την Captain Oi που έχει ότι και το Police Story, αλλά και τα δύο κομμάτια από το Carry On Oi, ενώ μια πιο γενική ανασκόπηση του γκρουπ κάνει το The Best Of The Partisans της Captain Oi και πάλι του 1999, με bonus τα δύο κομμάτια που έβγαλαν οι Rob και Lealand ως Agent Orange.

Idiot NationΤο 1999 οι Partisans επαναδραστηριοποιήθηκαν με τους Lealand και Spike μόνους από το παλιό σχήμα, και μαζί τους τους νέους φίλους του Lealand από το πέρασμά του στη Σουηδία, τους Magnous Neundorff στο μπάσο και Mikael “Gustav” Gustavsson στα ντραμς.

Με την παραπάνω σύνθεση κυκλοφόρησαν το 2001 το single So Neat/Classified Info στην Αμερικάνικη δισκογραφική TKO,που στην CDsingle μορφή του πρόσθεσε και το Hysteria, όπως και το τρίτο τους LP Idiot Nation τρία χρόνια αργότερα στην επίσης Αμερικάνικη Dr. Strange Records.

Παραδόξως οι νέες αυτές κυκλοφορίες των Partisans είναι άκρως ικανοποιητικές, ευχάριστες ακουστικά, με μεστά κιθαριστικά παιξίματα από τον Lealand, σφιχτοδεμένη rhythm section και για πρώτη φορά προσεκτικά αρθρωμένα φωνητικά από το Spike. Δύο-τρία κομμάτια μάλιστα όπως το Celebrity ή ακόμη περισσότερο το What I Want προδίδουν τις μεγάλες ανεκμετάλλευτες δυνατότητες του γκρουπ. Αν και καλός ο δίσκος και πάλι δεν έτυχε της αποδοχής του κοινού. Τα χρόνια πέρασαν και το punk πια κινούνταν σε άλλα επίπεδα. Στο Idiot Nation οι Partisans προσπάθησαν να πιαστούν από τα νέα δεδομένα με πιο συμβιβασμένο ήχο, περισσότερο Αμερικανοποιημένο, που όμως από τη μια δεν είχε τόση απήχηση στο παλαιότερο target group του συγκροτήματος, από την άλλη αγνοήθηκε από τους νέους punks.

Παρόλα αυτά οι Partisans από τότε μέχρι και σήμερα περιοδεύουν τακτικά λαμβάνοντας μέρος σε αρκετά φεστιβάλ, ενώ αξέχαστο θα μείνει στους Έλληνες οπαδούς τους το πέρασμά τους από την Αθήνα τον Οκτώβριο του 2009.