Paul Weller

Thing Have Changed Since He Was A Mod

The JamΥποθέτω ότι στα χρόνια των Jam και στο βωμό της επίπλαστης punk αλητείας, που σίγουρα δεν ευνοούσε την εικόνα του "παιδιού του μπαμπά" παρέμενε επιμελώς ελάχιστα διαδεδομένη η σχέση πελάτη - manager, που εκτός της βασικής τους σχέσης συνέδεε τον Paul Weller με τον προσφάτως θανόντα πατέρα του. Τα πρώτα ίχνη περάσματος στο προσκήνιο για τον πατέρα Weller, τον κάποτε επιτυχημένο boxer John Weller, εντοπίζονται κάπου μετά τη διάλυση των Style Council, οπότε και "σπρώχνει" ξανά στο δρόμο έναν μάλλον απογοητευμένο Weller, που έδειχνε τότε να είναι οριστικά εκτός εποχής, ίσως και εκτός φόρμας. Κάθε άλλο παρά ένας γνήσιος MODernist δηλαδή...

1977: In The City: Οι Jam ντεμπουτάρουν στο έτος 0 και ένα χρόνο πριν την επίσημη έναρξη ενός άτυπου mod revival, που θεωρητικά δεν έχει λήξει ακόμη. Δεν είναι no future παρότι είναι aggressive, δεν σπάνε απότομα το δεσμό με το glam rock, παρότι ακόμη και τραγούδια θεωρητικού fun along όπως το Non Stop Dancing εγκαινιάζουν το μετεφηβικό αδιέξοδο στην pop/rock γραφή (το αποτέλειωσε ο Alex Turner). Ένα ντεμπούτο που σπάνια το θυμόμαστε στα καλύτερα όλων των εποχών, αλλά που προσφέρει απλόχερα την έναρξη σε ένα από τα ωραιότερα beat που ακούστηκαν ποτέ. (8/10)

The Jam 1977Μην πάει ο νους σας στο κακό όμως. Δεν πρόκειται, κατά τις μαρτυρίες τουλάχιστον, για μία ακόμη περίπτωση του τύπου Murray Wilson ή πατρός Jackson που αντιμετώπισαν τα παιδιά τους ως μαριονέτες στο κουκλοθέατρο της προσωπικής τους αποτυχίας. Ο πατέρας Weller, γνήσιος εκπρόσωπος της βρετανικής εργατικής τάξης, διέβλεψε εκτός από το ταλέντο και την ορμή και όλους τους κινδύνους που έκρυβε η μουσική βιομηχανία για έναν πιτσιρικά που είχε όλα τα φόντα για να την κατακτήσει και να καταστραφεί από αυτή. Γυρνούσε παντού με τους Jam και πριν ανέβουν στη σκηνή ούρλιαζε από το μικρόφωνο : έρχεται το καλύτερο συγκρότημα του κόσμου, για το καλύτερο κοινό του κόσμου, οι Jam (OK, αυτό είναι λίγο τσίρκο φάση, το παραδέχομαι). Πολλά χρόνια αργότερα ο Paul Weller σε ένα ακόμη θριαμβευτικό comeback πληροφορείται το θάνατο του πατέρα του, καθόσον περιοδεύει στην Αμερική. Τα τελευταία δύο χρόνια ήταν τα μοναδικά της καριέρας του που κύλησαν χωρίς την καθοδήγηση του, λόγω της ασθένειας που τον οδήγησε στο θάνατο.

1978: All Mod Cons: Ήδη στο τρίτο τους άλμπουμ, μετά από ένα μάλλον χλιαρό This Is A Modern World, οι Jam εγγίζουν σε σπουδαιότητα τους "μέντορες" τους Kinks. Ένας δίσκος που δεν παίρνει καμιά ανάσα, φιλοξενεί τουλάχιστον τέσσερα από τα καλύτερα βρετανικά τραγούδια της τελευταίας 30ετίας και στιγματίζει τους Jam ως εκπροσώπους μιας μάλλον απροσδιόριστης γενιάς, που ακροβατεί ανάμεσα στην υπερηφάνεια και την κατάρα του να είσαι Βρετανός. Μουσικά είναι πλέον ένα αλάνθαστα δεμένο τρίο, που λίγο πριν "μαλακώσει" τον ήχο του εκλύει περισσότερη ενέργεια από ότι οι περισσότεροι σύγχρονοι τους "άγριοι", "αυθεντικοί" και αιώνια θυμωμένοι πάνκηδες. Ουδόλως λιγότερο σπουδαίο, ακούραστο και "ενοχλητικό" προς όσους θέλουν αθώα τραγουδάκια είναι το Setting Sons μόλις ένα χρόνο αργότερα. Ο Paul Weller σε αυτή τη φάση είναι μια ανεξάντλητη μηχανή αριστουργηματικών τραγουδιών και σε αυτή την τριετία εντοπίζεται το 80% της επίδρασης του στη μετέπειτα βρετανική ποπ/ ροκ σκηνή. (9/10)

The Jam 2O Weller στάθηκε σημαντικός για την brit pop γενιά της δεκαετίας του 90. Πέρα από τις μελωδίες των Beatles και τις συγχορδίες των Stones, ό,τι ξεχώρισε από το βρετανικό κύμα των 90s είχε καλά εμπεδωμένη την κυριλέ αλητεία των Jam και έγραφε τραγούδια πατώντας στις "οδηγίες" του συνθέτη Weller. Η Brit Pop Era όμως έχω την αίσθηση ότι στάθηκε τουλάχιστον το ίδιο σημαντική για τη ζωή και την καριέρα του Paul Weller. Με τους Stones δεινόσαυρους ήδη από χρόνια, τους τότε εν ζωή Beatles σε ανυποληψία και τον Morrissey υπό διωγμόν, ο Weller κατόπιν της αγρανάπαυσης που ακολούθησε την σοφιστικέ ανία των Style Council, επανεφηύρε τον καλό του εαυτό με μία σειρά δίσκων στο πρώτο μισό της δεκαετίας που λειτούργησαν ως το ενσυνείδητο αντίβαρο της brit pop μανίας. Στο βωμό αυτής της ύστερης αναγνώρισης δε δίστασε να επαναφέρει την γενική mod ιδέα που κάποτε τον ανέδειξε και μέχρι να ανακηρυχθεί σε modfather, λίγο πριν το γύρισμα του αιώνα, θύμισε ότι τραγούδια όπως το Wild Wood προϋποθέτουν την ίδια μήτρα έμπνευσης και ταλέντου με τους αναγνωρισμένα μεγάλους τραγουδοποιούς όπως ο Dylan, o Neil Young και o Lennon, των οποίων έκτοτε είναι ανέλπιστα ισάξιος.

1980: The Jam: Sound Affects: Για τον υπογράφοντα, ο καλύτερος δίσκος των Jam. Όχι μόνο συνθετικά, αυτό πάνω-κάτω το παραδέχονται και άλλοι, αλλά και στον τομέα της εκτέλεσης, όπου απεκδύονται την όποια σχέση τους με το πανκ, καθώς ξεκινούν με το Pretty Green, που μοιάζει σαν να δίνει το ιδανικά μελωδικό έναυσμα για την επέλαση της δεκαετίας του 80, με ένα όμορφα παράταιρο γύρισμα σε αυτή του 60. Ο "μπητλικός" δίσκος των Jam προαναγγέλθηκε -εκτός λίστας- με αυτό που έμελε να μείνει στην ιστορία ως το δικό τους Satisfaction, το τραγούδι Going Underground, την απόλυτη ταύτιση της εργατικής φωνής του Weller με τις αριστοκρατικές μπασογραμμές του Bruce Foxton, που ουδέποτε παρασύρθηκε από τα βαρύτονα μπασοκαλέσματα του new wave, αλλά παρέμεινε πάντοτε οξύς και ευέλικτος. Η απόλυτη περίοδος για τους Jam, τα καλύτερα ρυθμικά ακόρντα του Paul Weller. (10/10)

Paul Weller 1Υπάρχει ένα σοφό ρητό που μας λέει ότι "κανείς μουσικός, όσο σπουδαίος και αν είναι, δεν κατάφερε να σταθεί όρθιος σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 80". Ο David Bowie κατέληξε ανέκδοτο με τους Tin Machine, η κιθάρα του Eric Clapton θυσιάστηκε σε ουκ ολίγες συνεργασίες ντροπής, ακόμη και στον Bob Dylan θα βρει κανείς "μαύρες τρύπες" χαμένης αξιοπιστίας. Ο Paul Weller λίγο έλειψε να εξαιρεθεί από τον κανόνα. Διέλυσε τους Jam στα τέλη του 1982, σε απόγειο δόξας και καλλιτεχνικής διαφάνειας, "αποχαιρετώντας" με το Beat Surrender, τραγούδι που εξοστρακίζει τον μισό κατάλογο των Who από τον μαραθώνιο για τον απόλυτο mod ύμνο. Με την jazz pop των Style Council βλέπει το μέλλον και αγνοεί θαραλλέα τους επίμονους fan των Jam που κυρίως κατακλύζουν τα live του συγκροτήματος. Πολύ γρήγορα όμως ο Weller έπεσε στη μεγαλύτερη λούπα της δεκαετίας του 80, που δεν υπήρξε τίποτε άλλο παρά η νεόπλουτη σοβαροφάνεια, η κυριλέ επίστρωση και η ηχητική αποχαύνωση στις αρετές του studio εις βάρος του συνθετικού πάθους. Το Confessions Of A Pop Group παραμένει μέχρι σήμερα ο μοναδικός πραγματικά κακός δίσκος του Paul Weller, επίπεδο, φλύαρο και αγχωμένο να καταστήσει σημαντικό συνθέτη τον δημιουργό του, σε χωράφια που δεν του ανήκουν και δεν τους ανήκει. Λίγο αργότερα θα "δει" και πάλι το μέλλον εισάγοντας dub house στοιχεία σε αυτό που ξεκίνησε να είναι το τελευταίο άλμπουμ των Style Council, η Polydor όμως αρνήθηκε την κυκλοφορία του και στα τέλη της δεκαετίας του 80 ο ήρωας μένει χωρίς δισκογραφικό συμβόλαιο, συγκρότημα και προοπτική.

1984: Style Council: Cafe Blue: Not my piece of cake. Το ξεκαθάρισα και παραπάνω νομίζω. Ποτέ δεν θεώρησα τους Style Council πραγματικά καλό σχήμα. Ούτε η διακριτικότητα, ούτε η εκλεκτικότητα τους κατάφεραν ποτέ να ισοσκελίσουν την φυσική αδυναμία της μουσικής τους να καταστεί κάτι περισσότερο από συνοδευτική. Ομολογώ όμως το εξής: έχουν καταφέρει να κερδίσουν τη μάχη με το ραδιοφωνικό χρόνο, πιο αναίμακτα και πιο αξιόπιστα από οτιδήποτε άλλο. Από τους Simply Red, τη Sade, τον Black... Οτιδήποτε από το Cafe Blue ακούγεται στο ραδιόφωνο, καθιστά άμεσα την ακρόαση όμορφη και μουσικά αξιόπιστη. ΟΚ το Paris Match είναι ένα από τα είκοσι καλύτερα τραγούδια του Paul Weller, αλλά φαντάζεστε τι θα γινόταν αν μετά από όλα αυτά τα χρόνια συνέχιζε να είναι τόσο ξεκούραστος; (7/10)

From the JamΉρθαν έτσι τα πράγματα και το πιο αψεγάδιαστο ίσως όνομα της βρετανικής πανκ χρυσής εποχής, ταυτίστηκε με την πιο ευτελές και αρπαχτικό reunion από όλα όσα αναγκαστήκαμε να υποστούμε τα τελευταία χρόνια. Οι Bruce Foxton και Rick Buckler έχοντας προφανώς βαρεθεί να "παρακαλάνε" τον Paul, αποφάσισαν να εξαργυρώσουν μόνοι τους τις μετοχές των Jam στο χρηματιστήριο απαξίας του rock 'n' roll, που όσο γελοίος και αν είσαι σήμερα, όλο και θα σου δώσει ένα καλό μέρισμα, αν κάποτε υπήρξες σπουδαίος έστω και για μία στιγμή. Και ήταν τυχεροί, διότι η συνθετική πένα του Weller τους είχε κληροδοτήσει άπειρες σπουδαίες στιγμές, για να βγουν και πάλι στο δρόμο ως From The Jam. Μίσθωσαν φωνή, πλήκτρα και ρυθμική κιθάρα, ξεπουλήθηκαν και ξεπούλησαν τα περισσότερα από τα show για τα οποία ο Paul δεν θέλησε να κάνει το παραμικρό σχόλιο. Από την άλλη οι παλιοί του σύντροφοι σχολιάζουν ως μεγάλη ντροπή το ότι δεν θέλησε να αναμειχθεί σε αυτό το reunion. Και είναι πραγματικά ντροπή... Οι Jam με τον ένα ή τον άλλο τρόπο όλα αυτά τα χρόνια παρέμειναν το απόλυτο μουσικό σύμβολο της νεανικής καθαρότητας. Η εικόνα που πάντα έχουμε για αυτούς είναι το πρότυπο των ατίθασων και ωραίων, των cool και σοφών παράλληλα ανθρώπων της μουσικής. Ένας μύθος που έμεινε ανέγγιχτος ακόμη και από τις προσωπικές πορείες των μελών τους, που απέφυγαν επιμελώς να τον εκμεταλλευτούν. Δεν έπρεπε να χαλάσει αυτή η ωραία εικόνα; Δεν έπρεπε επιτέλους να εξαργυρωθεί άμεσα στο ταμείο η προσφορά της μπασογραμμής του A Town Called Malice στους Supergrass, τους Kaiser Chiefs και τόσους άλλους; Ε, ντροπή κύριε Weller. Μήπως αν ονομάζανε το συγκρότημα From The Jam Το The Grave θα είχανε φτάσει πιο κοντά στο στόχο όμως;

1993: Paul Weller: Live Wood: Ρε, το επιχειρηματικό μου δαιμόνιο λέει ότι οι αρχές των 90s ήταν το ιδανικό σημείο για να επανασυνδέσει ο άνεργος και άπραγος Paul Weller τους Jam. Δεν είδες το μεγαλείο του Madstock; Αυτός γιατί προτίμησε να κάνει ένα σχεδόν lo- fi, πλην "καθαρό" pop άλμπουμ, που για πρώτη φορά τον έφερε σε επαφή με την "αμερικάνικη" πλευρά του εαυτού του, εγκαινιάζοντας παράλληλα έναν απενοχοποιημένο τρόπο γραφής για την βρετανική σκηνή, που για ακόμη μια φορά θα καταστεί επιδραστικός. Και μάλιστα άμεσα. Στο ομώνυμο τραγούδι σφιχταγκαλιάζονται επιτέλους με τον Neil Young, με τον οποίο είχαν στα πεταχτά συναντηθεί στις τελευταίες στιγμές των Jam. Πριν προλάβετε να απαντήσετε στην ερώτηση Has My Fire Really Gone Out? με μαεστρία ο μάγκας εισάγει εαυτόν στην adult orientated pop του μέλλοντος του, λίγο πριν προλάβουν και το στιγματίσουν ως παππού των μοντάδων, πατέρα, νονό ή δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο. (9/10)

The Jam 3Οι Jam ήταν μία αγγλική ροκ μπάντα, που έδρασε στη δεκαετία του 70 μέχρι τις αρχές του 80. Αυτή η αφόρητα τυπική φράση της Wikipedia, του Allmusic και όσων άλλων προσπαθούν να απεξαρτήσουν τη μουσική ιστορία από το συναισθηματικό ισοζύγιο αυτής, είναι δυστυχώς ο καλύτερος τρόπος για να περιγράψει κανείς το τι πραγματικά υπήρξαν οι Jam. Υπήρξαν όντως η βρετανική ροκ μπάντα, την οποία είχε απόλυτη ανάγκη η βρετανική μουσική για να μη "σπάσει" ανεπανόρθωτα η αλυσίδα Beatles-Stones-Who-Kinks... μέχρι να έρθει η ώρα για τους Smiths. Το πανκ ήρθε προς τα πάνω τους και το αντιμετώπισαν ασφαλώς με απόλυτα cool τρόπο. Το άγγιξαν, το περιεργάστηκαν, σε στιγμές το "ντύθηκαν", αλλά ποτέ δεν χάθηκαν μέσα του. H Rickenbacker του Weller παρέμεινε σε κάθε τραγούδι των Jam ακέραια και ποτέ δεν χάθηκε στο πανκ χάος ή στο new wave σκοτάδι. Έδιναν συναυλίες ασταμάτητα και από ένα σημείο και έπειτα έγιναν και μία ασταμάτητη μηχανή επιτυχιών. Στον κατάλογο τους δεν υπάρχει μέτριο άλμπουμ, παρότι κάποιοι θεωρούν ως τέτοιο το "βιαστικό" This Is A Modern World. Ο πολιτικός λόγος του Weller, πιο ουσιαστικά βίαιος από αυτόν του Lydon, αλλά και πιο αποδοτικός σε προσωπικό επίπεδο από αυτόν του Curtis. Σχηματισμένοι στο Woking Surrey, ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα τους ήταν το ότι ποτέ δεν ταυτίστηκαν με τη μουσική σκηνή μίας και μόνης πόλης και άρα και με την συνεπακόλουθη παρακμή αυτής, πόσο μάλλον με την μάστιγα του ηχητικού κλισαρίσματος. Άλλωστε οι Jam δεν γνώρισαν την παρακμή. Το είπαμε αυτό. Στιγματίστηκαν ως οι απόλυτοι ΒΡΕΤΑΝΟΙ από το πρώτο του In The City μέχρι το τελευταίο του Beat Surrender δευτερόλεπτο. Το δικό τους mod revival υπήρξε τελικά πιο σαγηνευτικό μες στο χρόνο από ότι και αυτή η ίδια η πρώτη περίοδος των Mods. Όποτε και ήταν αυτή τελικά...

Paul Weller 20092008: Paul Weller: 22 Dreams Το μεγαλύτερο σε διάρκεια άλμπουμ τριών δεκαετιών καριέρας για τον Weller, φουλαρισμένο σε καλεσμένους και διασκορπισμένο στους πέντε ορίζοντες της μουσικής. Στο Song For Alice σε βάζει να αναρωτιέσαι ποια ήταν τέλος πάντων όλα αυτά τα χρόνια τα πράγματα που τον συνέδεαν με τον "έξω κόσμο" της Alice Coltrane, εκτός από τη συμμετοχή του Robert Wyatt, ενώ τα "παιδιά του" (Γκάλαχερ, Κόξον και σία) φυσικά και δεν θα μπορούσαν να λείπουν από τη συνεύρεση. H πρόθεση του να γράψει ένα δύσβατο άλμπουμ είναι προφανής. Το UNCUT το χαρακτήρισε ως το δικό του White Album. To Pitchfork ως το άλμπουμ εκείνο που στέκει ανέλπιστα μόνο του στη δισκογραφία του δημιουργού του. Μαζί με όλα αυτά το 22 Dreams είναι το άλμπουμ που μας ξεγέλασε κάνοντας μας στην αρχή να νομίσουμε ότι τελικά ήρθε η ώρα και για τον Paul Weller να γεράσει. Μερικές ακροάσεις αργότερα όμως θα καταλήξετε ότι πρέπει να περιμένετε μερικά χρόνια ακόμη για να συμβεί πραγματικά κάτι τέτοιο.

Ο Paul Weller ποτέ και με κανένα σχήμα δεν έχει εμφανιστεί στην Ελλάδα. Η μεγάλη αυτή παράλλειψη θα αποκατασταθεί την Τρίτη 14 Ιουλίου στο Θέατρο Βράχων στην Αθήνα, παρότι βέβαια το παραπάνω κείμενο δεν είναι διαφημιστική καταχώρηση.