Παύλος Παυλίδης & B-Movies

Λυρισμός και ευαισθησία

Παύλος ΠαυλίδηςΤο να έχεις περάσει την εφηβεία σου στα χρόνια των παχιών αγελάδων του ελληνικού ροκ (του ελληνόφωνου, για να είμαι πιο σαφής), όπου όποιος γρατζούνιζε μια κιθάρα, έγραφε ελληνικό στίχο (στιχάκια, εδώ που τα λέμε) και ήταν και από τη Θεσσαλονίκη κατά προτίμηση, υπέγραφε δισκογραφικό συμβόλαιο, μπορεί άνετα να σε καταστήσει γραφική. Ενώ πλέον αναγνωρίζω ότι η πλειονότητά των συγκροτημάτων τω καιρώ εκείνω δημιούργησε μια επίπλαστη, αρπακολλατζίδικη σκηνή, χωρίς συνοχή, παραγωγή και ταλέντο, έχει τύχει να ακούσω κομμάτια της εποχής και να χαμογελάσω νοσταλγικά. Ενίοτε έχει τύχει και να τα τραγουδήσω (πέστε να με φάτε ελεύθερα).

Γραφική επίσης μπορείς να γίνεις όταν χαίρεσαι (και κοκορεύεσαι) που πρόλαβες εν ενεργεία και που άκουσες ζωντανά ονόματα όπως οι Τρύπες και τα Ξύλινα Σπαθιά. Όταν ακόμα και τώρα κάνεις συζητήσεις για το ποιο από τα δυο ονόματα υπήρξε σημαντικότερο και για το ποιος από τους δυο μπροστάρηδες (Αγγελάκας ή Παυλίδης) έχει "καλύτερη" σόλο πορεία. Όχι πώς υπάρχει απάντηση. Ούτως ή άλλως, το τι αγγίζει παραπάνω τον κάθε ακροατή είναι καθαρά προσωπικό.

Στη συζήτηση λοιπόν αυτή εγώ πάντα ψήφιζα Σπαθιά και Παυλίδη. Ίσως γιατί, σε αντίθεση με τις Τρύπες και τον Αγγελάκα, παρακολούθησα τα Σπαθιά και τον Παυλίδη από την πρώτη στιγμή τους-και μεγάλωσα με τα τραγούδια τους. Μου αρέσει και με συγκινεί ιδιαίτερα η ευαισθησία και ο λυρισμός που αποπνέουν οι δημιουργίες του. Εκτιμώ την πορεία του μακριά από τα εύκολα, ανθεμικά τραγούδια-συνθήματα και την εξέλιξή του. Τόσο αυτήν που έχει επιφέρει στον εαυτό του, όσο και στο πολύπαθο ελληνικό ροκ (ό, τι κι αν σημαίνει πια αυτός ο ταλαιπωρημένος όρος). Σέβομαι το γεγονός ότι διυλίζει με τον δικό του, ιδιαίτερο τρόπο την πραγματικότητα και την ένταση που μας περιβάλλει, χωρίς να προβαίνει σε καταγγελτικές κραυγές και σε δήθεν επαναστατικά τσιτάτα. Αγαπώ την εικονοπλαστική δύναμη των στίχων του και την τρυφερή εσωτερικότητά του. Αν τα Σπαθιά για μένα υπήρξαν το κατακλυσμιαίο συναίσθημα που σε παίρνει και σε σηκώνει, ο Παυλίδης και η σόλο πορεία του είναι η ήρεμη συνειδητοποίηση της ομορφιάς που κατακλύζει τα πάντα γύρω μας. Πλοία, καλοκαίρια, βράχια, όμορφα κορίτσια, ποδήλατα, δέντρα, πουλιά, γριές παράξενες κυρίες. Όλα είναι εδώ, στον κόσμο του, τον τόσο άνετο και οικείο για μένα. Κι "εδώ είναι ωραία mister", όπως θα έλεγα σε μιαν άλλη εποχή.

Τέλος, καταντάς ο ορισμός της γραφικότητας όταν έχεις πάρει το (εδώ και χρόνια αχρησιμοποίητο) πικάπ των γονιών σου σπίτι σου, έχεις αρχίσει να αγοράζεις βινύλια και νομίζεις ότι έχεις ανακαλύψει τον τροχό και την πυρίτιδα. Ε, όταν έμαθα ότι τα τρία πρώτα σόλο άλμπουμ του Παυλίδη (που τον αγαπάω πολύ, το είπαμε αυτό), τα οποία πρωτοκυκλοφόρησαν από την Archangel, βγήκαν για πρώτη φορά σε βινύλιο 180 γραμμαρίων από την Inner Ear και άρχισα να κάνω σαν παιδάκι, γιατί θα εμπλούτιζα τη μικρή συλλογή μου, θα άκουγα τους δίσκους στο πικαπ και θα έβλεπα τα εξώφυλλα και τα ένθετα σε μεγάλη ανάλυση, κατάλαβα ότι δεν είμαι μόνο γραφική. Είμαι και γελοία. Αλλά δε βαριέσαι-ούτως ή άλλως, μόνο για τη μουσική αξίζει να γίνεται κανείς γελοίος.

 

Αφού λοιπόν ξεχάστηκα... (2004)

ΑφούΗ πρώτη σόλο δουλειά του Παυλίδη μετά τα Σπαθιά αποτελεί ίσως την εξέλιξη της τελευταίας studio κυκλοφορίας του συγκροτήματος-αναφέρομαι στο "Ένας κύκλος στον αέρα" φυσικά. Το τελευταίο έδινε έμφαση στα πλήκτρα και στα ηλεκτρονικά στοιχεία και ακροβατούσε ανάμεσα στα έντονα χορευτικά κομμάτια όπως το "Πάρε με μαζί σου" και το "Τι περιμένουν" και στα ευαίσθητα ψιθυριστά τραγούδια όπως τους "Δαίμονες" και το "Ναυαγό". Το "Αφού λοιπόν ξεχάστηκα..." αφήνει πίσω τα πλήκτρα, στρέφεται στην κιθάρα, χρησιμοποιεί την τεχνολογία μόνο ως μέσο καταγραφής της μουσικής και ακολουθεί εσωστρεφείς, μελαγχολικούς δρόμους. Μια υποδόρια θλίψη και μια αίσθηση συννεφιάς χαρακτηρίζει το δίσκο. Αλλωστε, τα "Δέντρα" είναι αφιερωμένα στην μνήμη του παππού του Παυλίδη και το "Last call to Paris" στην Κατερίνα Γώγου.

Ακουστικές φόρμες, πολύ ιδιαίτερα πνευστά (στο "Intro" ακούγεται ινδικό φλάουτο και στη "Σπασμένη πολυθρόνα" φλικόρνο), αργόσυρτες μελωδίες, ζεστή ερμηνεία. Παράλληλα, ο Παυλίδης δεν αποκόπτεται από τη στιχουργική/ ποιητική ελληνική τραγουδιστική παράδοση. Το αντίθετο μάλιστα. Τη συνεχίζει θα έλεγα, με το "Μόχα" (οι επιρροές από την ποίηση του Καββαδία είναι εμφανέστατες) και με το "Χαζοπούλι" (το "Τσιριτρό" παραπέμπει άμεσα στο ομώνυμο ποίημα του Ζαχαρία Παπαντωνίου-"Σε μια ρώγα από σταφύλι/έπεσαν οχτώ σπουργίτες..."). Την ίδια στιγμή όμως η προσωπική του εικονοπλασία παραμένει έντονη και παραστατική: η ταυρομαχία στη "Σπασμένη πολυθρόνα", ο άδειος κήπος του "Κηπουρού", η μοναξιά στο "Δεν υπάρχεις", όλα είναι 100% Παυλίδης. Νοσταλγία, ματαιότητα και χαμένη αγάπη. Όχι αυτή που την είχες και την έχασες, αλλά αυτή που δεν τόλμησες ή δεν μπόρεσες να διεκδικήσεις.

Ίσως αυτό να είναι και το μείον του δίσκου. Η διάχυτη μελαγχολία του και οι χαμηλοί τόνοι τον καθιστούν όχι μονότονο (οι μελωδίες, παρά την απλότητά τους, συντίθενται από πολύπλευρα στοιχεία), αλλά σίγουρα ομοιόμορφο. Αυτό βέβαια δεν είναι απαραίτητα κακό, καθώς έτσι το "Αφού λοιπόν ξεχάστηκα..." ακούγεται σαν σύνολο. Όπως και φαντάζομαι ότι επιθυμούσε ο δημιουργός του.

Τέλος, έχω την αίσθηση ότι τα τέσσερα ορχηστρικά κομμάτια στο δίσκο ("Intro", "Immortal story", "Η άμαξα" και "Last call to Paris") λειτουργούν σαν γέφυρες ανάμεσα σε τραγουδιστικές ενότητες. Ο δίσκος ξεκινά από τον έξω κόσμο (περιστέρια, δέντρα, η μοναξιά στην όμορφη πόλη), κινείται προς τη φύση (θάλασσα, κήποι), ταξιδεύει πάνω σε μια σπασμένη πολυθρόνα προς κάτι που δεν υπάρχει και καταλήγει στον έσω κόσμο του δημιουργού. Ένα χαζό πουλάκι, που γίνεται ευτυχισμένο με τα πιο απλά πράγματα. Και έτσι, το χαζοπούλι γίνεται ο μεγαλύτερος σοφός στον κόσμο. (7,5)

 

Άλλη μια μέρα (2006)

Άλλη μια μέραΝα' το λοιπόν το νεύρο, να' τα και τα ηλεκτρονικά στοιχεία, να' τος και ο πειραματισμός που έλειπε από τον προηγούμενο δίσκο. Οι B-Movies, οι μουσικοί συνοδοιπόροι του (και τι συνοδοιπόροι!) κάνουν έντονη την παρουσία τους από την πρώτη στιγμή. Δίσκος πιο φρέσκος, πιο ζωντανός, πιο χορευτικός. Από τα πρώτα δευτερόλεπτα βυθίζεσαι και χάνεσαι μέσα του. Ο ακουστικός ήχος του "Αφού λοιπόν ξεχάστηκα..." γίνεται ηλεκτρικός και έντονος: βιολιά, τρομπέτες, σαξόφωνα, κρουστά και δεύτερα φωνητικά συνηγορούν προς αυτή την κατεύθυνση. Ακόμα και τα πιο αργά κομμάτια έχουν μια ένταση που κρυφοβράζει-για να εκραγεί και να ξεχειλίσει στα πιο γρήγορα τραγούδια του δίσκου. Η μετάβαση από το "Άλλη μια μέρα" στο "Όσο μικραίνω" είναι απολύτως χαρακτηριστική αυτής της μετάβασης. Η εικονοπλαστική δύναμη του Παυλίδη εδώ βρίσκεται στις καλύτερες στιγμές της: ο "Κοραλλένιος βυθός" διαθέτει μια από τις πιο όμορφες περιγραφές που έχω διαβάσει, εφάμιλλη της οπτικοποίησης του "Down by the water" της Polly Jean Harvey.

"Η μικρή μας πολιτεία" ανοίγει το δίσκο και η ειρωνεία της σε παίρνει από τα μούτρα. Ίσως οι "συνεπείς επαναστάτες [που] θα μου πούνε πότε κάνω λάθος" να είναι οι πρόγονοι των "κλεφτών και αστυνόμων" της "Μαίρης" από τις "Ιστορίες που ίσως έχουν συμβεί". Το "Δεν είμαι από εδώ" και το "Αερικό" είναι ίσως τα πιο λυτρωτικά τραγούδια που έχει γράψει ποτέ ο Παυλίδης: αέρινα, φωτεινά και ταξιδιάρικα. "Το στοιχειωμένο σπίτι" είναι από τα κομμάτια που έχουν μείνει μέσα μου. Μπορεί γιατί είναι εύκολο να ταυτιστείς σε πολύ μεγάλο βαθμό μαζί του. Όπως και με το "Οι απέραντοι δρόμοι". Από τη μια, ο τρόμος της αγάπης. Πώς να ανοίξεις πάλι την καρδιά σου όταν έκανες τόσο καιρό να μαζέψεις τα κομμάτια της και να τα ξαναβάλεις όπως-όπως στη θέση τους; Και από την άλλη, ο πόνος της απώλειας. Ποιο τιμόνι να γεμίσει τα χέρια σου και σε πόσους δρόμους θα γυρίσεις μέχρι τυχαία να Τον ή να Την δεις; Οι "Θεριστές", με τη σειρά τους, είναι ό, τι πιο κοντά έχει κάνει στα Ξύλινα Σπαθιά μέχρι στιγμής και η "Super Star" ξαναπιάνει το νήμα της ειρωνείας από εκεί που το άφησε "Η μικρή μας πολιτεία". Τα "Σύννεφα", τέλος, κλείνουν το δίσκο με έναν μαγικό στην απλότητά του τρόπο: "μέχρι τον ορίζοντα όμορφα/σύννεφα σήμερα".

Το "Άλλη μια μέρα" ήταν ο καλύτερος δίσκος του μέχρι να βγουν οι "Ιστορίες που ίσως έχουν συμβεί"-με καθαρά μουσικά κριτήρια. Για μένα όμως παραμένει -με καθαρά συναισθηματικά κριτήρια- ο πιο προσωπικός του δίσκος. Και αυτός που τον νιώθω πιο "δικό μου" από όλους. (8,5)

 

Αυτό το πλοίο που όλο φτάνει (2010)

ΑυτόΑυτός εδώ ο δίσκος συνδυάζει το ακουστικό στοιχείο του "Αφού λοιπόν ξεχάστηκα...." με την ευθύτητα και την αμεσότητα του "Άλλη μια μέρα". Τέρμα το νεύρο και η ένταση, επιστροφή στους γήινους ήχους και στις ήπιες ενέσεις ηλεκτρισμού στις ακουστικές μελωδίες. Επίσης, τέρμα η θλίψη και η μελαγχολία που εκφράζονται σε μινόρε. Γλυκές και απλές ενορχηστρώσεις, δεύτερα φωνητικά και οι B-Movies να πετυχαίνουν την τέλεια ισορροπία ανάμεσα στον βασικό ηχητικό πυρήνα που αποτελείται από κιθάρα-μπάσο-ντραμς-πλήκτρα και στον κεντημένο εμπλουτισμό του με πνευστά, βιολιά και δεύτερα φωνητικά. Ακόμα και το artwork (οι πανέμορφες γυναικείες μορφές, τα λουλούδια και τα πλοία του Στέφανου Ρόκου) συνηγορεί προς αυτή την κατεύθυνση. Όχι πώς η στιχουργία και η μουσική του Παυλίδη έγιναν ξαφνικά ελαφριές. Απλά αυτή τη φορά είναι αβίαστα ντυμένες με φως, χρώμα και δροσιά.

Το ειδοποιό στοιχείο στο δίσκο αυτό, σε σχέση με τις προηγούμενες δουλειές του είναι ότι εδώ οι ιστορίες που αφηγείται ο Παυλίδης ξεφεύγουν από τον απόλυτα προσωπικό χαρακτήρα τους και αρχίζουν να έχουν κάπου στο υπόβαθρό τους τη ζοφερή πραγματικότητα που βιώνουμε καθημερινά τα τελευταία χρόνια. Κάτι που θα γίνει ακόμα πιο έντονο στις "Ιστορίες που ίσως έχουν συμβεί" και που τον ολοκληρώνει ακόμα περισσότερο ως καλλιτέχνη. Επί παραδείγματι, το "Αντικαταπληκτικά" είναι μια ανατριχιαστικά ακριβής περιγραφή της καθημερινότητάς μας τα τελευταία χρόνια: "κλειδώνει εφτά φορές, ξέρεις δεν είναι όπως πρώτα, πρέπει πάλι να αλλάξει κλειδαριά.... ύστερα στο σπίτι, διαδίκτυο, ενημέρωση εκπομπές για τον πλανήτη αντικαταθλιπτικά". Το "πιο βαμμένο ψέμα" της "Super Star" του προηγούμενου δίσκου είναι αυτό ακριβώς. Η πανέμορφη "Λευκή Καταιγίδα" μιλά για μια ιστορία αγάπης από την όμορφη αρχή ως το πικρό τέλος και το "Νοσφεράτου" για τη μοναξιά των ανεκπλήρωτων συναισθημάτων. Όλα είναι μόνα τους, όλα. Έμψυχα και άψυχα: μηχανές, κασετόφωνα, αυτοκίνητα.

Από την άλλη όμως, δεν είναι όλα μαύρα. Το "Ποδήλατο" κάνει μια ευθεία αναφορά στη σχέση της Αγάπης με το Θείο ("μοιάζει ο παράδεισος με δρόμο που σε σένα φτάνει... ακόμη και ένας άγγελος λυπάται μόνος...") Πώς το έλεγε το μακρινό 1993 στο "Αφού σου το' πα"; "Το είπε παλιά κι ο μάγκας που δήλωσε Θεός/ χωρίς αγάπη όλους ο διάολος θα μας πάρει". Και στο "Ράδιο Lollipop", το λέει ξεκάθαρα: "Άκουσα ειδήσεις το πρωί, η φωνή που λέει τα νέα/ είπε πως σήμερα η ζωή στη γη θα είναι πολύ ωραία". Ναι, η ζωή συνεχίζεται και, παρά τις αντιξοότητες, είναι πολύ όμορφη. Ειδικά όταν είναι ντυμένη με τέτοιες μουσικές. (7).