Περί πνευματικότητας
Περί της παρουσίας ορατών τε πάντων και (κυρίως) αοράτων... στην Τέχνη. Του Αναστάσιου Μπαμπατζιά
Είναι πράγματι μυστήριο φρούτο η πνευματικότητα. Κάτι εντελώς αόριστο (όχι όμως ανύπαρκτο). Ένα φάσμα πάνω από τα κεφάλια των καλλιτεχνών αλλά και όλων των ανθρώπων. Όμως αυτός καθόλου δεν είναι λόγος να θεωρείται άνευ σημασίας, να υποτιμάται και να θεωρείται άχρηστο ή και κακό. Δυστυχώς συμβαίνει και αυτό. Ίσως συμβαίνει επειδή η λέξη πνευματικός και πνευματικότητα χρησιμοποιούνται από κάποιους συνήθως με πονηρό τρόπο για να αποκλειστούν άνθρωποι και καταστάσεις που είναι τάχα μου χωρίς πνεύμα. Έχει να κάνει δηλαδή με κοινωνικό ελιτισμό η φάση τελικά για άλλη μια φορά. Η ανώτερη τάξη και κυρίως οι κουλτουριάρηδές της, οτιδήποτε δεν ανήκει στην κλίκα της το θεωρεί μη πνευματικό και φυσικά όπως και οτιδήποτε δεν καταλαβαίνει, κατώτερο.
Ίσως επίσης κάποιοι να θεωρούν ότι η πνευματικότητα, μέσα στην αοριστία της, είναι κάτι όντως άχρηστο για τον άνθρωπο, για τους υλιστές ουσιαστικά ανύπαρκτο, που ως ιδέα βάζει τρικλοποδιές σε αυτόν που αναζητεί την… πραγματικότητα, τον ρεαλισμό και τον ορθολογισμό, κάτι που απομακρύνει από το στόχο. Σε αποπροσανατολίζει. Τα πράγματα βέβαια δεν είναι καθόλου έτσι. Αν ήταν, η τέχνη δεν θα υπήρχε (ίσως κάποιους να τους βόλευε να μην υπήρχε). Δεν θα τη χρειαζόμασταν πια και δεν θα την κάναμε. Αφού η τέχνη είναι και μια επίκληση (είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα) στο αόρατο και το άγνωστο. Η πνευματικότητα και η τέχνη στην πραγματικότητα δεν διαχωρίζονται. Η τέχνη χαρακτηρίζεται από την πνευματικότητα. Και μιλάμε για όλη την τέχνη. Και την «ανώτερη» και την… παρακατιανή. Γιατί η πνευματικότητα σχετίζεται με μια ιδιότυπη κατάσταση νόησης. Ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να σκέφτεται αλλά η νόηση δεν είναι μόνο η σκέψη, ούτε μόνο η λογική.
Κάναμε διάφορα σε όλη την ιστορία μας για να εκφράσουμε αυτή την ιδιότυπη κατάσταση νόησης και συνείδησης. Φτιάξαμε θρησκείες, ανακαλύψαμε τις τέχνες, ανακαλύψαμε και προσπαθήσαμε να μπούμε (όσο πατάει το μυρμήγκι) στο υποσυνείδητο. Αναγνωρίζουμε ότι τα πράγματα υπάρχουν και πίσω από το ορατό. Η πνευματικότητα έχει να κάνει με αυτό που αντιλαμβανόμαστε πίσω από τα φαινόμενα, έχει να κάνει με την ιδέα ότι το άγνωστο δεν είναι άδειο και υπάρχει ερήμην μας. Δεν είμαστε το κέντρο. Απλώς είμαστε το κέντρο των αισθήσεών μας. Μόνο. Είναι πολύ επιφανειακό, μικρό, να νομίζει κανείς το αντίθετο, ότι όλα στην ύπαρξη είναι ό,τι αντιλαμβανόμαστε άμεσα, ό,τι αναγνωρίζουμε και ό,τι καταλαβαίνουμε εύκολα. Και οπωσδήποτε είναι πολύ βαρετό και σε απομακρύνει τελικά από την αλήθεια της ομορφιάς και τη θέληση για ζωή. Σχεδόν τίποτα από όσα κοροϊδεύουμε σήμερα στον σύγχρονο δυτικό κόσμο δεν είναι άξιο για κοροϊδία και χλεύη. Όλα αυτά τα μη επιστημονικά πράγματα που επιλέγουμε εύκολα να αποστρεφόμαστε, όπως οι θεωρίες συνωμοσίας, οι μαγγανείες, η μαγεία, τα φαντάσματα, οι εξωγήινοι, είναι εν δυνάμει λαϊκή τέχνη. Βαθιές πνευματικές ποιότητες που σε κάθε εποχή εμφανίζονται με έναν τρόπο και ειδικά σήμερα είναι καταπιεσμένες. Ας πω κι αυτό όμως που για μένα εννοείται αλλά ίσως όχι για όλους για να τους προλάβω. Σε όλα αυτά απλώς πρέπει να αντιλαμβανόμαστε την ζωτική παραμυθένια ομορφιά τους. Όχι να τα εμπιστευόμαστε και να τα πιστεύουμε μέσω ορθολογιστικών λογισμών με αποτέλεσμα να μας κάνουν κακό.
Η τέχνη είναι μια δραστηριότητα του ανθρώπου απολύτως πνευματική. Σε όλες τις τέχνες τελείται κάτι το οποίο δεν έχει σχέση με την ύλη. Αν λοιπόν το παραδεχτούμε αυτό, κάθε καλλιτεχνική δραστηριότητα είναι και πνευματική, εμπεριέχει έναν πνευματικό κόπο, ασχέτως αν είναι επιτυχημένη ή όχι. Μιλάμε όμως για πνευματικότητα στην τέχνη, πλεονάζουμε δηλαδή, όταν η προσπάθεια του καλλιτέχνη παράγει όντως καρπούς. Όταν είναι καλή. Δηλαδή, η πνευματικότητα δεν είναι κάτι συγκεκριμένο (όπως είπα και παραπάνω), κάτι που μπορεί να υπολογιστεί και να μετρηθεί, ή να περιγραφεί και να αποκωδικοποιηθεί και να χρησιμοποιηθεί σαν να είναι άλλο ένα υλικό της δουλειάς. Είναι ακριβώς, ένα… πνεύμα. Που μπορούμε να το αισθανθούμε στην τέχνη σαν κάτι αδιόρατο που εκπέμπεται από το έργο. Είναι όμως κάτι πραγματικά αδιόρατο. Θέλει κεραίες βαρβάτες ο αποδέκτης για να το εκλάβει. Και για να τις έχει αυτές τις κεραίες πρέπει να τρίψει τη μούρη του, να ακονιστεί, να εκπαιδεύσει τον εαυτό του. Εκτός κι αν μιλάμε για μια τέχνη εντελώς αυθόρμητη, λαϊκή και βιωμένη από την κοινότητα, όπου εκεί το πνεύμα κατακλύζει άμεσα τα πάντα γιατί έχει «εκπαιδεύσει» αυτή την κοινότητα για εκατοντάδες ή και χιλιάδες χρόνια. Βασικά σε όλη τη μεγάλη τέχνη η πνευματικότητα είναι άμεση και κατακλύζει τα πάντα γιατί οποιοσδήποτε αποδέκτης δεν έχει τη δύναμη να περιορίσει τη διείσδυσή της. Γι’ αυτό όλοι συγκινούνται με ένα τρόπο μπροστά στον Ελ Γκρέκο ή στον Μιχαήλ Άγγελο ή όταν ακούσουν την Τραβιάτα του Βέρντι.
Πάντως έχει να κάνει και με το ποιόν του αποδέκτη, την ικανότητά του να την αντιλαμβάνεται δηλαδή. Την ικανότητά του να συντονίζεται. Αν είναι λαϊκός, αντιλαμβάνεται την μεγάλη πνευματικότητα των λαϊκών πραγμάτων, για την οποία έχει εκπαιδευτεί από τότε που γεννήθηκε από την κοινότητά του για να την αντιλαμβάνεται και να μεθά με αυτήν. Να μπαίνει σε έκσταση. Αυτή η ικανότητα δεν έχει να κάνει λοιπόν με τις όποιες περγαμηνές μπορεί να έχει ή να μην έχει ο καθείς. Έχει να κάνει με την τριβή που έχει ο άνθρωπος με την τέχνη. Με τον τρόπο που την αντιμετωπίζει. Από τον πιο σπουδαγμένο, τον πιο ειδικό ή κουλτουριάρη (κακό του κεφαλιού του του τελευταίου) μέχρι τον πιο λαϊκό ή και αγράμματο άνθρωπο, μπορούμε να βρούμε σε όλους όλες τις βαθμίδες της πνευματικότητας και της εσωτερικής κατανόησής της.
Η πνευματικότητα μόνο βιώνεται. Κάθε φορά που την αντιμετωπίζουμε. Κάθε φορά που βλέπουμε ή ακούμε το ίδιο έργο. Δεν είναι σαν να βλέπεις μια μέτρια ταινία που άμα τη δεις μια φορά καθάρισες. Δεν τίθεται ούτε ζήτημα spoiler. Κανείς δεν μπορεί να στο χαλάσει. Βιώνεις την πνευματικότητα (αν υπάρχει) κάθε φορά στα ίδια έργα με ένταση ανάλογη με την κατάσταση στην οποία βρίσκεσαι. Και είναι μια ηδονή ανείπωτη. Όπως αυτή που ένιωσα όταν άκουσα για πρώτη φορά ας πούμε τον ‘Καρυωτάκη’ της Λένας Πλάτωνος. Ήταν και αργά τη νύχτα και μόλις τέλειωνε ξαναπάταγα το play από την αρχή. Και ξανά. Και ξανά. Πέντε φορές το άκουσα ολόκληρο. Και κάθε φορά ένιωθα τον αέρα του δωματίου να πάλλεται. Λες και φαντάσματα πετούσαν μέσα. Δεν είναι αυτό όμως η πνευματικότητα, το να βλέπεις φαντάσματα δηλαδή… Πνευματικότητα είναι η ιδιότητα ενός έργου να σε κάνει να νιώθεις, να αφουγκράζεσαι πράγματα πέρα από την επιφάνεια και πέρα από τις πέντε αισθήσεις. Όταν το έργο σου ανοίγει ένα… τρίτο μάτι. Όταν μπορείς να αντιλαμβάνεσαι τα πράγματα αλλιώς με εργαλείο το έργο. Δεν είναι μεταφυσική. Είναι απολύτως φυσικά πράγματα μόνο που σήμερα μάλλον τα έχουμε κάπως ξεχάσει. Η τέχνη προσπαθεί να μας τα θυμίζει. Με το παραπάνω έργο της Λένας Πλάτωνος νιώθεις τα πράγματα αλλιώς. Είναι κυριολεκτικά ένα άνοιγμα για μια άλλη διάσταση.
Ο συνθέτης Valentin Silvestrov δημιούργησε ένα απόλυτα πνευματικό έργο, τα σιωπηλά τραγούδια του, τα “Silent Songs”, ένα κύκλο τραγουδιών όπου μελοποιούνται διάφοροι ποιητές. Έχει σημασία ποιοι είναι αυτοί αλλά δεν έχει κιόλας, γιατί ο πιανίστας Ilya Scheps και ο βαρύτονος Sergey Yakovenko δημιουργούν μια άνευ προηγουμένου εξωσωματική εμπειρία στους ακροατές και χωρίς να καταλαβαίνουν τίποτα από τα λόγια. Πραγματικά αυτό που ακούμε σε αυτό το έργο μοιάζει σαν να μην δημιουργήθηκε. Σαν να είναι ένας μυστικός θρήνος της ανθρωπότητας που υπήρχε από πάντα και θα υπάρχει για πάντα που όμως απέχει από κάποια πομπώδη δυναμική. Είναι ένα μυστικό. Μια λεπτή παράκληση μέσα σε ένα σκοτεινό δωμάτιο. Μια πράξη εσωτερικότητας, πόνου και αγάπης.
Ένα άλλο παράδειγμα υψηλής πνευματικότητας είναι μεγάλο μέρος των έργων του ζωγράφου Κωνσταντίνου Παρθένη. Ο Παρθένης ήταν ένας από τους σημαντικότερους νεοέλληνες ζωγράφους κυρίως γιατί κατάφερνε να δημιουργήσει με τα σχήματα και με τα χρώματά του ένα περιβάλλον, ένα τοπίο καλύτερα, εντελώς εξαϋλωμένο, απογυμνωμένο από κάθε φυσιολογική αίσθηση του κόσμου. Δηλαδή τα έργα του είναι κατεξοχήν πνευματικά και σε ολοκληρωτική αντίθεση με την ωμότητα του ρεαλισμού και την αγριότητα της σάρκας. Έφτιαχνε κυρίως θέματα που παρέπεμπαν στο πνευματικό, αντλούσε πολύ συχνά έμπνευση από τη θεματολογία της βυζαντινής παράδοσης όμως δεν είναι αυτό που καθιστά τα έργα του πνευματικά. Αν φτιάχνεις τέτοια θέματα με αγγέλους Παναγίες κλπ κλπ δεν είσαι αυτομάτως πνευματικός (όχι για να μην μπερδευόμαστε δηλαδή). Η πνευματικότητα του Παρθένη έχει να κάνει με την μεταμόρφωση της ύλης. Ούτως ή άλλως μόνο αυτό μπορεί να καταλάβει ο άνθρωπος ως πνευματικότητα απ’ τη στιγμή που αναγνωρίζει επιστημονικά και λογικά, μόνο την ύλη ως κάτι υπαρκτό. Η σκέψη του λοιπόν που αγωνιά να ξεφύγει από αυτή την περιορισμένη πραγματικότητα θέλει να μετατρέψει την ύλη σε κάτι άλλο… άγνωστο, μυστήριο και όχι χειροπιαστό. Η σκέψη ασφυκτιά στον κορεσμένο υλικό χώρο. Ο Παρθένης μέχρι και τα υλικά του, τις μπογιές κλπ, προσπαθεί και αυτά να τα εξαϋλώσει. Βάζει πολύ νέφτι στα λάδια για να αραιώνουν πάρα πολύ και να μοιάζει η βαφή του σα να μην είναι φτιαγμένη με χέρι αλλά σαν το «φύσημα» ενός (του) πνεύματος. Υπάρχουν τρομερά παραδείγματα της ζωγραφικής του. Παραδείγματα που δύσκολα μπορείς να βρεις (μάλλον αδύνατον) άλλα πράγματα να τα παραλληλίσεις. Όχι επειδή είναι (τα) καλύτερα αλλά ακριβώς σε σχέση με την πνευματική τους διάσταση. Για παράδειγμα ο ‘Ευαγγελισμός της Θεοτόκου’ που δεν είναι τυχαία ένα από τα πιο γνωστά έργα του. Υπάρχουν διάφορες εκδοχές του έργου αυτού, προσχέδια και δοκιμές (γιατί δεν βγαίνει εύκολα και με τη μία αυτή η «εμφάνιση» του άυλου). Μέσα σε ένα κυρίως μπλε περιβάλλον που εντείνει την αίσθηση του βάθους και του απόκοσμου αισθήματος του να καταλαβαίνεις ότι πίσω από τα πράγματα και κάτι άλλο καραδοκεί. Διαφάνεια. Ορατότητα πίσω από τις διαστάσεις. Οι φιγούρες είναι αβαρείς. Και του αγγέλου και της Παναγίας. Και μοιάζουν σα να μην ξεκολλάνε από το περιβάλλον, σαν να είναι όλα τηγμένα μέσα στο μεταφυσικό.
Όλα τα έργα του Παρθένη ακροβατούν μεταξύ φυσικού και άυλου. Είναι όμως κάποια ανάμεσά τους όπου αυτή η ακροβασία γίνεται κάτι παραπάνω. Ένας πραγματικός πνευματικός χορός. Άλλο ένα από αυτά τα έξοχα είναι η «Προσευχή στο Όρος των Ελαιών». Πρόκειται για εντελώς μαγικό έργο. Σπάνια θα συναντήσουμε περίπτωση (ίσως στην αρχαία Ελλάδα και στους Ιάπωνες), όπου η γεωμετρία χρησιμοποιείται με τέτοιον επιτυχημένο σε σχέση με την πρόθεση (την πνευματικότητα) τρόπο. Η σύνθεση είναι συνταρακτική. Ο Ιησούς είναι χαμηλά στη μέση δίπλα στην ελιά στα αριστερά του και σηκώνει τα χέρια προς τον άγγελο στα δεξιά. Ο Ιησούς φαίνεται σταθερός, όχι όμως και τα υπόλοιπα που μοιάζουν να στροβιλίζονται. Κι ας υπάρχουν τόσο σκληρές και απότομες γωνίες. Ένα από τα στοιχεία που δημιουργούν αυτή την πέρα από τα όρια υπερβατική διάσταση του έργου αυτού είναι η κλήση του αγγέλου. Ο τόπος που ίπταται λίγο πάνω από το έδαφος και δημιουργεί το σώμα του μια τόσο φανερή διαγώνια μέσα στο χώρο. Αυτό δημιουργεί και την αίσθηση της κίνησης, του στροβιλισμού και παίρνει μαζί του και την ελιά απέναντι που ισορροπεί την σύνθεση ενώ ταυτόχρονα χορεύουν γύρω από την κεντρική φιγούρα του θεανθρώπου. Ότι και να πούμε για αυτά τα έργα δεν είναι αρκετό. Δείτε τα.
Όλη η βυζαντινή ζωγραφική έχει ως πρωταρχικό στόχο αυτή την πνευματικότητα (ίσως και μοναδικό στόχο όταν δεν γίνεται για ύποπτους λόγους). Είναι ίσως η κατεξοχήν πνευματική τέχνη και αυτό ξαναλέω, όχι μόνο και όχι κυρίως γιατί τα θέματά της είναι πνευματικού περιεχομένου αλλά γιατί ο τρόπος που ζωγραφίζονται είναι παράλληλα πνευματικός. Τα χρώματα και τα σχήματα επιστρατεύονται και παίρνουν τη θέση τους σχεδόν μαγικά για να φτάσουμε στο άυλο. Και ακόμα και κει, στην κατεξοχήν πνευματική ζωγραφική μπορούμε να διακρίνουμε περιπτώσεις ζωγράφων που ξεχωρίζουν και που με έναν εντελώς ιδιαίτερο τρόπο κατάφεραν να εμφανίσουν μυστηριωδώς και μεγαλοφυώς αυτό το άυλο με έναν τρόπο σαν να τους ξεπερνά η ίδια τους η εργασία, σαν να μην την έκαναν αυτοί αλλά… κάτι άλλο. Μια τέτοια συγκλονιστική περίπτωση είναι ο μεγάλος ζωγράφος Θεοφάνης ο Έλληνας που έζησε από το 1340 έως το 1410. Αυτός ο τεράστιος καλλιτέχνης δημιούργησε με τον πιο ενεργητικό τρόπο που θα μπορούσε ένας ζωγράφος της εποχής του και της παιδείας του, εικόνες, εξωπραγματικά, εντελώς κυριολεκτικά πνευματικές, ζωντανές, αθάνατες. Ο θεατής βλέπει αγγέλους και ενώ ξέρει ότι οι άγγελοι είναι κάτι υπερφυσικό και αδιανόητο, αυτοί του μιλάνε και τον κοιτάνε σαν να είναι ζωντανοί μπροστά του μέσα από τις αδρές γραμμές και τις απλωμένες βαφές. Με μια απλότητα συγκλονιστική, σχεδόν αφελής για πολλούς άσχετους αλλά μεταφυσική για όποιους μπορούν και θέλουν να δουν.
Τα παραδείγματα είναι ευτυχώς πολλά αλλά ως κατάληξη θέλω να πω κάτι που είναι πολύ σημαντικό. Αυτό που λέμε πνευματικότητα δεν είναι κάτι που ο καλλιτέχνης επιδιώκει. Δεν το κάνει, όχι γιατί δεν το θέλει αλλά γιατί δεν προκύπτει έτσι. Είναι κάτι που μας διαφεύγει, κάτι άπιαστο που εμφανίζεται μόνο όταν του καπνίσει, όποτε (χωρίς καμιά προειδοποίηση) ανοίξει ο ουρανός και στιγμιαία λούσει για λίγο τον δημιουργό με άυλο μάννα και νέκταρ και το έργο που εκείνη την ώρα κάνει, αποκτήσει μια άλλη υπόσταση που υπερβαίνει και αυτόν τον δημιουργό και τον κόσμο. Η πνευματικότητα ενός έργου είναι αυτό που καθιστά το έργο υπερκόσμιο. Δεν εννοώ ότι αυτό είναι ένα ταλέντο ή θεϊκό δώρο. Είναι θέμα προσήλωσης. Ο καλλιτέχνης οδηγείται προς τα εκεί μέσα από τη σκληρή δουλειά και την επιθυμία να ανακαλύψει μια νέα σπάνια, άφταστη και δύσκολη ηδονή. Ακόμα και οι μεγαλύτεροι στην ιστορία της ανθρωπότητας καλλιτέχνες, σπάνια είδαν φως. Αλλά είδαν.
Η πνευματικότητα είναι μια λέξη λοιπόν που ορίζει κάτι μεγάλο, ένα χαρακτηριστικό όλης της μεγάλης τέχνης. Το ξαναλέω. Είναι η ίδια η τέχνη κάτι πνευματικό. Η πνευματικότητα είναι μια «ιερή» πληροφορία, ένα υπερκόσμιο data, που όμως δεν μπορεί να μεταφερθεί με κανέναν άλλο τρόπο εκτός από την διαδικασία, την πρακτική, την γλώσσα της τέχνης. Δεν είναι ένα θέμα. Είναι ΤΟ θέμα. Είναι κάτι ανείπωτο που μπορείς μόνο να δεις ή να ακούσεις φευγαλέα και οι καλλιτέχνες σου το παραδίδουν καιόμενοι.



