Poison Girls

«Never trust a hippie» έλεγαν κάποιοι γνωστοί και μη εξαιρετέοι πάνκηδες την εποχή που είχαν βαλθεί να αποδομήσουν κάθε τι παλιό, κάθε τι φθαρμένο από τον χρόνο, αποσκοπώντας σε κάτι καινούργιο, κάτι πιο το επαναστατικό. Και από δίπλα κάποιοι άλλοι ωρύονταν: «Μη δίνεις σημασία στα λόγια όποιου είναι πάνω από τριάντα, δεν έχει τίποτε να σου πει». Και να 'σου έρχεται, τραγική ειρωνεία, η Vi Subversa, μια σαραντάρα, χίπισσα με δυο παιδιά, για να σπάσει τα στεγανά αυτών που ήθελαν να σπάσουν τα στεγανά, να φτύσει στα μούτρα την ιδεολογία τους, να παρουσιάσει τη δική της, να φτιάξει τους Poison Girls, και για μια εφταετία να γίνει η μητέρα του Anarcho-punk, …η μητέρα όλων μας.

Vi SubversaTHE POISON BEGINS TO FLOW

Ήτανε καλοκαίρι του 1975 όταν η κυρία Frances Sokolov Sansom, πρώην γραμματέας στο New Musical Express, που μόλις είχε κλείσει τα σαράντα της, ανεβάζει στο ξακουστό Fringe Festival τη θεατρική της παράσταση με τίτλο The Body Show, αντιμετωπίζοντας για πρώτη φορά στη ζωή της κοινό να την παρακολουθεί. Συνοδοί της στο εγχείρημα αυτό, ο σύντροφός της Gary Robins και οι Richard Famous και Bella Dona. Το χαοτικά πειραματικό αυτό έργο, συνονθύλευμα ήχων και εικόνων δεν πρέπει να ήταν και ότι το καλύτερο και η παράσταση διακόπτεται άρον-άρον.

Παρά την αποτυχία, η Vi και η παρέα της δεν απογοητεύονται. Τουναντίον, γυρνώντας πίσω στο Brighton, την πόλη καταγωγής τους, ανακαλύπτουν πως κάτι νέο κινείται στους underground κύκλους. Λέγεται punk rock και είναι πρωτοποριακό ως προς τη δομή του, αρκετά επαναστατικό για τα γούστα τους και γενικά ότι πρέπει για να τους βάλει και αυτούς στο παιχνίδι.

Έτσι, στα τέλη του 1976 ένα νέο γκρουπ είναι γεγονός. Ονομάστηκε Poison Girls και η Vi Subversa αναλαμβάνει τα φωνητικά και την κιθάρα, η Bella Donna το μπάσο, ο Richard Famous την κιθάρα και ο Gary Robins (Lance D’Boyle πλέον) τα ντραμς. Μετά από εξαντλητικές πρόβες κάνουν την πρώτη τους εμφάνιση σ’ ένα μικρό κλαμπάκι στο Brighton τον Μάρτιο του 1977, και λίγους μήνες μετά μετακομίζουν σε μία κατάληψη λίγο έξω από το Λονδίνο. Η τύχη τα φέρνει έτσι ώστε λίγα χιλιόμετρα μακρύτερα από την κατάληψη όπου διέμεναν, να έχουν στήσει το δικό τους κοινόβιο οι Crass. Εκεί θα γίνει η γνωριμία και η ιστορία θα πάρει το δρόμο της.

EVERYBODY HAS THEIR PRICE

Λίγο πριν κλείσει η χρονιά, η μυστηριώδης Bella Donna αποχωρεί, ψάχνοντας την τύχη της στη μακρινή Ινδία, ξεκινώντας πρώτη το γαϊτανάκι των αμέτρητων μουσικών που έπιασαν (και άφησαν) το μπάσο για τούτο το συγκρότημα. Ο αντικαταστάτης της λέγεται Scotty Boy Barker, και αυτός όμως δεν παραμένει για πολύ, αναχωρώντας για τους Fatal Microbes, γκρουπ κυριολεκτικά της ίδιας οικογένειας με τους Poison Girls, καθώς εκεί έπαιζαν τα δύο παιδιά της Vi, η Gem Stone και ο Pete Fender. Στη θέση του, ο από τους Crass προταθείς Bernhardt Rebours, με αυτόν στη σύνθεσή τους κυκλοφορούν τον πρώτο τους δίσκο τον Απρίλιο του 1979. Είναι ένα split EP στο οποίο μοιράζονται τις πλευρές με τους προαναφερθέντες Fatal Microbes. Η δική τους πλευρά περιέχει δύο τραγούδια, τα Piano Lessons και Closed Shop, σε μία συμπαραγωγή της Small Wonder με τη δική τους νεότευκτη τότε XNTRIX. Από την αρχή φαίνεται πως οι Poison Girls δεν είναι ένα απλό punk συγκρότημα. Επικεντρωμένοι περισσότερο στις στιχουργικές ανησυχίες της Vi, αφήνουν στο περιθώριο το μουσικό σκέλος που αναλώνεται σε μια πειραματική ροή ήχων και ρυθμών στο Piano Lessons, με την ίδια ευκολία που μετατρέπεται σε πιο ποπ ή και new wave ρυθμούς στο Closed Shop, το οποίο έχει αναλάβει να διεκπεραιώσει φωνητικά ο Famous. Το τελευταίο συμπεριλήφθηκε μάλιστα και στη συλλογή Labels Unlimited – The Second Record Collector της Cherry Red, που είχε την τύχη να βγει και σε ελληνική κόπια, με την επισήμανση μάλιστα πως πρόκειται για μία συλλογή «ειδικά για συλλέκτες»!

Αμέσως μετά βγαίνει και η επόμενή τους δουλειά. Πρόκειται για το mini LP ονόματι Hex με το οποίο επισημοποιείται με τον καλύτερο τρόπο η σχέση τους με τους Crass και των συν αυτών. Στην παραγωγή είναι ο Penny Rimbaud, ο δίσκος γράφτηκε στα Southern Studios των Crass με μηχανικό ήχου τον δικό τους John Loder, ενώ κάνει μια περασιά στα φωνητικά και η Eve Libertine, μέλος και αυτή των Crass. Παρόλα αυτά ο δίσκος δεν βγαίνει στην Crass Records, καθώς είναι μία ακόμη συμπαραγωγή της XNTRIX και της Small Wonder.

Εξαιρώντας το ψυχοφθόρο και σπαρακτικό Bremen Song, το οποίο αναφέρεται στο ολοκαύτωμα των Εβραίων που έλαβε χώρα (και) σε αυτή την πολύπαθη πόλη της Γερμανίας κατά τη διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, ο βασικός πρωταγωνιστής στο Hex είναι η Γυναίκα. Η από τη στιγμή της γέννησής της παραγκωνισμένη θέση της στη σύγχρονη κοινωνία, πιόνι σ’ έναν αντρικό κόσμο, υποζύγιο του αφέντη συζύγου μέχρι το θάνατό της. Όλος ο δίσκος είναι μία πρωτόγνωρη ωδή στον φεμινισμό, με τις στιχουργικές ατάκες της Vi να εκφέρονται γεμάτοι απογοήτευση στην αρχή, οργισμένοι αργότερα, γεμάτοι αντίδραση στο τέλος. Το concept είναι η θλίψη που οδηγεί στην κατάθλιψη και από κει στην τρέλα. Στο τέλος όμως θα έλθει το σπάσιμο των στεγανών, το μεγάλο ξέσπασμα και η Γυναίκα θα πάρει πίσω αυτό που της αξίζει. Το Hex είναι ένα φεμινιστικό μανιφέστο που όμοιό του δεν είχε ποτέ κυκλοφορήσει ούτε κυκλοφόρησε ποτέ ξανά. Και όλα αυτά χωρίς οι Poison Girls να χρειαστεί να εντάξουν μουσικά το punk έτσι όπως το ξέρουμε, δε χρειάστηκε στο Hex να παίξουν punk για να είναι πιο punk από τον οποιοδήποτε στην ψυχή και στο συναίσθημα.

Η επιρροή του δίσκου θα είναι άμεση και οι Poison Girls θα βρεθούν στην πρώτη γραμμή των επάλξεων δίπλα στους Crass, ενώ θα δώσει αφορμή να σχηματιστούν πολλά νέα συγκροτήματα που θα μπουν στον χώρο έχοντας τουλάχιστον ένα γυναικείο μέλος στη σύνθεσή του.

STATE CONTROL AND ROCK AND ROLL

Η συνεργασία τους με τους Crass θα συνεχιστεί με αμείωτο ρυθμό και θα φτάσει στο αποκορύφωμα της με την έκδοση ενός split single που βγήκε τον Φεβρουάριο του 1980. Το σινγκλάκι αυτό κυκλοφόρησε με σκοπό να μαζευτούν χρήματα για τη δημιουργία ενός αναρχικού χώρου που θα λειτουργούσε όχι μόνο ως χώρος συναυλιών, αλλά περισσότερο ως στέκι συζητήσεων, προβολής ταινιών, έκθεσης βιβλίων, αλλά και οτιδήποτε άλλο θα μπορούσε να προωθήσει το anarcho–punk κίνημα. Πράγματι τα λεφτά μαζεύτηκαν και το επονομαζόμενο Wapping Autonomy Center λειτούργησε και μάλιστα φιλοξένησε και μερικά από τα καλύτερα anarcho-punk συγκροτήματα της εποχής.

Όσον αφορά το δισκάκι, αυτό περιλάμβανε το Bloody Revolutions ένα από τα κορυφαία κομμάτια των Crass, ενώ οι Poison Girls ακούγονται στο Persons Unknown, τίτλος που αναφέρεται στους συνήθεις ύποπτους που κρατούνται ως επί τω πλείστον παράνομα και χωρίς αποδεικτικά στοιχεία στις φυλακές, μόνο και μόνο για τις ιδεολογικές αντιλήψεις τους. Και μέσα στη στιχουργική πανδαισία του κομματιού, παρεμβαίνει η συγκλονιστική συνοδεία των οργάνων, απλή και επαναλαμβανόμενη, για να μεταφέρει όλο το δράμα των στίχων, δημιουργώντας ένα αξεπέραστο τραγούδι διαμαρτυρίας. Στο δισκάκι αυτό βρίσκουμε και ένα πέμπτο μέλος τον Nil που αναλαμβάνει τα tapes και τα visual effects.

Παρά την σχεδόν καθολική αναγνώριση των Poison Girls ως ένα από τα πιο σημαντικά και κυρίαρχα συγκροτήματα στο anarcho punk κίνημα, υπήρχε μία ακατανόητη άρνηση του John Peel να τους καλέσει όπως τόσους άλλους στο ραδιοφωνικό του πρόγραμμα για ένα session. Φυσικά κάτι τέτοιο δεν ήταν ούτε στις προτεραιότητες του γκρουπ ούτε κάτι που τους ενοχλούσε. Η προτίμησή τους να κινούνται σε πιο underground οικοδομήματα φαίνεται και από το γεγονός πως δίνουν δύο τραγούδια τους στο fanzine In The City, και αυτό, κυκλοφορεί το δέκατο πέμπτο τεύχος του προσφέροντας μαζί και ένα flexi disc με αυτά. Τα τραγούδια ήταν τα Bully Boys και Pretty Polly. Το πρώτο, ένα αντιφασιστικό μανιφέστο, είναι παρμένο από ένα τους live τον Ιούνιο του 1980 και είναι τραγουδισμένο από τον Famous, πολύ κοντά στον ήχο των Crass, ενώ το Pretty Polly και αυτό με εμφανή Crass-οειδή στοιχεία είναι μία ακόμη φεμινιστική προκήρυξη, εκπληκτική στιχουργικά όσο και μουσικά.

STRANGE THE POTENCY OF CHEAP MUSIC

Τον Οκτώβριο του 1980 οι Poison Girls θα κυκλοφορήσουν το πρώτο ολοκληρωμένο τους LP, το Chappaquiddick Bridge στην Crass Records. Και μόνο από τον τίτλο καταλαβαίνει κανείς τις πολιτικές κατευθύνσεις που ακολουθεί το γκρουπ. Τίτλος ιντριγκαδόρικος, προκλητικός, σχεδόν προσβλητικός για το πολιτικό κατεστημένο, που οδηγεί σε θύμησες που δεν πρέπει να ξεχαστούν. Το εξώφυλλο απομακρύνεται από το τυπικό ασπρόμαυρο της Crass Records, με το έντονα φωτεινό κόκκινο να περιβάλει το δικό τους ιδιότυπο yin yang.

Μουσικά ο δίσκος κινείται σε εντελώς ελεύθερα, πολυσυλλεκτικά έως και πειραματικά μονοπάτια. Το punk στοιχείο είναι στην πιο σκοτεινή του έκφανση, είναι ατμοσφαιρικό, σχεδόν goth, με ηχητικούς παροξυσμούς να παρεμβαίνουν από το πουθενά ακόμη και στα πιο ήρεμα κομμάτια του δίσκου. Σπουδαίες στιγμές εκεί που αντιπαρατίθενται σε έναν άτυπο διαγωνισμό τα γυναικεία φωνητικά της Vi με τα αντρικά του Famous, συνοδευόμενα από κοφτερές κιθάρες συνδυασμένες με απόκοσμα visual effects. Πιάνο, βιολιά και συνθεσάιζερ αποτελειώνουν το κράμα των ήχων, εύπεπτα στη λογική τους, που ξεκαθαρίζουν πως οι Poison Girls δεν θα έχουν ως όχημα τους στον anarcho punk κόσμο την μουσική, αλλά τους στίχους και την ποίησή τους. Μας μιλούν για τον πόλεμο και την ειρήνη, την αγάπη και το μίσος, τη φιλία και την αξιοπρέπεια. Η Vi παρακαλεί, προκαλεί, δικάζει και καταδικάζει, σπρώχνοντας το punk rock σε άλλες διαστάσεις μαγικές και ανεπανάληπτες.

Και σα να μην έφταναν όλα αυτά, μέσα στο Chappaquiddick Bridge υπάρχει και το Statement. Το Statement είναι ένα τραγούδι το οποίο συμπεριλαμβάνονταν μόνο στην πρώτη έκδοση του δίσκου ως flexi disc. Είναι το απαύγασμα του anarcho punk κινήματος, η αρχή και το τέλος αυτού του είδους. Είναι όλα αυτά που έχουν ειπωθεί από όλους τους υπόλοιπους συμπυκνωμένα μέσα σε λιγότερα από πέντε λεπτά. Με το Statement οι Poison Girls τράβηξαν μια χαρακιά και επαναπροσδιόρισαν τα όρια του punk, χρησιμοποιώντας το απλά ως μεταφορέα μηνυμάτων που οφείλει να τραβήξει την προσοχή.

Το Chappaquiddick Bridge έφτασε στο νούμερο τέσσερα του indie top της Αγγλίας, ενώ και το Statement έναν χρόνο μετά κόσμησε τη γνωστή συλλογή της Pax Records με τίτλο Wargasm.

Στα τέλη του 1980 οι Poison Girls κυκλοφορούν το single All Systems Go με τα τραγούδια Promenade Immortelle και Dirty Work. Και αν το Dirty Work είναι ένα τυπικό αντιπολεμικό τραγούδι βασισμένο στα Crass-οειδή πρότυπα, το Promenade Immortelle είναι μία εκπληκτική σε σύλληψη μελαγχολική μπαλάντα, γεμάτη συναισθηματική φόρτιση, που απογειώνεται με τα δεύτερα φωνητικά της Eve Libertine, ενός από τα κορίτσια των Crass, και εκτοξεύεται από τη χρήση των συνθεσάιζερ στο δεύτερο μισό του τραγουδιού.

 

DONT FORGET TO BREATH

Η νέα χρονιά βρίσκει τους Poison Girls να ταξιδεύουν στην τότε Δυτική Γερμανία για μερικές συναυλίες. Στην επιστροφή αποχωρεί ο Bernhardt Rebours από το συγκρότημα. Η τελευταία συναυλία του Rebours με τους Poison Girls καταγράφεται τον Ιούλιο του 1981 στο Εδιμβούργο, συνέπεσε μάλιστα και με την τελευταία συναυλία που έπαιξε το συγκρότημα μαζί με τους Crass.

Η συναυλία αυτή ηχογραφήθηκε και κυκλοφόρησε σε δίσκο τον Οκτώβριο, κάτω από τον τίτλο Total Exposure. Εδώ το γκρουπ ακούγεται για πρώτη φορά τόσο punk rock όσο ποτέ πριν. Σε αυτό βοηθούν τα πέντε πρωτοεμφανιζόμενα με υψηλή rock ‘ n’ roll αισθητική και διάθεση κομμάτια, με επικεφαλής τα State Control και Don’t Go Home Tonight, το ηχηρού κοινωνικού μηνύματος Tension, και το σκοτεινό S.S. Snoopers, ενώ και τα υπόλοιπα εκτελούνται με σαφή πιο rock διάθεση, καθώς είναι πιο ωμά και ηλεκτρικά ελλείψει των προστιθέμενων στο στούντιο visual effects, σε μία σαφώς κατ’ εξοχήν anarcho punk βραδιά.

UP YOURS!

Η Total Exposure Tour ολοκληρώθηκε με τον Nil στο μπάσο και περιλάμβανε μεγάλη περιοδεία σε όλο το νησί. Νέος μπασίστας από τις αρχές του 1982 ο Chris Grace που με αυτόν ξεκίνησαν οι ηχογραφήσεις για το νέο άλμπουμ των Poison Girls το Wheres The Pleasure.

Ο δίσκος κυκλοφόρησε το Σεπτέμβριο του 1982 και πάλι από την XNTRIX, ενώ πλην του Grace, χρέη μπασίστα σε κάποια κομμάτια έχει και ο γιος της Vi ο Pete Fender, ενώ σημαντικό ρόλο στην ολοκλήρωση του άλμπουμ τόσο συνθετικά όσο και εκτελεστικά έπαιξε και ο Adrian G Turner του glam rock συγκροτήματος των Dandies.

Πλέον οι Poison Girls έχουν ξεφύγει τελείως από τις μουσικές πρακτικές του punk, δημιουργώντας έναν δίσκο με πολυσυλλεκτικούς ήχους, διαφορετικά στυλ που εκτίνονται από εύπεπτη ποπ μέχρι άριες και μουσική για καμπαρέ, από post punk βρυχηθμούς που παραπέμπουν στις καλύτερες στιγμές των Au Pairs, ως μελωδικές φανκιές στα πρότυπα των Gang of Four. Η μοναδικού ύφους φωνή της Vi, με μια χροιά σα να βγήκε από ολονύχτια επίσκεψη σε ιρλανδέζικη παμπ, έχει μια ζεστασιά, προσδίδει μια θαλπωρή, ακόμη και όταν τραγουδάει σκληρά σε μηνύματα τραγούδια που αφορούν την σεξουαλική απελευθέρωση, τον πόλεμο που εγκυμονεί ανά πάσα, το άγχος της επιβίωσης, την ισότητα μεταξύ των ανθρώπων.

Το Where’s The Pleasure θα γνωρίσει την επιτυχία που του αναλογούσε και θα φτάσει στο νούμερο δεκαπέντε του indie τοπ, αυξάνοντας τη δημοτικότητα του γκρουπ και στην ηπειρωτική πλευρά της Ευρώπης. Έτσι θα ακολουθήσει μία μικρή περιοδεία στην Ολλανδία και η χρονιά θα κλείσει περιοδεύοντας σε όλη την βρετανική επικράτεια. Παράλληλα το γκρουπ αναπτύσσει και κάποιες εξωμουσικές συναναστροφές με ποιητές, κωμικούς ηθοποιούς και άλλους καλλιτέχνες, δημιουργώντας ένα ιδιότυπο μπουλούκι ονόματι Cabaret of Fools στην αρχή και Big Brother Cabaret αργότερα που ταξίδευε στη χώρα δίδοντας εναλλακτικές παραστάσεις.

WORDS WRITTEN IN TRUST

Τον Απρίλιο του 1983 το συγκρότημα κάνει μία προσπάθεια να ενταχτεί σε πιο mainstream κύκλους, αναζητώντας ακόμη και τη ραδιοφωνική επιτυχία κυκλοφορώντας δύο σινγκλάκια, το σχετικά αδιάφορο εκτελεστικά, ενδιαφέρον όμως στιχουργικά One Good Reason/Cinnamon Gardens στην αρκετά goth δισκογραφική Illuminated Records, με την προσθήκη ως πέμπτου μέλους της Sian Daniels (Cynth Ethics) στα -όπως λέει και το όνομα- keyboards και το πιάνο, και το Are You Happy Now/White Cream Dream που στη δωδεκάιντση έκδοσή του, αφού κρατάει το Are You Happy Now, το συμπληρώνει με τα Menage Abattoire και Whiskey Voice, και τα δύο από το Where’s The Pleasure. Εδώ, και πάλι νέος μπασίστας, αυτή τη φορά ο Mark Dunn από τους Neon, που θα τους ακολουθήσει και σε ένα από τα προαναφερθέντα Big Brother Cabaret το οποίο θα ηχογραφηθεί και θα αποτελέσει την τρίτη και τέταρτη πλευρά του διπλού LP 7 Year Scratch του 1984, στο οποίο οι δύο πρώτες πλευρές περιλαμβάνουν παλαιότερα κομμάτια τα περισσότερα εκ των οποίων ήταν ακυκλοφόρητα. Ένα από αυτά το The Offending Article μπήκε στη συλλογή της Mortarhate Who? What? Why? When? Where?

Και πάλι νέος μπασίστας ο Martin Heath των art-punk Angletrax που με αυτόν κυκλοφορούν το single Im Not A Real Woman/Take The Toys From The Boys που στη δωδεκάιντση έκδοσή του περιλαμβάνει και τα Perfect Crime (Rebels Or Hooligans) και Tension.

Ταυτόχρονα με την κυκλοφορία του 7 Years Scratch, οι Poison Girls μπαίνουν στο στούντιο για τις ηχογραφήσεις του επόμενού τους άλμπουμ. Θα είναι το Songs Of Praise, το οποίο όμως για να ολοκληρωθεί και να βγει στα δισκοπωλεία θα χρειαστεί να περιμένει ως τον Φεβρουάριο του 1985. Στο ενδιάμεσο ο Lance D’Boyle θ’ αποχωρήσει από το γκρουπ, χωρίς ποτέ όμως να κόψει παρτίδες μαζί του, και στη θέση του θα έλθει ο Dave Bennett (Agent Orange για την περίσταση) πρώην μέλος των υπέροχων Cravats, ενώ για μία ακόμη φορά το μπάσο θα μείνει ορφανό, έως ότου καλυφθεί και αυτό από τον Max Volume.

Με το Songs Of Praise οι Poison Girls προσπαθούν ξεκάθαρα να ισορροπήσουν ανάμεσα στη διάθεση να πετύχουν επιτέλους και εμπορικά, αλλά να μη ξεφύγουν ούτε σπιθαμή από την ιδεολογική τους ρότα. Η αμφιταλάντευση αυτή δεν τους βγαίνει σε καλό και παρά τη γλυκιά μελαγχολία που διακατέχει αυτό τα άλμπουμ, τελικά αποτυγχάνει ως προς το αποτέλεσμα, μη μπορώντας να γνωρίσει την επιτυχία που του άρμοζε.

Η τελευταία κυκλοφορία των Poison Girls θα είναι το μεγαλειώδες μα και υποτιμημένο EP The Price Of Grain And The Price Of Blood στην Upright Records, με το ομώνυμο και τα Stonehenge 1985, Jenny και The Girls Over There με την προσθήκη στο βιολί του σούπερ σταρ του οργάνου Tymon Dogg.

FLESH AND BLOOD ARE WHAT WE ARE

Τα επόμενα τέσσερα χρόνια οι Poison Girls χωρίς νέο μουσικό υλικό περιοδεύουν σε Ευρώπη, Αμερική και Καναδά, εκεί όπου ολοκληρώνεται η συμμετοχή και του Max Volume από το μπάσο την άνοιξη του 1989. Ο τελευταίος τους μπασίστας ο (σκέτο) Andy άντεξε κάποιους μήνες, ώσπου οι Poison Girls δίνουν την τελευταία τους συναυλία στο Ζάγκρεμπ το Νοέμβριο και κατόπιν διαλύονται.

Τον Ιούνιο του 1995 το γκρουπ επανασυνδέεται για να γιορτάσει τα εξηκοστά γενέθλια της Vi με δύο συναυλίες, μία στο Βερολίνο και μία στο Λονδίνο. Στην τελευταία μάλιστα στη σκηνή ανέβηκαν και όλα τα μέλη που ανά καιρό είχαν παίξει με το συγκρότημα σε μία πραγματικά εξαίσια βραδιά.

Την ίδια χρονιά κυκλοφορεί σε CDαπό την Cooking Vinyl η συλλογή Real Woman με σκόρπια κομμάτια στούντιο και live από διάφορες στιγμές της καριέρας του γκρουπ, ενώ αμέσως μετά το χορταστικό τετραπλό box set Statement που ξεκινάει από τις μοναδικές και πρωτοεμφανιζόμενες ηχογραφήσεις από εποχής Bella Donna και καταλήγει στις τελευταίες ημέρες του γκρουπ. Δύο χρόνια μετά δύο ακόμη συλλογές βλέπουν το φως της δημοσιότητάς, το Their Finest Moments και το διπλό CD Poisonus, με το οποίο ολοκληρώνεται και το δισκογραφικό μέρος των Poison Girls.

Το 1994 η Vi μετακόμισε στην Ισπανία ενώνοντας και πάλι τη ζωή της με τον αχώριστο σύντροφό της Lance D’Boyle. Εκεί, συνέχισαν οι δυο τους να δημιουργούν διάφορα μουσικά πρότζεκτ με γνωστότερο το επονομαζόμενο The Room, τα οποία όμως δεν είχαν παρά μόνο τοπική απήχηση.

Δυστυχώς το 1996 η πολυτάλαντη μουσικός Sian Daniels ή Cynth Ethics όπως εμφανίστηκε στους Poison Girls πέθανε, ενώ το ίδιο συνέβη και με τον εξαφανισμένο από όλους και όλα Agent Orange λίγα χρόνια μετά.

Όσον αφορά τη Vi, λίγο καιρό μετά την πέρα ως πέρα συγκινητική επανεμφάνισή της στο πάλκο με τους παλιούς της φίλους, εκεί όπου ερμήνευσε δυο-τρία τραγούδια από τις ημέρες της με τους Poison Girls, πέθανε τον Φεβρουάριο του 2016 λίγες μέρες αφού γιόρτασε τα ογδοηκοστά γενέθλιά της, αφήνοντας πίσω της ένα μεγάλο και δυσαναπλήρωτο κενό.

Σχεδόν έναν χρόνο μετά και ο Lance D’Boyle πέθανε από επιπλοκές από πτώση που είχε με το ποδήλατό του.