Π.Ο.Π.* Γεμιστά

* Προστασία Ονομασίας Προέλευσης. Διαβάζεται όμως και ποπ αν θέλετε.

Το ταψί μοσχοβολούσε... "Γεια στα χέρια σου κυρα-Μαρία". Με το δυόσμο τους, το κουκουναράκι τους, τη σταφιδούλα, την ντομάτα και την πιπεριά από το μποστάνι, πατατούλα να ρουφάει και τα ζουμιά. Και φέτα εννοείται. Και μπυρίτσα κρύα. Αυτά είναι μεγαλεία. Σοφή μεσογειακή λιτότητα (εχμμμ). Ελληνικό καλοκαίρι. Αεράκι θαλασσινό, αιγαιοπελαγίτικο λευκό, ελληνικό "ελύτειο" φως. Και χαλαρή κουβέντα. Και "φιλοσοφικά" ερωτήματα του τύπου "ορφανά ή με κιμά" λύνονται εν τω γεννάσθαι όταν πέσει στο τραπέζι η λέξη "παράδοση". Βαριά σαν "βράχος" (για να κλείσουμε και το μάτι στον σύντροφο Μάο).

Εις επίρρωσιν αυτών, πρόσφατα πήρε κάπου το μάτι μου σε ένα διαδικτυακό "δημοψήφισμα" ότι τα γεμιστά ψηφίστηκαν σαν το απόλυτα ελληνικό φαγητό του καλοκαιριού, αυτό που θα παρουσιάζαμε περήφανα σε έναν τουρίστα λέγοντας "να, αυτό είναι Ελλάδα". Ας μην προβληματιστούμε στο σημείο αυτό για την ετεροκαθοριζόμενη φύση που μπορεί να έχει η κάθε παράδοση, καθώς μπορεί να τρέφεται και να ενισχύεται από την εικόνα και την προσδοκία που έχει ο Άλλος, ο Ξένος, την οποία εικόνα μετά σπεύδουμε να επαληθεύσουμε καταλήγοντας σε έναν αυτο-αναπαραγόμενο (δεν θα πω φαύλο) κύκλο, γιατί σαν να ακούω ότι στην παρέα πήρε τον λόγο ο κλασικός προβοκάτορας (που πάντοτε υπάρχει, κανόνας).

"Πάντως ρε παιδιά, η παράδοση δεν είναι ενίοτε τόσο "παραδοσιακή" όσο πιστεύουμε, να, και το λευκό το κυκλαδίτικο, με νόμο επιβλήθηκε κάποτε, και νομίζω του Μεταξά κιόλας, πολύχρωμα ήταν τα σπίτια μέχρι τότε και τα ακόμη παλιότερα χρόνια γκρίζα, σιγά μη τα βάφανε με το λευκό που ξεχωρίζει για να δίνουν στόχο από μακριά στους πειρατές που λυμαίνονταν τις θάλασσες τα χρόνια εκείνα... (παύση, μπουκιά) ... Και αν το καλοσκεφτούμε, μήπως και τα γεμιστά δεν είναι ένα είδος ...κινεζο-αζτέκικου φιούζιον; Η πιπεριά και η ντομάτα δεν διέσχισαν τον Ατλαντικό με τις καραβέλες εκείνου του «καταραμένου» του Κολόμβου; Το ρύζι δεν μας το 'φερε ανατολικός άνεμος; Όσο για την πατάτα, όλοι θυμόμαστε από τα σχολικά χρόνια εκείνη την ιστορία με τον Καποδίστρια και την κλοπή".

Έχει άραγε δίκιο ο συμπαθής προβοκάτορας της παρέας; Έχει και δεν έχει. Από πραγματολογικής σκοπιάς, σίγουρα. Για να μην περιορίσουμε την οπτική μας, θα είχε ένα δίκιο σε οποιοδήποτε τραπέζι κι αν καθόταν, οποιασδήποτε άλλης -κότητας. Απλά στα μέρη τα δικά μας, η ιστορία σαν να πέφτει βαριά στις πλάτες μας, τα ζητήματα ταυτότητας, από τη στιγμή της γένεσης της κρατικής μας οντότητας, είτε αφορούν τη γλώσσα, τη θρησκεία ή ακόμη και τη μαγειρική, προκαλούν ανασφάλεια, φορτίσεις, ένα άγχος αναζήτησης (ή και επινόησης) προαιώνιων ριζών, ένα σύμπλεγμα πολιτισμικής ανωτερότητας και ταυτόχρονα αυτο-υποτίμησης, ένα αμφίθυμο διαρκές παλαντζάρισμα ανάμεσα σε μια πιθηκομιμητική ξενομανία και έναν απομονωτικό τοπικισμό (για να μην πω εθνικισμό), Μαυροκορδάτος εναντίον Κολοκοτρώνη, αγγλικό-γαλλικό-ρωσικό κόμμα, η "Ελλάδα στους Έλληνες", Ελλαδέξ και μπουτίκ Κατερίνα "όπως Αμερική", Τρύπες ή Last Drive, ελληνόφωνο ή αγγλόφωνο ροκ.

Κάπως έτσι λοιπόν, ήμουν νιός και απέκτησα λευκές τρίχες και ακόμη δεν έχουμε βρει απαντήσεις στο τι εστί ελληνικό ροκ, στο αν υπάρχει καν ελληνικό ροκ, στο πως πρέπει να είναι (αν καταλήξουμε ότι υπάρχει), ποια είναι η θέση της ελληνικής μουσικής γενικότερα σε έναν σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο κόσμο, ο οποίος όλο και έρχεται πιο κοντά αλλά συγχρόνως όλο και θρυμματίζεται. Και εν τέλει τι είναι ελληνική μουσική; Πως εκφράζεται καλύτερα; Με το κλαρίνο το κλέφτικο (όργανο δυτικό παρεμπιπτόντως); Το βιολί το νησιώτικο (επίσης!); Τα ρεμπέτικα των "τουρκόσπορων" του Εικοσιδυό; Ή εκείνο το φτηνό σύνθι με το echo στο μικρόφωνο που συνοδεύει τα λαϊκο-σκυλάδικα στο γάμο της κόρης της κυρα-Μαρίας; Και τι γίνεται με την τζαζ, το χιπ-χοπ, το σουίνγκ, το μέταλ, το νόιζ, ξενόφερτα ήδη από την ονομασία και μόνο;

Μήπως λοιπόν η προσπάθεια του ορισμού φτάνει ενίοτε στον περιορισμό; Μήπως πολιτισμικός πλούτος δεν είναι ακριβώς η ικανότητα να παίρνεις κάτι το ξένο και να το μετουσιώνεις σε κάτι δικό σου; Μήπως μια απάντηση θα ήταν ότι όλα αυτά μαζί τα είδη που αναφέραμε, όσο κι αν η βαρύτητα και η κοινωνική απεύθυνση και απήχησή τους μπορεί να είναι (και είναι!) χαωδώς διαφορετική, συνιστούν μια πλούσια και ανοιχτή αισθητική ενότητα; Και φυσικά ελληνική; Ακόμη κι αν ο εκάστοτε δημιουργός ενδόμυχα θρηνολογεί για το γεγονός ότι γεννήθηκε στα Πατήσια και όχι στο ...Μπρούκλυν ή στο Κρόυτσμπεργκ, η ελληνικότητα είναι παρούσα, φύσει και θέσει, ακόμη και μέσα από την άρνηση ή την υπέρβασή της. Θυμάμαι τον σπουδαίο Βασίλη Ραφαηλίδη ο οποίος δήλωνε "άθεος ορθόδοξος", θέλοντας έτσι να τονίσει ακριβώς ότι η αθεΐα του δεν γεννήθηκε ερήμην του πλαισίου, εν κενώ, από ...παρθενογένεση.

Γιατί και η μουσική στην ουσία της δεν είναι μόνο οι νότες που τη συνθέτουν και τα όργανα που την παίζουν. Είναι πάνω απ' όλα τρόπος. Ο τρόπος που ακούγεται, που προσλαμβάνεται, που ερμηνεύεται, ακόμη και που χρησιμοποιείται. Είναι τα βιώματα, τα συνειδητά και τα υποσυνείδητα, οι μνήμες, οι προκαταλήψεις. Και τα συμφραζόμενα της εποχής. Ακόμη και το φυσικό περιβάλλον.

Και το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τα γεμιστά. Τα οποία στο μεταξύ έχουν ήδη γίνει μια ωραία ανάμνηση. Καρπουζάκι να βάλω; Και μην τολμήσει κανείς να ρωτήσει από που, ε;!

(To κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΣΑΣΤέΗΝ-Σημειώσεις περί συνθετών της ημεδαπής τον Νοέμβριο του 2017)