Που ‘σαι ρε Λένα;
Παμπάλαιο το (ψευδο)δίλημμα υλισμού και πνευματικότητας. Όσο και η ταξική ηθικολογία. Του Άρη Καραμπεάζη
Ας ελπίσουμε, όχι εδώ.
Δεν θα είχαμε ασχοληθεί όμως με το απονενοημένο διάβημα της Λένας Πλάτωνος προς τον δημόσιο λόγο, αν δεν είχαμε δει με τα μάτια μας την -τετριμμένη πάντως στα σοσιαλμιντικά πράγματα- κατάληξη του θύτη να παρουσιάζεται εν τέλει ως το δήθεν θύμα. Ότι δηλαδή υπέστη κάποιου είδους αντίστροφο bullying, επειδή τάχα μου μεταγγίζει πρόσκαιρα στη δημόσια σφαίρα μία ατόφια άποψη, χωρίς φόβο, αλλά με πάθος, η οποία σαν να απουσιάζει από την πολτοποιημένη αισθητική των γηπέδων που γεμίζουν από την μία μέρα στην άλλη.
Και κυρίως δεν θα είχαμε ασχοληθεί, αν ήμασταν εξαρχής πεπεισμένοι ότι θύτης είναι πράγματι η Πλάτωνος. Όχι επειδή δεν την θεωρούμε δικαιοπρακτικά ικανή, λόγω των διαφόρων ιστοριών που μας έχουν μεταφερθεί εδώ και χρόνια, περί του ότι γύρω από την Πλάτωνος υπάρχει ένα τείχος ανθρώπων (και συνεπακόλουθα ένας τοίχος ενάντια στην κοινή λογική), τους οποίους θα υποχρεωθείς να συναντήσεις και να συναναστραφείς αν για οποιονδήποτε λόγο χρειαστεί να συναλλαχθείς μαζί της. Αλλά επειδή, η Πλάτωνος δεν μας έχει συνηθίσει να μιλάει εκεί που με την βία(σύνη) την σπέρνουν.
Παρόλα αυτά, είμαστε υποχρεωμένοι να αποδεχτούμε ότι όσα φέρεται να λέει η Πλάτωνος, καλόπιστα και μέχρι νεωτέρας διευκρινήσεως πιστώνονται στην Πλάτωνος και μόνον σε αυτή. Κινδυνεύοντας να γίνω γραφικός βέβαια, θα ήθελα πραγματικά να πληροφορηθώ από την συντάκτρια των Νέων, Ζωή Λιάκα (της οποίας μάλιστα οι προσωπικές παρατηρήσεις στο επίμαχο άρθρο, κάθε άλλο παρά άτοπες και αμελείς είναι), με ποιον τρόπο έγινε η περιβόητη δήλωση της Πλάτωνος. Προφορικά και δια ζώσης, τηλεφωνικά, ιντερνετικά που λέμε, στάλθηκε με κάποιο e-mail τυχόν κλπ;
Θα μου πεις γιατί δεν ζητάς το ίδιο και για τις δηλώσεις των υπόλοιπων συμμετεχόντων; Ε, ίσως επειδή αυτοί με τη σειρά τους δεν αναλώνονται σε έναν εμφατικό πρώτο ενικό αριθμό (‘έχω εντοπίσει, μπορώ να προσεγγίσω, δεν με εξυψώνει πνευματικά’ κλπ), για να καταλήξουν σε ένα ύποπτα πομπώδες πρώτο πληθυντικό του στυλ «δεν υπάρχει κάτι μεμπτό, απλώς το παρατηρούμε», που παραπέμπει περισσότερο σε θολή μεταπτυχιακή εργασία της Παντείου, παρά σε ατόφια προσωπική δήλωση. Εξ ου και εμείς θα συνεχίσουμε με πρώτο πληθυντικό ως το τέλος της παρούσας προσωπικής μας δήλωσης.
Έχουμε εντοπίσει και εμείς λοιπόν με τη σειρά μας, εδώ τριγύρω, όχι μακριά (που λέει και το στάνταρ εισαγωγικό λογύδριο, ενός αγαπημένου, πλην γλυκανάλατα διδαχτικού ‘παιδικού’, της τρίχρονης κόρης μας), κόσμο και κοσμάκη να ενοχλείται κάθε φορά που δημοσιολογεί ο Διονύσης Σαββόπουλος (δικαίως ή αδίκως δεν έχει σημασία), προτάσσοντας το ότι πρόκειται για έναν δημιουργό ο οποίος εδώ και δεκαετίες έχει εγκαταλείψει κάθε έννοια δημιουργίας (και τον έχει εγκαταλείψει κάθε υπόνοια έμπνευσης). Δηλαδή, και για να το πούμε απλά, δεν γράφει νέα τραγούδια, δεν κυκλοφορεί δίσκους, δεν παράγει κανενός είδους πρωτότυπο έργο, και αν τυχόν παράξει τέτοιο, η αξία του (θα) είναι τόσο ουτιδανή, ώστε (θα) του αξίζει απλώς και μόνον να αγνοηθεί.
Συνεπώς, εύλογα στην περίπτωση του έρχεται στον καθένα να πει το μάλλον ευτελές, αλλά όχι απαραίτητα άστοχο «άσε μας ρε Σαββόπουλε…. γράψε κανά τραγούδι της προκοπής να πούμε, και σταμάτα να το παίζεις ειδικός για τα πάντα». Το ότι ‘τα πάντα’ συνήθως αναφέρονται σε μία άνευ ετέρου, αλλά σταθερά τριαντακονταετούς περιοδικότητας, στήριξη στην οικογένεια Μητσοτάκη, βοηθάει τον παραπάνω χύδην συλλογισμό μας, να αποκτήσει μία λογική, και ίσως και ηθική υπόσταση.
Δεν βρίσκω λοιπόν τον λόγο, πριν αναρωτηθούμε και εμείς με την σειρά μας ‘από τι υλικό είναι οι απόψεις της Πλάτωνος’, να μην επιμείνουμε στο ότι τόσο πρακτικά, όσο και περισσότερο επί της ουσίας, δεν υπάρχει η δημιουργός Λένα Πλάτωνος εδώ και τουλάχιστον σχεδόν τριάντα χρόνια (αν θεωρήσουμε ότι οι ‘Αναπνοές’ του 1997, έχουν μία κάποια σημασία, που έχουν) ή/και ίσως σχεδόν σαράντα χρόνια (αν τις θεωρήσουμε παρένθεση, και χρειαστεί να ανατρέξουμε στα 'Λεπιδόπτερα' του 1986).
Σε αυτό εδώ το site έχει εκφραστεί, αλλά και τεκμηριωθεί επαρκώς τόσο η αγάπη μας για το πραγματικά σπουδαίο μουσικό υλικό της Λένας Πλάτωνος (και την ίδια ενίοτε, ίσως λόγω και της γοητευτικής περσόνας που μας μεταφέρουν οι VHS αναμνήσεις της τότε εικόνας της), όσο και οι αντιρρήσεις μας στην αναγόρευση της σε οιουδήποτε είδους τοτέμ, αλλά και πολύ περισσότερο σε δήθεν εφευρέτη της ηλεκτρονικής μουσικής εν Ελλάδι. Συνεπώς δεν χρειάζεται να επανέλθουμε σε όλα αυτά.
Παρόλα αυτά, οι περιστάσεις μας υποχρεώνουν να επισημάνουμε, ίσως για πρώτη φορά με την έμφαση που πρέπει, ότι το μουσικό υλικό που φέρει την υπογραφή της Λένας Πλάτωνος εδώ και τουλάχιστον είκοσι πέντε χρόνια για να φανούμε και γενναιόδωροι στις μετρήσεις, (δηλαδή πρακτικά στον παρόντα αιώνα) είναι σχεδόν στο σύνολο του της πλάκας. Και όταν λέμε της πλάκας, το εννοούμε.
Μέρα που είναι σήμερα που τα γράφουμε όλα αυτά, και ακούγοντας στην κρατική ραδιοφωνία μια σειρά από τραγούδια που αναφέρονται είτε στην εργατική, είτε στην ανοιξιάτικη Πρωτομαγιά, είχαμε την ευκαιρία να θυμηθούμε ότι η ‘Πρωτομαγιά’ της Πλάτωνος, από τα ‘Ημερολόγια’ του 2008 (εξετάζεται η αναθεώρηση της βαθμολόγησης τους, παρότι απεχθανόμαστε την κουλτούρα του ρεβιζιονισμού, όσο και αυτή του cancel), δεν έχει ούτε καν πλάκα, καθώς διολισθαίνει σε ένα τελικό αποτέλεσμα ευτελούς ετεροντροπής, με φθηνά ηλεκτρονικά μουσικά υλικά, τα οποία εδώ που τα λέμε δεν θα καταδεχόταν κανένας εφευρέτης έστω και να τα βάλει σπίτι του, πόσο μάλλον να τα χρησιμοποιήσει για τις κατασκευές του. Να μην ξαναπάμε τώρα στα του Καβάφη και του πόσο μας είχε λυπήσει τότε η ηλεκτρονικοφανής μορφή των υπό της Πλάτωνος (σε αντίθεση με την λάμψη της λύπης του πάλαι ποτέ Καρυωτάκη υπό της ιδίας).
Για να είμαστε ειλικρινείς και προς εμάς τους ίδιους όμως, θα πρέπει επιπλέον τούτων να ανακαλέσουμε τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο, εν μέσω αντιρρήσεων, υποψιών, ακόμη και ενός διαφαινόμενου χλευασμού, η Πλάτωνος, και πολύ περισσότερο το υλικό της (αυτό δηλαδή που προέρχεται από την χρυσή πενταετία, που προηγήθηκε της ανυπόληπτης σαραντακονταετίας) βρήκε αρκετές φορές τον τρόπο να μας αρπάξει εκ νέου από τον λαιμό, και να μας δείξει, έστω και με θολό τρόπο, τον δρόμο, που κάποτε με μεγαλοπρεπή ευαισθησία άνοιξε η τότε δημιουργός Πλάτωνος, έστω και όχι εφευρίσκοντας σώνει και καλά κάτι που τυχόν δεν υπήρχε.
Και σε αυτές τις πρόσκαιρα ευτυχείς περιστάσεις βέβαια, υπήρξαν αρκετές σκιές, υπήρξαν ζωντανές εμφανίσεις στις οποίες νιώθαμε την Πλάτωνος να είναι και να μην είναι εκεί, υπήρξαν σημάδια περί του ότι τα νήματα κινούνται αλλοτρίως αν όχι βεβιασμένα, τότε μάλλον αυτοματοποιημένα. Αλλά προτιμήσαμε να εστιάσουμε στην έστω και περιστασιακή νίκη του υλικού έναντι των συνθηκών, και όχι στο αντίστροφο.
Για ποιο λόγο λοιπόν σήμερα, καλούμαστε να αναψηλαφήσουμε όλα τα παραπάνω, αναζητώντας πάντως όχι νέα στοιχεία, αλλά μία μάλλον ορθότερη ερμηνεία των όσων είχαμε ήδη στα χέρια μας; Αξίζει όλο αυτό το ενδεχόμενο κακό για μια ‘δημόσια δήλωση’, η οποία ούτε απαντήθηκε από αυτόν στον οποίο απευθύνεται, ούτε κατά το πλέον πιθανολογούμενο (και ορθό) θα απαντηθεί, παρά μόνο αναπαράχθηκε και (παρ)ερμηνεύτηκε στον συνήθη πολτό των ημερών; Δεν είμαστε τόσο σίγουροι για την απάντηση, αλλά δεν είμαστε και τόσο σίγουροι ότι θα πρέπει να περιοριστούμε σε μια αδράνεια του τύπου «άστο μωρέ να πάει στο διάολο, ό,τι έγινε έγινε», καθώς μια τέτοια στάση ρέπει επικίνδυνα προς την θεωρία του ακαταλόγιστου, την οποία μετ’ επιτάσεως και θέλουμε να αποφύγουμε και αποστρεφόμαστε.
Αναζητώντας τυχόν διευκρινίσεις (και όχι εξηγήσεις, δεν είμαστε σε στάδιο προανάκρισης), θα αναρωτηθούμε πρώτα πρώτα τι τρέχει τέλος πάντων με την έννοια της ‘λούμπεν διαμαρτυρίας’. Πότε δηλαδή μια διαμαρτυρία είναι λούμπεν;
Στην ίδια παράγραφο βρίσκουμε δύο αντιφατικές μεταξύ τους ‘απαντήσεις’ δια στόματος/γραφίδος/δορυφόρων (αυτό είπαμε περιμένουμε να διευκρινιστεί) Πλάτωνος, καθώς μαθαίνουμε άμεσα ότι μια διαμαρτυρία ΔΕΝ είναι λούμπεν όταν μοιάζει με την αφήγηση της… Πλάτωνος, οπότε και αυτόματα μετατρέπεται σε μία ‘σεμνή διαμαρτυρία’.
Τώρα βέβαια χωρίς να το θέλουμε καταλήξαμε σε μία άλλη μάλλον αλλοπρόσαλλη έννοια, δηλαδή αυτή της ‘άσεμνης διαμαρτυρίας’, καθώς όμως προσεγγίζουμε τα όρια της δημοσίας αιδούς, θα αναρωτηθούμε κι εμείς με τη σειρά μας, ποιον τελικά εξυπηρετούν οι σεμνές διαμαρτυρίες; Αυτούς που διαμαρτύρονται ή αυτούς στους οποίους υποτίθεται ότι απευθύνονται; Μύλος ή και αρ-λούμπεν, για να ακριβολογούμε.
Στα όσα παρακάτω λέγονται περί έπαρσης και ταξικών απωθημένων δεν χρειάζεται καν να αναζητήσουμε ερμηνείες. Δεν γνωρίζω ακριβώς από ποια τάξη προέρχεται, σε ποια κατέληξε, και σε ποια θεωρεί ότι τελικώς ανήκει η Πλάτωνος και οι πέριξ αυτής, αλλά η κατηγορία περί ταξικών απωθημένων όταν απευθύνεται προς τον οποιονδήποτε, ξέρουμε όλοι μας τι πρεσβεύει και τι αποτελέσματα έχει.
Ειλικρινά εδώ ειδικά ελπίζουμε να έγινε κάποιο παιδαριώδες λάθος, από όσους τα αναμοχλεύουν όλα αυτά. Κάθε τι άλλο, θα είναι εξόχως αποκρουστικό, έστω και αν προέρχεται από μια εξοχότατη τάξη, όπως αυτή που υπονοεί η Πλάτωνος, χωρίς απωθημένα κατά τους ισχυρισμούς της, οι οποίοι βέβαια κάθε άλλο παρά επιβεβαιώνονται. Αν όμως δεν έγινε λάθος, τότε το μη ατόπημα είναι όντως αποκρουστικό, και καλό θα είναι ο καθένας να επιστρέψει στην τάξη του ήσυχα ήσυχα και χωρίς πολλά πολλά. Ας το πούμε καθαρά και με έπαρση και εμείς.
Τώρα το να θεωρεί κανείς την αναφορά στα ‘μαύρα, κατάμαυρα Air Max’ μετά από τόσες δεκαετίες ποπ κουλτούρας, ως υλιστική θεώρηση της ζωής και των αξιών της, εντάξει, δεν θα το θεωρήσουμε αποκρουστικό, θα το θεωρήσουμε απλώς μπαρούφα. Όπως μπαρούφα θεωρούμε και την αξιολογική κρίση περί του ότι τα πάντα καθαγιάζονται και αποκτούν αισθητική αξία και πνευματικότητα όταν τα διαπερνάει η χάρις της Αλεξίου.
Πάμε λοιπόν και στην περιβόητη έννοια της πνευματικότητας. Αόριστη ή μη, αυθαίρετη ή επαρκώς αποσαφηνισμένη, επικρατούσα ή επικουρική, μεταφυσική ή παρά φύση, η πνευματικότητα ως απλό συστατικό της τέχνης, ενδεχόμενα να είναι και καλοδεχούμενη. Κακό δεν κάνει τέλος πάντων, δεν λέμε κάτι τέτοιο.
Το ότι όμως είναι δήθεν άνευ ετέρου προαπαιτούμενο και η τυχόν έλλειψη της, ή καλύτερα η ασαφής κατηγορία περί της ελλείψεως της, καθ’ ο μέρος δεν ταιριάζει με την δική μας πνευματικότητα, δημιουργεί δήθεν κάποιου είδους τυπικό απαράδεκτο, που δεν μας επιτρέπει στη συνέχεια να ασχοληθούμε με την ουσία της τέχνης, αλλά μας υποχρεώνει να την απορρίψουμε αφοριστικά ως τέτοια (ως τέχνη δηλαδή), συγνώμη, αλλά δεν μας δίνει την αίσθηση ότι πρόκειται περί απλής και ανεπαίσθητης μπαρούφας, όπως αμέσως παραπάνω.
Μας αφήνει μία επίγευση αντεστραμμένου ολοκληρωτισμού, που καθόλου δεν θέλουμε να την κρατήσουμε στο στόμα μας, και την φτύνουμε με τη μία. Και την (όποια) πνευματικότητα φτύνουμε δηλαδή και όσους ευαγγελίζονται περί του ότι μόνοι αυτοί την έχουν κατακτήσει και μόνο με τις μεθόδους τις δικές τους κατακτάται, και μέσα σε όλα αυτά με αυτόν τον τρόπο δήθεν εξυψώνονται και από πάνω. Ας πάμε λοιπόν παρακάτω εμείς, για να μας μείνει και λίγο σάλιο.
Αμέσως όμως παρακάτω, ουδέν άλλο μας απομένει παρά μία -αυτή τη φορά ανερυθρίαστα δόλια- διαστρέβλωση των πραγμάτων. Και πάλι εν μέσω αντιφάσεων ασφαλώς, καθώς είναι μάλλον παράταιρο να κατηγορείς κάποιον ταυτόχρονα ως λουστραρισμένο, αλλά και ως χυδαίο.
Χυδαίο όμως, ακριβώς λόγω της διαστρέβλωσης και της ισοπέδωσης, είναι το να εξισώνει κανείς εντελώς διαφορετικές και αντιθετικές μεταξύ τους θεματικές, επειδή απλώς εντοπίζονται στα όρια μίας φαινομενικά κοινής φόρμας, δηλαδή της περιβόητης τραπ, ή έστω αυτού που εκλαμβάνεις εσύ ως τραπ (‘όλα ίδια είναι αυτά, χοντροί-λιγνοί που μιλάνε δεν τραγουδάνε’, που έλεγε και η κυρία Λουκά κάποτε).
Με αυτόν τον πολύ ευχάριστο τρόπο, μπορούμε επιτέλους να αποκαταστήσουμε πνευματικά όσους απορρίπτουν συλλήβδην, κάθετα και διαχρονικά όλο το rock ‘n’ roll στον βωμό όσων κατά καιρούς το έχουν, π.χ., εκχυδαΐσει ως υποπροϊόν σεξουαλικής βουλιμίας κ.ο.κ. και να αντιπροτείνουμε μιας πρώτης τάξεως και ηθικής μουσική, που -κύριος οίδε- πόσους αιώνες πίσω πρέπει να γυρίσουμε για να την συναντήσουμε ως τέτοια, και αν τυχόν δηλαδή έχει ποτέ υπάρξει.
Δηλαδή και για να μην πολυλογούμε, για το τέλος η Πλάτωνος, και όσοι μας χαιρετάνε μέσω αυτής, επέλεξαν να κυλιστούν στη λάσπη μιας επίπλαστης ηθικολογίας, η οποία, καθώς την εκτοξεύουν με τακτικές ανεμιστήρα, καθόλου δεν εναρμονίζεται ούτε με την πνευματικότητα, για την οποία ψέλλισαν αμέσως πριν, ούτε πολύ περισσότερο με την αισθησιακή εξύψωση που τόσο τους στέρησε αυτός ο τρόπος έκφρασης, που κάνοντας μας την χάρη να τον παρατηρούν, τον υποβιβάζουν δήθεν στο χαμηλό βαρομετρικό της ‘μόδας’ (είναι, θα περάσει).
Ηθικολογούντες και ηθική όμως ουδέποτε έχουν συνυπάρξει πραγματικά, αυτό είναι γνωστό σε όλους. Και παρότι επιμελώς σπεύδουν να διευκρινίσουν όχι τυχόν ότι οι ίδιοι δεν αποδίδουν κάποια μομφή, αλλά κατά μείζονα λόγο ότι αμετάκλητα ‘δεν υπάρχει κάτι μεμπτό’, καταλήγουν να κρατούν για την πάρτη τους τον ρόλο όχι απλώς του κριτή και του δικαστή, αλλά και του ίδιου του νομοθέτη (ηθική- χυδαιότητα- κατηγορητήριο κλπ). Εν τούτοις εμείς από την πλευρά μας, οφείλουμε – για μία ακόμη φορά, αλλά πάντως για τελευταία- να φανούμε εκ νέου απλώς επιφυλακτικοί, και όχι ασφαλώς καταδικαστικοί. Ούτε καν αφοριστικοί δηλαδή.
Και να ρωτήσουμε για μία ακόμη φορά, αν όλα αυτά τα τόσο ασυνάρτητα, όσο και επικίνδυνα, μας τα λένε μαζί ή μόνη; Τότε ίσως να βγάλουμε κάποια άκρη αποδίδοντας τα Καίσαρος Καίσαρι και τα του Θεού σε όποιον τέλος πάντων τα αξίζει, καθώς συμπεριφέρεται ως τέτοιος. Γιατί στο τέλος όλων αυτών, κάτι μας κρατάει από το να πιστέψουμε ότι έστω και στο παραπάνω πλαίσιο η Πλάτωνος θυμήθηκε ξαφνικά να συμπεριφερθεί ως Θεός. Κάτι τέλος πάντων μας λέει ότι εν προκειμένω ο Θεός παραμένει συνειδητά άγνωστος.
Εξ ου και δεν καταλήγουμε επί του παρόντος, στο καθιερωμένο πλέον ΄Όρμα τους’.
Διευκρίνιση απαραίτητη 1η :
Σε κανένα σημείο του παραπάνω κειμένου δεν υπονοείται ότι οι δηλώσεις της Λένας Πλάτωνος αποτελούν τυχόν προϊόν διάνοιας/ μυθοπλασίας ή οτιδήποτε άλλο της δημοσιογράφου των Νέων, Ζωής Λιάκα, που υπογράφει το άρθρο. Μακριά από εμάς κάτι τέτοιο. Αντίθετα, διευκρινίζουμε ότι το κείμενο της δημοσιογράφου χαρακτηρίζεται, κατά την δική μας άποψη τουλάχιστον, από ευθυκρισία και οι παρατηρήσεις της στο κυρίως αντικείμενο του άρθρου (που δεν είναι η Πλάτωνος ασφαλώς) είναι κατά βάση ορθές και ψύχραιμες.
Διευκρίνιση απαραίτητη 2η :
Μέσα σε λίγες ώρες από την ανάρτηση του άρθρου μας έχει βεβαιωθεί, θεωρούμε με τον πλέον ασφαλή τρόπο, ότι οι δηλώσεις της Λένας Πλάτωνος έχουν γίνει από την ίδια και δια ζώσης και συνεπώς αυτό που αναφέρουμε ήδη, ότι δηλαδή πιστώνονται σε αυτήν, θα πρέπει να θεωρείται εκ των ων ουκ άνευ στοιχείο για την αποτίμηση τους.
Διευκρίνιση απαραίτητη 3η :
Μετά και το αμέσως προηγούμενο δεδομένο, δεν αλλάζει σε οτιδήποτε η προσωπική μας κρίση επί των δηλώσεων της Πλάτωνος, αλλά και η εκτίμηση μας στο έργο της, όπως ακριβώς την έχουμε κατ’ επανάληψη εκφράσει και τεκμηριώσει (ξαναλέμε). Άποψη ή κρίση για την ίδια τη Λένα Πλάτωνος δεν έχουμε, επειδή δεν την γνωρίζουμε, και συνεπώς σε αυτό δεν μπορεί να διαφοροποιηθεί κάτι. Αυτό άλλωστε ακριβώς λέμε και στις κρίσεις μας επί των δηλώσεων της, καθώς διαπιστώνουμε εκεί αξιολογικές και ηθικολογικές κρίσεις της Λένας Πλάτωνος για το πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται οι δηλώσεις της, το οποίο πιθανολογούμε ούτε η ίδια γνωρίζει.



