P.S.F. Records

Ψυχεδελικά υπερηχητικά φρικιά

Η Ιαπωνία είναι από τα μακρινότερα ταξίδια που μπορεί να κάνει κάποιος. Από κάθε άποψη... Του Αναστάσιου Μπαμπατζιά

Το να κάνεις ένα αφιέρωμα σε μια σπουδαία δισκογραφική εταιρία είναι αρκετά δύσκολο. Γιατί πρέπει θέλοντας και μη να διαλέξεις κάποια πράγματα και να αφήσεις πολλά απ’ έξω (εκτός αν γράψεις βιβλίο). Και πως να το κάνεις αυτό όταν όλες οι εκδόσεις της είναι κάτι παραπάνω από εκπληκτικές…

Όπως συμβαίνει στην περίπτωση της P.S.F Records από την Ιαπωνία. Ίσως η σημαντικότερη (ή μέσα στις τοπ τελοσπάντων) γιαπωνέζικη εταιρία για τη σύγχρονη μουσική, με κατά 99% γιαπωνέζικη μάλιστα μουσική στον κατάλογό της. Και δυστυχώς δεν υπάρχει πια, γιατί ο ιδρυτής της ο Hideo Ikeezumi πέθανε το 2017 και κανένας δεν ανέλαβε να συνεχίσει αυτό το σπουδαίο και δύσκολο έργο (τουλάχιστον υπάρχει η αμερικάνικη Black Editions η οποία επανακυκλοφορεί κάποιους πολύ σημαντικούς δίσκους της PSF). Ο Hideo ήταν ένας αληθινός γνώστης της μουσικής, κάτι που φαινόταν από τις επιλογές του για την εταιρία του οι οποίες ποτέ μα ποτέ δεν είχαν ως πρωταρχικό στόχο το οικονομικό κέρδος και τον εύκολο εντυπωσιασμό. Η γιαπωνέζικη μουσική είναι έτσι κι αλλιώς εντυπωσιακή από μόνη της, ότι κι αν είναι (rock, jazz, παραδοσιακή, πιο πειραματική) και δε χρειάζεται περαιτέρω σπρώξιμο για να εντυπωσιάσει. Το σίγουρο είναι ότι αυτές οι επιλογές του Hideo Ikeezumi είναι εκπληκτικές απ’ όλες τις απόψεις.

Ο στόχος ήταν να μαζευτούν, να ανθολογηθούν σε ένα γενναίο σύνολο, τα «ακραία», τα πιο ειδικού τύπου, ρηξικέλευθα, φευγάτα, αλλά πάντα δημιουργικά παραδείγματα της μουσικής της σύγχρονης Ιαπωνίας. Αυτά που δύσκολα έβρισκαν τρόπο να προβληθούν, είτε μιλάμε για παλαιότερα ιστορικά πια ονόματα όπως ο «jazz» κιθαρίστας Masayuki Takayanagi και ο folkist Kan Mikami, είτε για νεότερους.

Μπορεί να πει κανείς ότι υπάρχει στην P.S.F Records μια ας πούμε rock προδιάθεση και αφετηρία έως και γενικότερη αισθητική (αν ακούσεις τους πρώτους δίσκους της από τη δεκαετία του ‘80, για παράδειγμα την μπάντα High Rise που έπαιζε ένα διαολεμένο ψυχεδελικό hard rock και ήταν κυριολεκτικά υπογραφή της εταιρίας αφού ο πρώτος δίσκος λεγόταν ‘Psychedelic Speed Freaks’, δηλαδή PSF, θα καταλάβεις). Όμως αυτό δεν την αποτρέπει από το να αγκαλιάζει την σπουδαία μουσική απ’ όπου κι αν προέρχεται. Και αυτό γιατί τα πράγματα γίνονται με γνώση βαθιά και ωριμότητα που δεν επιτρέπει τους αποκλεισμούς (μέχρι και δίσκο των σπουδαίων -μη Ιαπώνων- της αυτοσχεδιαζόμενης μουσικής, των AMM έχει βγάλει). Παρελαύνουν στην P.S.F. σχεδόν πανηγυρικά κάποιοι από τους καλύτερους δίσκους τoυ Keiji Haino, των Acid Mothers Temple, των Ghost, αλλά και του Mikami Kan που αναφέραμε παραπάνω, του Kazuki Tomokawa και πολλών άλλων που αναδεικνύουν με τη σειρά τους και με τον ιδιότυπο τρόπο τους τον γιαπωνέζικο πολιτισμό και για άλλη μια φορά τον τοποθετούν στην θέση που του αρμόζει. Ναι, διότι μιλάμε όντως για πράγματα που δείχνουν το τι θα μπορούσε να σημαίνει σήμερα (και σημαίνει εν μέρει) ιαπωνική κουλτούρα. Μια έκφανση ηχητική του πως εξελίχθηκε αυτός ο πολιτισμός ο οποίος δεν φοβήθηκε τελικά την επικοινωνία με τη δύση και που αναπτύχθηκε (ή μπασταρδεύτηκε αν θέλετε) χρησιμοποιώντας και ξένα υλικά μέσα στον 20ό αιώνα χωρίς να χαθεί ο ξεχωριστός τρόπος που οι Ιάπωνες βλέπουν τα πράγματα.

Υπάρχει και στη μουσική αυτή η ιαπωνική ιδιοσυγκρασία. Μια ας πούμε… ιαπωνικότητα. Η οξύτητα των ρυθμών, η ακρότητα (τουλάχιστον για τα δυτικά ώτα) που υπάρχει βέβαια και στην παραδοσιακή ιαπωνική μουσική, η πειθαρχία ακόμα και στον πιο έντονο εξπρεσιονισμό και στον πιο ελεύθερο αυτοσχεδιασμό, και η αίσθηση του αιώνιου, του άχρονου που προκύπτει μέσα από αυτά. Όλα είναι τώρα και όλα είναι ένα. Και όλα είναι ενεργά. Δεν είναι μόνο αυτά όμως που ορίζουν αυτή την ξεχωριστή γιαπωνέζικη αύρα, οι Ιάπωνες είναι μεν κανονικοί άνθρωποι αλλά είναι και ολίγον… εξωγήινοι. Ανέπτυξαν μέσα στους αιώνες έναν πραγματικά μεγάλο όσο και μοναδικό πολιτισμό όντας σε γενικές γραμμές απομονωμένοι, μάλλον ηθελημένα (και γι’ αυτό είναι μοναδικός). Το άνοιγμά τους στον δυτικό κόσμο έγινε σχετικά πρόσφατα, και μάλιστα με την βία (λίγο πριν τον 20ό αιώνα είναι σχετικά πρόσφατα). Έτσι είναι αρκετά ορατή η διαφορετικότητά τους σε ότι κι αν επιλέξουν να κάνουν ακόμα και σήμερα, όσο ξένο κι αν είναι αυτό γι’ αυτούς, στον σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο πολιτισμό. Είναι βέβαια συζητήσιμο το πόσο κλειστός μπορεί να είναι ένας πολιτισμός κι αν βλέπουμε αυτό το «κλείσιμο» μόνο από τη σκοπιά μας (εμείς της δύσης). Ίσως ο δικός μας πολιτισμός να είναι κλειστός αφού εμείς κλεινόμαστε και ουσιαστικά απορρίπτουμε ότι δεν είναι «δικό μας» τελικά. Οι Ιάπωνες δεν φοβούνται να γίνουν και δυτικοί.

Κάπως έτσι λοιπόν το γνώριμο για μας ροκ (και όχι μόνο αυτό) όταν το κάνουν Ιάπωνες γίνεται σχεδόν αγνώριστο. Παρακάτω σας παροτρύνω να ακούσετε μερικούς δίσκους της P.S.F Records οι οποίοι όχι μόνο κάνουν τη μουσική αγνώριστη αλλά είναι πάρα πολύ σπουδαίοι και σημαντικοί (διότι ως γνωστόν σημαντικοί δεν είναι μόνο οι δίσκοι των τσαρτς και των διαφόρων διάσημων γλειψιματιών οι οποίοι πολύ συχνά δεν είναι καν σημαντικοί).

Αν είναι να μιλήσουμε λοιπόν για σύγχρονο «εξωγήινο» ιαπωνικό ροκ δεν μπορεί παρά να ασχοληθούμε καταρχήν με τους Acid Mothers Temple (αυτό είναι το κυρίως όνομά τους αλλά πάντα συνοδεύεται και από κάτι άλλο), οι οποίοι έβγαλαν τα πρώτα επίσημα άλμπουμ τους στην P.S.F. Records. Tο αριστουργηματικό «Pataphisical Freak Out MU!!» είναι το δεύτερο που έβγαλαν εκεί. Μπορεί να πει κανείς ότι αυτό το άλμπουμ, μέσα στην τεράστια παραγωγή τους (είναι αμέτρητοι οι δίσκοι τους), παίζει έναν ρόλο γνωριμίας για τον αμύητο ακροατή γιατί περιέχει όλες τους τις δημιουργικές ανησυχίες. Από το εντελώς φρηκαρισμένο freak out (ναι ξέρω… πλεονασμός… αλλά πρέπει) με ικανές δόσεις πριονοθορύβου και riff που μοιάζουν σα να παίζονται από το φάντασμα του Jimi Hendrix σε γιγαντισμό, μέχρι το πιο παραδείσιο και υδάτινο φολκ. Και όλα αυτά φυσικά πάντα μέσα στο ίδιο κομμάτι. Μάλιστα οι καταστάσεις αυτές εναλλάσσονται διαρκώς και πολύ απότομα! Γίνεται της… αντίθεσης. Οι αντιθέσεις είναι ένα χαρακτηριστικό έντονο στην ιαπωνική μουσική γενικότερα. Δεν μπορεί κανείς να σταματήσει μόνο σε αυτό το έργο βέβαια με τους Acid Mothers Temple. Όμως αυτός ο δίσκος είναι πραγματικά αριστούργημα και αξίζει να τον ακούσουν όλοι.

 O Makoto Kawabata είναι ο κιθαρίστας των Acid Mothers Temple. Και όχι μόνο... Ασχολήθηκε και με πολλά άλλα project πολύ διαφορετικά μεταξύ τους. Και σόλο και με παρέες. Ένα από τα πιο εντυπωσιακά ήταν οι Toho Sara. Ένα σχήμα το οποίο κινήθηκε στα πιο εξωτικά και απόμακρα σημεία του ήχου. Στο πρώτο άλμπουμ που έβγαλαν στην P.S.F. Records το 1995 συμμετέχει ο Makoto Kawabata φυσικά, ο Asahito Nanjo και ο Hisashi Yasuda. Όλοι μαζί παίζουν τσέλο, φλάουτο, γκονγκ, τάμπλα, μπάσο, όμποε, βιμπράφωνο, βιολί και άλλα πολλά εξωτικά και παραδοσιακά όργανα. Χαμός δηλαδή. Η κατάσταση είναι πλήρως αυτοσχεδιαστική, ριτουαλιστική ή σαμανιστική όπως θέλουν οι ίδιοι να τη λένε. Αυτοσχεδιαστική μεν αλλά προϊόν τελικά κοπτοραπτικής, δηλαδή ηχητικά μέρη που έχουν παίξει οι κύριοι αυτοί μονταρισμένα σε νέα κομμάτια. Διακρίνει κανείς ότι ο ήχος και η ατμόσφαιρά τους έχουν επηρεαστεί από ένα παλαιότερο σπουδαίο γκρουπ αυτοσχεδιασμού από τα 70s, τους επίσης Ιάπωνες Taj Mahal Travellers. Υπάρχει η ίδια αποστέωση του ήχου. Μια πνευματοποίησή του. Απόκοσμα πράγματα και μεταφυσικά που βοηθούν τον ακροατή να ταξιδέψει σε μέρη …άλλα.

Για τον Keiji Haino έχω γράψει κάμποσες (Σ.τ.Α: και κάτι παραπάνω) φορές και θα γράψω κι άλλες γιατί κάθε ευκαιρία παρουσίασης αυτού του σπουδαίου καλλιτέχνη δεν πρέπει να χάνεται. Αν αφήσουμε τον Haino απ’ έξω σε ένα αφιέρωμα για την P.S.F. είναι σαν να αφήνουμε απ’ έξω τον Coltrane όταν μιλάμε για την Impulse! Όπως είπαμε κάποια από τα σημαντικότερα έργα του τα έβγαλε ο Haino εδώ (και ευτυχώς που τον τράβηξε η P.S.F από τον βούρκο της ομπσκουριτέ και τον βοήθησε να γίνει ένα σημαντικό όνομα παγκοσμίως) όπως τα πρώτα βαρβάτα άλμπουμ των Fushitsusha και διάφορα συγκλονιστικά σόλο. Είναι στ’ αλήθεια πολύ δύσκολο να διαλέξει κανείς. Πάντως αν σας ενδιαφέρει μια εκδοχή του ροκ σήμερα που να μπορεί να σταθεί κάπως βολικά ανάμεσα στα μεγαλεία του παρελθόντος (δηλ. των 60s και 70s), το πρώτο live άλμπουμ των Fushitsusha που κυκλοφόρησε το 1989 (ένα από τα πρώτα νούμερα της P.S.F.) είναι ένα άριστο παράδειγμα. Μπορεί το 1989 να είναι πια μακρινό αλλά έχουμε εδώ μουσική που δεν την έχει σκεπάσει καμιά πιο καινούρια τέτοια εκδοχή. Με γνώση βαθιά ο Keiji Haino μετατρέπει τα μπλουζ σε πυραύλους που φεύγουν από το Κανάβεραλ για πολύ μακρινούς προορισμούς. Μέχρι και φυσαρμόνικα παίζει το άτομο μέσα στο …διαστημόπλοιο. Στο τελευταίο χορταστικό σχεδόν μισάωρο κομμάτι του δίσκου είναι ήδη σε ταχύτητα δίνης με προορισμό τη νιρβάνα, τη Βαλχάλα, τα Ηλύσια Πεδία… όπου νομίζετε καλύτερα τελοσπάντων.

Ένα από τα πιο ιδιαίτερα και μυστήρια πράγματα που έχει κάνει ο Keiji Haino για την PSF είναι το άλμπουμ «Era of Sad Wings». Πρόκειται για μπάντα, δεν είναι σόλο δίσκος. Αυτό κάπου το διάβασα σε κάποιο αφιέρωμα ή συνέντευξη γιατί στο cd δεν αναφέρεται τίποτα εκτός από τον τίτλο του άλμπουμ και το όνομα του σχήματος που είναι Nijiumu… Ούτε καν οι τίτλοι των 10 κομματιών (γράφει στο obi κάτι λίγα στα γιαπωνέζικα αλλά ότι ξέρεις ξέρω)! Πραγματικά μυστηριώδες και το μυστήριο συνεχίζεται στο απόκοσμο artwork που είναι μια αρχαία τοιχογραφία από τη ρωμαϊκή εποχή και απεικονίζει έναν άγγελο. Η πατίνα του χρόνου είναι αυτό που τράβηξε τον Haino στην επιλογή αυτού του έργου είμαι σίγουρος. Η φθορά συστέλλει τον χρόνο και μας τον εμφανίζει. Τον κάνει ορατό. Μια πολύ φθαρμένη ζωγραφιά μας πάει πίσω και η φαντασία μας οργιάζει κάνοντας μας να «ζούμε» παράδοξες καταστάσεις σε ένα άγνωστο παρελθόν. Αυτή η παραδοξότητα και το μυστήριο είναι το πιο έντονο στοιχείο και στην ίδια τη μουσική σε αυτόν τον δίσκο. Ένα σκοτεινό έργο, ένας ήχος ζωντανός που μοιάζει να μην παράγεται από άνθρωπο αλλά να εμφανίζεται ξαφνικά από το πουθενά, από το άγνωστο, από το χάος. Κάπως δύσκολο να περιγράψει κανείς μια τέτοια κατάσταση όπου η μουσική μοιάζει με φάντασμα, με πνεύμα που σε προκαλεί να αφουγκραστείς τα μυστήρια της ύπαρξης που τα κουβαλά και τα εμφανίζει, έστω και φευγαλέα αλλά ολοφάνερα. Βαθύ σκότος με μια αιώνια διαφάνεια.

Εντελώς ξεχωριστή περίπτωση ήταν ο αποθανών πια κιθαρίστας Jutok Kaneko. Αυτός και ο Haino είναι μέσα στις πιο αξιόλογες μορφές της ηλεκτρικής κιθάρας στο ροκ της Ιαπωνίας (υπάρχει βέβαια και ο μεγάλος Masayuki Takayanagi από τον οποίο και οι δύο έχουν επηρεαστεί με κάποιον τρόπο αλλά παρόλο που είναι ιδιαίτερα «άγριος» δεν είναι ροκ). Όλα ξεκίνησαν για αυτούς τους κυρίους (όχι για τον Takayanagi) με τους Les Rallizes Denudes στα τέλη των 60s, όπου ό ήχος της κιθάρας έγινε ένα μέσο κάθαρσης μέσα από την απόλυτη οξύτητα του, τον θόρυβο, την προσπάθεια να σκίσουν τον ήχο σα να ‘ναι φύλο χαρτί. Βέβαια ο καθένας μπορεί να πάρει μια ηλεκτρική κιθάρα και να την γρατζουνάει βάναυσα, η φασαρία που θα κάνει θα είναι ολέθρια και σχεδόν εκστατική. Έλα όμως που για να γίνει εντελώς εκστατική και όχι ‘σχεδόν’ δεν αρκεί μόνο να τη γρατζουνάς. Ο θόρυβος μπορεί να είναι ένα πολύ δυνατό στοιχείο στη μουσική πράξη αλλά για να μετατραπεί σε μουσική χρειάζονται διεργασίες. Χρειάζεται να γίνει κατανοητό τι εστί ρυθμός, υφή, αρμονία. Χρειάζεται να ματώσεις δουλεύοντας για να τραβήξεις ή να κρούσεις ή να τσιμπήσεις μια χορδή και μετά μια άλλη και οι ήχοι να μιλήσουν ο ένας στον άλλο και να μη βουίζουν απλώς παράλληλα μη γνωρίζοντας ο ένας την ύπαρξη του άλλου.

Οι Les Rallizes Denudes τα κατάφεραν και μετέτρεψαν την τραχύτητα και τα «λάθη» σε ρυθμό και έδωσαν το έναυσμα και σε άλλους να θορυβήσουν ρυθμικά, από πολύ νωρίς. Χρειαζόταν μια εισαγωγή στους Les Rallizes Denudes για να μιλήσουμε για ένα από τα πιο ωραία ροκ άλμπουμ που έβγαλε η PSF από τη μπάντα του Jutok Kaneko, τους Kousokuya. Πρόκειται για το άλμπουμ “The Dark Spot” στο οποίο συμμετέχει και ο πολύ ιδιαίτερος κάργα εξπρεσιονιστής σαξοφωνίστας Masayoshi Urabe. Διότι αυτό το free freak rock που ακούμε εδώ (και όχι μόνο εδώ) κατάγεται κυρίως από τους Les Rallizes Denudes. O ίδιος σκληρός εξπρεσιονιστικός αυτοσχεδιασμός της κιθάρας πρωταγωνιστεί, ο Jutok Kaneko το κάνει αυτό ακόμα πιο ποιητικά υποχρεώνοντας τον ήχο του να αναβλύζει τα συναισθήματά του. Να μετατρέπει την εσωτερικότητά του σε δράμα. Σαν αρχαία τραγωδία με ροκ φόντο φτιάχνονται «ουρλιάζοντας» καθαρτικά άσματα απύθμενου βάθους και μελαγχολίας και ο guest Urabe στο σαξόφωνο απλώς τα ανυψώνει ακόμα περισσότερο.

Μετά είναι και οι Ghost. Όχι φυσικά οι… μεταλλάδες. Οι άλλοι Ghost, οι Ιάπωνες ψυχεδελιστές. Η PSF μάζευε τους καλύτερους των καλυτέρων. Οι Ghost έχουν πια διαλυθεί. Βέβαια ο αρχηγός τους ο Masaki Batoh έχει φτιάξει τα τελευταία χρόνια και άλλες μπάντες, τους εκπληκτικούς The Silence και τους Nehan με τους οποίους οπωσδήποτε πρέπει να ασχοληθούμε κάποια στιγμή σε άλλο κείμενο. Οι Ghost ήταν λοιπόν μια μπάντα πολύ ιδιαίτερη η οποία συνδύαζε το ήδη χαμένο στο διάστημα ψυχεδελικό ροκ με το φολκ αλλά και τον αυτοσχεδιασμό και διάφορα εξωτικά στοιχεία και χαρακτηριστικά που θυμίζουν κάτι περίεργες και απόκοσμες μπάντες όπως π.χ. οι Third Ear Band. Έφτιαχναν δηλαδή μια πολύ περίεργη μουσική, εντελώς αλλούτερη, παγανιστική θα λέγαμε. Σαν να προσπαθούσαν να εκμαιεύσουν από το παρελθόν του ανθρώπου τα πιο μύχια ψυχικά αποθέματα του χρησιμοποιώντας βέβαια σύγχρονα υλικά και μέσα. Δηλαδή δεν παύει ποτέ να είναι ροκ αυτό που παίζουν όσο κι αν φαίνεται να το προσπαθούν μερικές φορές. Ο όρος ψυχεδέλεια (όταν δεν τον χρησιμοποιούμε για να χαρακτηρίσουμε μια συγκεκριμένη περίοδο και κατάσταση) είναι εδώ απολύτως κατάλληλος. Αξίζει πραγματικά να ακούσετε το “Temple Stone”, το live album που έβγαλαν στην PSF το 1994 και είναι μια από τις καλύτερες στιγμές τους.

Η folk μεριά της PSF έχει δύο βασικούς εκπροσώπους. Τον Mikami Kan και τον Kazuki Tomokawa. Μιλάμε κυριολεκτικά για δύο τιτάνες της δυτικότροπης μεν αλλά εντελώς ιαπωνικής στον πυρήνα της παρόλα αυτά τραγουδοποιίας. Και οι δύο είναι παλιές καραβάνες που έκαναν ένα κάποιο όνομα στα 70s στην Ιαπωνία και τώρα απολαμβάνουν και οι δύο μια δεύτερη και ίσως μεγαλύτερη δόξα χάρη στην PSF που τους ξετρύπωσε από τις κρυψώνες τους και την αφάνεια. Συνεχίζουν δυναμικά και τώρα που η PSF δεν υπάρχει.

Ο Mikami Kan είναι ένας ογκόλιθος. Ο ήχος του γενικά, και ο τρόπος που τραγουδά και το παίξιμο του στην κιθάρα έχει έναν απίστευτο, τιτάνιο θα λέγαμε όγκο. Δεν κάνει απαραίτητα θόρυβο, απλώς με έναν μαγικό τρόπο οι πενιές του μοιάζουν…μεγάλες. Δεν ξέρω πως τα καταφέρνει, πως γίνεται αυτό. Μοιάζει λες και έχει ύψος κανα χιλιόμετρο. Ένας τιτάνας, ένας ημίθεος που ουρλιάζει τα μπλουζ. Βαριά, με γρέζι αλλά και παντοδύναμη η φωνή του, δωρική και άκρως δραματική. Μπορεί κανείς να πει ότι παίζει το καλύτερο hard rock μόνο με μια ακουστική κιθάρα! Έχει βγάλει πάρα πολλούς δίσκους. Τολμώ να πω όμως, χωρίς καθόλου να υποτιμώ τα σπουδαία πράγματα που έκανε παλιά, ότι οι δίσκοι της PSF είναι πραγματικά διαμάντια. Μουσική σαν διαμάντι σκληρή και πολύτιμη, όπου ο Mikami Kan μέσα από την ελευθερία που είχε να κάνει αυτό που η μούσα του υπαγορεύει, βρήκε έναν μεγάλο εαυτό.

Θα ήταν μεγάλη παράλειψη να μην πούμε κάτι για το σπουδαίο συγκρότημα του Mikami Kan με τον Keiji Haino και τον drummer Toshiaki Ishizuka. Πρόκειται για τους Vajra. Ο καλύτερος Haino που χτίζει ανεμοστρόβιλους κυρίως με την κιθάρα του και πάνω τους μια φωνή από τα βάθη του σύμπαντος αλλά και γήινη ταυτόχρονα (δεν ξέρω πως τα καταφέρνει) , αυτή του Mikami Kan, συντονίζει τους κώδικες της δημιουργίας. Ναι είναι τόσο υπερκόσμια η μουσική που παίζουν οι Vajra. Ένα rock που διαρρηγνύει διαστάσεις. Όλα τα άλμπουμ τους φυσικά στην PSF.

Ο Kazuki Tomokawa είναι άλλη κατάσταση. Παρόλο που δεν υστερεί σε τίποτα από άποψη δυναμικής και ενέργειας, το ύφος του δεν είναι βαρύ και ογκώδες. Είναι καθαρός και πιο αεικίνητος. Και πιο λεπτός και λυρικός όταν θέλει. Μπορεί να γίνει ροκ, μπορεί να παίζει γρήγορα, ακόμα και άγρια, εξπρεσιονιστικά, με μια θαυμάσια αίσθηση του ρυθμού, χρησιμοποιώντας και τη φωνή του πάντα σαν ένα ρυθμικό «όπλο» (δεν γίνεται με την ιαπωνική γλώσσα διαφορετικά-μια από τις πιο εύηχες και ρυθμικές γλώσσες στον κόσμο), αλλά μπορεί και να χτίζει ασύλληπτες μελωδίες, σαν να είναι φτιαγμένες κάποτε πολύ παλιά, από τροβαδούρους αρχαίους που κατείχαν μια τέχνη σε μας άγνωστη.

Και για τους δύο αυτούς τύπους πάντως δεν μπορώ να σας προτείνω κάποιο συγκεκριμένο άλμπουμ τους στην PSF ή οπουδήποτε αλλού. Ακούστε ότι βρείτε μπροστά σας. Θα βγάλετε τα συμπεράσματα που πρέπει. Σε όλα είναι μεγάλοι.

Μια άλλη μπάντα η οποία διέπρεψε στην αγκαλιά της P.S.F. Records είναι οι Che-Shizu. Όχημα ουσιαστικά της εκπληκτικής Chie Mukai, μιας πολύ σπουδαίας μουσικού στον χώρο του rock αλλά και του αυτοσχεδιασμού. Η Chie Mukai υπήρξε μέλος της East Bionic Symphonia και είχε ας πούμε μέντορα τον Takehisha Kosugi των Taj Mahal Travellers. Αυτό λέει πολλά για το ύφος της και τις πειραματικές του προεκτάσεις. Παίζει το kokyu, ένα ιαπωνικό έγχορδο με δοξάρι. Οι Che-Shizu λοιπόν είναι μια φολκ-ροκ μπάντα στην οποία το κεντρικό όργανο είναι αυτό το kokyu. Και μοιάζουν σαν μια παλιά παραδοσιακή μικρή ορχήστρα της απόκοσμης ανατολής που όμως έχει ηλεκτρικό ήχο! Το άλμπουμ «A Journey» του 1994 είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Ανέφερα πιο πάνω τον μεγάλο κιθαρίστα Masayuki Takayanagi. Ένας ογκόλιθος της free jazz, ένα τεράστιο κεφάλαιο όχι μόνο για την Ιαπωνία αλλά παγκοσμίως. Πιστεύω πως ο Takayanagi είναι του ύψους και της επιδραστικότητας των μεγαλύτερων ονομάτων της free jazz. Θα έπρεπε (και ίσως κάποτε να συμβεί) να μνημονεύεται με τον John Coltrane, τον Albert Ayler και τον Ornette Coleman. Ναι… σε αυτό το τελευταίο πολύ ψηλό ράφι τον τοποθετώ. Ο λόγος που ακόμα δεν είναι τόσο γνωστός σε περισσότερο κόσμο είναι γιατί η μουσική που έπαιζε με τα σχήματά του ήταν πάρα πολύ περίεργη ακόμα και σε σχέση με τους φρητζαζίστες της Ευρώπης και της Αμερικής. Και πολύ «ακραία». Και ιδιαιτέρως άγρια. Είναι και η ηλεκτρική κιθάρα που υποβοηθά αυτή την ακρότητα και μετατρέπει φαινομενικά σε θόρυβο το συνολικό αποτέλεσμα και να σκεφτείς ότι ο Takayanagi το επιδιώκει ακόμα πιο έντονα και εντελώς συνειδητά αυτό. Θα έλεγε κανείς (αν ακούσει με προσοχή) ότι ο παίχτης αυτός παίζει κανονική τζαζ κιθάρα, κάνει χρήση όλων των υλικών της τζαζ και κυρίως του ρυθμού, αλλά εντείνει τα πάντα. Στα τέρματα. Μοιάζει λες και θέλει να βοηθήσει τη τζαζ να… γεννήσει. Από τον εκκωφαντικό ήχο των ρυθμών να ξεπεταχτεί μια νέα δύναμη που να είναι ικανή να ενεργοποιήσει τα αδρανή εγκεφαλικά κύτταρα του ανθεκτικού ακροατή. Από τον σκληρό και οξύ αλλά οργανωμένο ήχο να οδηγηθούμε άμεσα και φυσικά σε ένα τελευταίο σύνορο αντιληπτικότητας για την ακοή (και όχι μόνο) και σε μια κατάσταση φλεγόμενης έκστασης, εκεί που η ηδονή και ο πόνος γίνονται ένα και η συνείδηση χάνει τη λογική της υπόσταση. Γίνεται δηλαδή μια απόλυτη συνείδηση καθοριστική για οποιαδήποτε εμπειρία από κει και μετά. Θα μπορούσαμε δηλαδή εύκολα να τον πούμε noise καλλιτέχνη (είναι πιο θορυβώδης από πολλούς τέτοιους) αν αυτό δεν τον υποτιμούσε κάπως γιατί ξεπερνά κατά πολύ σε μουσικότητα και αισθητική αρτιότητα όλους αυτού του (noise) χώρου. Με καλλιτέχνες σαν τον Masayuki Takayanagi δεν ξεμπερδεύουμε εύκολα. Η δισκογραφία του είναι αρκετά μεγάλη και αξίζουν τα πάντα. Και φυσικά και όλοι οι δίσκοι του στην P.S.F.

Κάτι πολύ ιδιαίτερο στον κατάλογο της P.S.F. είναι μια συγκεκριμένη συλλογή που έβγαλε η εταιρία το 2004 και λέγεται «Undecided». Την αναφέρω εδώ κυρίως γιατί είναι ένα art statement από μόνη της. Ο curator έκανε εδώ πολύ σπουδαία δουλειά, έγινε κυριολεκτικά καλλιτέχνης ο ίδιος. Δεν είναι δηλαδή μόνο οι καλλιτέχνες και τα κομμάτια τους που έτσι κι αλλιώς είναι αριστουργήματα. Η επιλογή τους να συνυπάρξουν σε ένα δίσκο με έναν ειδικό στόχο οδηγεί σε αισθητικό θρίαμβο που υπερβαίνει την απλή πρόθεση μιας συλλογής και μοιάζει να είναι μια πρόταση ενιαία και προσωπική. Ξεκινώντας από το εξώφυλλο και το design γενικότερα (μέσα-έξω) παρατηρούμε ότι υπάρχει μια αίσθηση άλλη, έξω από το ροκ. Θα λέγαμε πιο λόγια ίσως, όχι σαν στυλ αλλά σαν γενικότερη εννοιολογική αντιμετώπιση. Ενώ υπάρχουν κομμάτια κυρίως γνώριμων ονομάτων της εταιρίας, είναι προσεκτικά διαλεγμένα για να ξεφεύγουν από τα καθιερωμένα και να αποπνέουν έναν αέρα έξω από trends, έξω από μόδες, μακριά από στυλ και να είναι τελικά ένα σημείο αναφοράς της πιο σπουδαίας σύγχρονης αλλά και άχρονης μουσικής από την Ιαπωνία. Έξι κομμάτια ντοκουμέντα, όλα σόλο, σαν να γίνεται μια προσπάθεια να ακούσουμε το μεδούλι του καθένα από τους έξι μουσικούς. Ακούμε λοιπόν εδώ τον Keiji Haino σε έναν ορυμαγδό με hurdy gurdy, έτσι όπως μόνο ο Haino το μεταχειρίζεται, με καταιγιστική ηλεκτρική ενίσχυση τέτοια που να ενισχύει όμως και την πνευματικότητά του. Από τους έξι μουσικούς ο Kazuo Imai είναι μάλλον ο πιο αφαιρετικός αφού παίζει την κιθάρα του με ένα τρόπο εντελώς μη κανονικό απλώς προκαλώντας αλλά και συνθέτοντας ιδιότυπα ρυθμικά σύννεφα θορύβου για κάμποσα λεπτά. Ο πιανίστας Ohkuchi Yunichiro μας προσφέρει ένα βαθύ τζαζ track που μπορεί να φέρει στο νου τις μεγάλες σόλο στιγμές του Thelonius Monk στο πιο αργό και πιο ατμοσφαιρικό όμως. Ακολουθεί ο Satoh Michihiro, ένα πραγματικά σπουδαίο όνομα στην παραδοσιακή γιαπωνέζικη μουσική, δεξιοτέχνης του έγχορδου tsugaru shamisen αλλά και αυτοσχεδιαστής. Απλώς ένα σόλο του, χωρίς πολλά πολλά. Ο Otomo Yoshihide είναι άλλος ένας σπουδαίος δημιουργός, από τους πιο παράξενους αλλά και άκρως ενδιαφέροντες της σύγχρονης ιαπωνικής σκηνής, ένας μουσικός που μπορεί να κάνει τα πάντα (από ποπ μέχρι noise) και να μη μοιάζει με τίποτα. Εδώ εξαπολύει μια ορμητική noise σύνθεση χρησιμοποιώντας τους ήχους που μπορούν να προκύψουν από την «κακομεταχείριση» των πικάπ και αποδεικνύοντας ότι ακόμα κι έτσι μπορεί να μας φτάσει στο ζεν. Τέλος έχουμε τον σαξοφωνίστα Masayoshi Urabe (ο οποίος αναφέρθηκε παραπάνω). Και αυτός κουβαλά σχεδόν όλη την ιστορία του ιαπωνικού πολιτισμού (όσο κι αν αυτό ακούγεται υπερβολικό) στις λίγες αραιές στάλες και στριγκλιές του άλτο του.

Από κει και πέρα οι δίσκοι της PSF είναι πάρα πολλοί. Πολλά άλλα σημαντικά σχήματα και συλλογές που βοηθούν να ανακαλύψουμε έναν σύγχρονου και ταυτόχρονα αρχαίο και τελικά απέθαντο ήχο που όσο ζουν άνθρωποι που δεν έχουν απωλέσει την περιέργεια τους για το φαινόμενο της ζωής, θα συνεχίσει να υπάρχει.