Robert Schumann

Ξανακούγοντας την ‘Συμφωνία αριθμός 2 σε Ντο μείζονα’

Σας αρέσει ο... Σούμαν; Αν η απάντηση είναι αρνητική -ή κι αν ακόμη τον αγνοείτε- το κείμενο του Στυλιανού Τζιρίτα είναι μια καλή αφορμή γνωριμίας.

Robert SchumannΟ Robert Schumann κατέχει μία δυσανάλογα κακή θέση στους εποχιακούς ή όψιμους λάτρεις της λόγιας μουσικής. Ο γερμανός συνθέτης λογίζεται πολλές φορές ως ένας βαρετός εκθέτης προηγούμενων συνισταμένων της κλασσικής μουσικής και χωρίς αμφιβολία ως συντηρητικός συνθέτης. Ο Schumann μπορεί να ήταν όντως ένας φανερός λάτρης του Beethoven, τούτο όμως δεν τον κάνει αυτόματα μη νεωτεριστή, κάτι που έμελλε να αποδειχθεί τον 20ο αιώνα. Διότι καλό θα ήταν να ειπωθεί ότι το χαρακτηρισμό του «άοσμου» συνθέτη τον είχε από την εποχή του. Και είναι ίσως αστείο τούτο, αν όχι τραγικό, αν αναλογιστεί κανείς δύο και μόνο σημαντικά γεγονότα της ζωής του συνθέτη.

Ο Schumann η αλήθεια είναι ότι μπορεί να χαρακτηριστεί παιδί ΜΗ θαύμα. Δεν είχε τις απίστευτες περγαμηνές και μόνο με την επιμονή του πατέρα του σπούδασε μουσική. Το προσωπικό του ενδιαφέρον είχε να κάνει με τη λογοτεχνία και ειδικότερα τον ποιητικό λόγο. Έχοντας γεννηθεί το 1810 στο Τσιβκάου της Σαξωνίας, βρήκε στην ουσία τα πατήματα του όταν στη νεότητά του μετακόμισε μαζί με την οικογένεια του στη Λειψία. Οι φιλολογικοί κύκλοι της εποχής εκείνης, σε μια πόλη η οποία έτσι κι αλλιώς χαρακτηριζόταν από τις σχολές φιλοσοφίας αλλά και νομικών, ήταν ένα τεράστιο σχολείο για τον νεαρό Robert. Και μπορεί να ήταν διακαής πόθος της μητέρας του να σπουδάσει νομικά, όμως το μυαλό του ήταν αφοσιωμένο στις τέχνες. Ωστόσο, η φιλολογική του πορεία δεν άφησε αξιομνημόνευτους καρπούς, ενώ την ίδια στιγμή οι συνθέσεις του ήταν μόνο για πιάνο και φωνή, κάτι που συνεχίστηκε μέχρι το 1840.

Το ένα από τα δύο σημαντικά γεγονότα στα οποία προαναφερθήκαμε έλαβε χώρα μόλις τα δύο πρώτα χρόνια μετά τη μετακόμιση του στη Λειψία. Το 1830, όντας συντάκτης του περιοδικού Allgemeine Musikalische Zeitung, θα υπογράψει μια υπέρμετρα αποθεωτική και άκρως προφητική κριτική για τον ελάχιστα γνωστό τότε Chopin. Ο αρχισυντάκτης του θα διαφωνήσει μαζί του και εκεί θα χωρίσουν οι δρόμοι τους.

Πολλά χρόνια αργότερα, ένας άλλος μετέπειτα μεγάλος της κλασικής μουσικής, ο Brahms, θα περάσει το κατώφλι του σπιτιού του και θα ζητήσει την καθοδήγηση του. Ο Brahms μάλιστα έγινε τόσο αγαπητός στον Schumann και στη σύζυγο του Clara ώστε όταν πέθανε το 1856, ο Brahms ήταν αυτός που βοήθησε αποφασιστικά την χήρα του Schumann στη διάσωση και διάδοση του έργου του μέντορα του, βοηθώντας την παράλληλα να επιβιώσει και οικονομικά με αυτό τον τρόπο.

Είναι αστείο λοιπόν να θεωρούμε τον Schumann συντηρητικό, μιας και σε τουλάχιστον δύο περιπτώσεις προείδε μια λαμπρή πορεία για τους δύο αυτούς συνθέτες.

Ο Schumann η αλήθεια είναι ότι δεν είχε πολλά ταλέντα από εκείνα που θεωρούνταν σχεδόν αυτονόητα για συνθέτη της εποχής. Ήταν απογοητευτικός όπως λένε οι τότε πηγές ως διευθυντής ορχήστρας, όταν αναλάμβανε ανάλογα πόστα, ακόμα και σε δικά του έργα. Το γιατί ίσως μπορεί να αναζητηθεί στην ασθένεια που τον ταλαιπωρούσε. Ο Schumann είχε ξεκάθαρα ζητήματα εσωτερικής ισορροπίας, με σύγχρονους μελετητές να μιλάνε για βαθύτατη κατάθλιψη η οποία τον κατέτρεχε μόνιμα τα τελευταία 15 χρόνια της ζωής του.

Εντούτοις η πλέον παραγωγική περίοδος του είναι μέσα σε αυτή τη συναισθηματική/εσωτερική στενωπό. Είναι στο διάστημα μεταξύ 1840 και 1845 όπου θα βρει την εσωτερική δύναμη να υπερνικήσει ακόμα και τις ζοφερές ενοχλήσεις που ένιωθε στα αυτιά του (σύμφωνα με δικές του καταγραφές και την αλληλογραφία του) παραδίδοντας τέσσερις ολοκληρωμένες συμφωνίες.

Η ‘Συμφωνία Νο.2 σε Ντο Μείζονα, αριθμός έργου 61’ είναι κατά την προσωπική μου άποψη το εξέχον συμφωνικό του δημιούργημα. Γραμμένο με το κλασσικό μοτίβο των τεσσάρων κινήσεων που επικρατούσε κείνη την εποχή, παραδίδει μία ιδιαίτερη ηχητική βαθύτητα. Και μπορεί να ενυπάρχει αλήθεια στην κριτική η οποία ασκήθηκε εκείνη την εποχή, ότι δηλαδή το ‘Allegro Molto Vivace’, η 4η και τελευταία κίνηση της συμφωνίας, είναι μία μάλλον συντηρητική έξοδος για ένα τόσο εμβριθές στα προηγούμενα του μέρη έργο, αυτό όμως δεν επισκιάζει το συνολικό πρόσημο που τελικώς λαμβάνει η Συμφωνία No. 2.

Με ένα θεσπέσιο ξεκίνημα εγχόρδων στην πρώτη κίνηση το οποίο και μεταμορφώνεται χωρίς βιασύνη μα ούτε και βασανιστική νωθρότητα σε ένα τοπίο πολλαπλών ήχων από τα όμποε και τα έγχορδα σε λιγότερο από τρία λεπτά και με κοψίματα που αργότερα εκτιμήθηκαν από τους μουσικούς κύκλους, δεν μπορείς να ευχηθείς κάτι καλύτερο για αρχή.

Η σαφώς πιο σύντομη δεύτερη κίνηση η οποία ξεκινά με γοργό ρυθμό και με πινελιές των πνευστών που ακούγονται σαν πτηνά που αναταράσσουν ευδαιμονικά την επιφάνεια που κτίζουν τα έγχορδα, είναι επίσης μία αδαμάντινη στιγμή του συνθέτη.

Όμως η πλέον εσωτερική στιγμή έρχεται με την τρίτη κίνηση. Το ‘Adagio Espressivo’ επενδύει σε πνευστά κυρίως για να δημιουργήσει μία ηχητική οντότητα σπάνιας λεπτομέρειας, προσεκτικά κεντημένης και με πλήρη απουσία κλισέ. Αντιθέτως. Οι μελετητές του έργου του εντοπίζουν στην τρίτη κίνηση της Συμφωνίας ένα καθαρόαιμο μεταφυσικό πορτρέτο της εποχής του Schumann, μία σαφή υπογραφή της ρομαντικής περιόδου της οποίας έτσι κι αλλιώς ο Γερμανός θεωρείται ένας από τους κύριους εκφραστές της.

Στην τρίτη κίνηση ίσως πρέπει να εντοπίσουμε τη σαφή επιρροή του Schumann στον προστατευόμενό του, τον Brahms, ασχέτως αν ο τελευταίος επέλεξε πολλές φορές οι αλλαγές και μεταφορτώσεις των θεμάτων του να έχουν έναν πιο βίαιο χαρακτήρα. Μία προσεκτική ακρόαση θα πείσει για το αληθές του παραπάνω ισχυρισμού. Ο ακροατής θα πρέπει να αφουγκραστεί κυριολεκτικά το σύνολο των ήχων που αναδύονται (πολλές φορές και σε τρεις παράλληλες γραμμές) για να κατανοήσει την εξέλιξη της Συμφωνίας μερικές στιγμές αργότερα, κάτι που αποτέλεσε κυριολεκτικά την υπογραφή του Brahms στο σύνολο των συμφωνικών του έργων.

Προσωπικά χρειάστηκε να ανασύρω την εκτέλεση της Εκκλησιαστικής Ορχήστρας της Δρέσδης του 1972 σε διεύθυνση του Wolfgang Sawallisch (ΕΜΙ/1988) σε μια υπέροχη ηχοληψία του Claus Struben, για να ανακαλύψω εκ νέου αυτόν τον ηχητικό θησαυρό. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο συνοδευτικό βιβλίο της έκδοσης περιέχονται κατατοπιστικές σημειώσεις από τον Richard Wigmore.