Σκιτζήδες του (κάθε) Clapton και των (όποιων) Yardbirds

Τίτλος που φέρνει απορία, σωστά; Δεν το λέω με αυτοαποθεωτικό στυλ, αλλά με απόλυτη επίγνωση ότι τραβάει το μάτι, ενώ συγχρόνως δημιουργεί και ερωτήματα στους νευρώνες όπου καταλήγουν οι πληροφορίες που λαμβάνει αυτό για να μεταβιβαστούν στον εγκέφαλο. Και θα νομίζει κάποιος δικαίως, αν λάβει υπ' όψιν την υψηλή ποσόστωση εξυπνακισμού που παίζει στο διαδίκτυο και στην οποία παρατηρείται το ψαχνό ενός άρθρου να έχει από ελάχιστη έως εκνευριστικά μακρινή σχέση με τον τίτλο ο οποίος απλά τραβάει το μάτι.

Στη συγκεκριμένη όμως περίπτωση κάτι τέτοιο δεν ισχύει, και όχι επειδή θέλω να υπερασπίσω το άρθρο ως υπογράφων αυτό, αλλά επειδή ακριβώς αυτό συμβαίνει στη μουσική βιομηχανία, και ο Clapton και οι Yardbirds που αποτέλεσαν την αφορμή γι’ αυτό, είναι μια κλασσική περίπτωση η οποία σχετίζεται με το σορτάρισμα που γίνεται στις εταιρείες χαμηλού budget όπως είναι η Discy, η Charlie και πολλές άλλες του χώρου, οι οποίες μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις είναι το παρακλάδι κάποιων μεγαλύτερων το οποίο απλά υπάρχει για να βγαίνουν με διαφορετικό τρόπο τα ίδια υλικά μπας και τσιμπήσει κάποιο μπεκούνι.

Και το μπεκούνι είναι εύκολο να τσιμπήσει στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι η απάτη δεν έχει απαίτηση μεγάλης τσέπης και πορτοφολιού από τον αγοραστή. Εκεί ακριβώς βρίσκεται το κόλπο. Είμαι σίγουρος ότι πολλοί από εσάς, όπως και εγώ, στα ξεκινήματα της δόμησης όχι μόνο της δισκοθήκης αλλά και της ίδιας σας της μουσικής γνώσης, έχετε αγοράσει τα περίφημα best of καλλιτεχνών, έχοντας ακούσει ένα τραγούδι που σας άρεσε, ή, ακόμα πιο συνηθισμένο στους χώρους μας, όταν ακούσατε ότι το τάδε σχήμα θεωρείται «τόσο σημαντικό, που κάτι πρέπει να έχεις ακούσει σφαιρικά σχετικά από αυτούς». Και εκεί τσιμπάει ο αγοραστής, και ο εποχιακός και ο έφηβος.

Σε αυτό το σημείο μπαίνει μία από αυτές τις λεγόμενες budget εταιρείες. Οι οποίες και παίρνουν από τις μεγαλύτερες τα publishing rights για την έκδοση του ρεπερτορίου μίας μπάντας ή ενός καλλιτέχνη ο οποίος εμπίπτει σε μία από τις παρακάτω κατηγορίες:

1) Το σχήμα διαλύθηκε σχετικά γρήγορα
2) Τα δικαιώματα κυκλοφορίας των τραγουδιών του δεν του ανήκουν
3) Δεν έχει γνωρίσει μεγάλη επιτυχία και παρακαλεί να γίνεται μέλος τέτοιων συλλογών, είτε με ολόκληρες κυκλοφορίες που φέρουν το όνομα του είτε ως μέλος μίας ανθολόγησης.

Δεν ξέρω αν το έχετε παρατηρήσει, αλλά τρανταχτά ονόματα όπως οι Stones, οι Beatles, οι Floyd, η Madonna δεν υπάρχει περίπτωση να μπουν εύκολα σε συλλογές ή να βρείτε κάποιο κακοφτιαγμένο best of τους. Αντιθέτως σχήματα όπως οι Beach Boys (όπου ο πατήρ του Brian Wilson πούλησε πολύ γρήγορα τα δικαιώματα του σχήματος), οι Animals, οι Boomtown Rats και άλλοι (για να μη μιλήσουμε για τους διάττοντες αστέρες πολλών ιδιωμάτων και ειδικότερα της chart pop) άγονται και φέρονται σε συλλογές λες και είναι αδέσποτα.

Και αν είσαι τυχερός, μπορείς να πέσεις σε κάποια συλλογή σαν το «Surfin Safari» των Beach Boys -που κυκλοφόρησε μέχρι και με ελληνική εφημερίδα ως δώρο- και ήταν πραγματικά διασκεδαστική για κάποιον που δεν έχει ιδέα για το σχήμα πέραν των surf επιτυχιών του. Αλλά μπορεί να πέσεις και σε κάποια πατάτα που αφορά τον Eric Clapton ή τους Yardbirds, σαν αυτόν τον δίσκο ο οποίος κυκλοφόρησε μέσα στο 2018 με τον όλο στόμφο τίτλο «Eric Clapton & The Yardbirds – Historic Classic Recordings (feat. Sonny Boy Williamson)».

Αυτό λοιπόν που καταλαβαίνεις ως καταναλωτής είναι ότι εμπεριέχει ηχογραφήσεις των Yardbirds την εποχή που ήταν εκεί ο Κλάπτονας, ήτοι από το 1963 έως το 1965. Ωραία λες και μετά βλέπεις το «Shape of Things» στα περιεχόμενα του διπλού cd. Χαχαχαχα! Ρε μαγκίτες, αυτό γράφτηκε μετά την αναχώρηση του Clapton και με την άφιξη του Jeff Beck στη μπάντα. Συνεχίζουμε λοιπόν και βλέπουμε την κλασσική εύκολη λύση που συνοδεύει πολλές τέτοιες συλλογές. Παράταξη live ηχογραφήσεων, στη συγκεκριμένη περίπτωση στο Marquee και στο Crawdaddy Club, αμφότερες ηχογραφήσεις οι οποίες έχουν παρουσιαστεί είτε αυτόνομα είτε (πάλι) ως κομμάτια σε συλλογές που αφορούν τους Yardbirds. Τουλάχιστον να βάζανε στο πακέτο το «Live! Blueswailing July '64» το οποίο πρωτοκυκλοφόρησε το 2003 από την Castle και είναι ακραιφνές rock’n’roll, σκληρό και τσαμπουκαλίδικο βρετανικό blues. Αλλά θα μου πεις Castle εκεί, έχει τις δικές της budget εταιρείες να κάνει τα ανάλογα, σιγά μη τα δίνει δεξιά και αριστερά τα tracks της.

Και μετά έρχεται το μεγάλο γέλιο. Σκάνε μύτη πέντε (5) συνθέσεις, οργανικές όλες, από το «Guitar Boogie». Το τελευταίο δεν είναι άλλο από τον κλασσικό δίσκο που έβαλε η RCA το 1971 (κυκλοφόρησε και στη χώρα μας το 1984, έτσι τον έμαθα προσωπικά) με ένα υπέροχο εξώφυλλο με τις rainbow alike φιγούρες τριών κιθαριστών να μπλέκονται μεταξύ τους. Οι τρεις αυτοί κιθαρίστες δεν ήταν άλλοι από τους Clapton, Beck και Jimmy Page. Ο τελευταίος παίζει σε όλες τις συνθέσεις ενώ οι Beck και Clapton δε συναντιούνται σε καμία ηχογράφηση. Τις δε ηχογραφήσεις των Clapton και Page συνοδεύουν ως παίκτες από πίσω οι κύριοι Ian Stewart, Mick Jagger, Bill Wyman και Charlie Watts, το λες και σχεδόν όλοι οι Stones. Καμία σχέση λοιπόν με Yardbirds. Είναι μεν ηχογραφήσεις του 1965, αλλά Yardbirds δεν είναι. Και μπορεί αυτές οι αποτυπώσεις να είναι από τις καλύτερες στιγμές του διπλού δίσκου με το ακραιφνές και στακάτο σπινταριστό (στις περισσότερες περιπτώσεις) αγγλικό blues, αλλά με τους Yardbirds καμιά σχέση.

Ναι, ξέρω. Θα μου πείτε ο δίσκος γράφει Clapton + Yardbirds. Συγγνώμη αλλά ο απλός νους μου (και πιστεύω αρκετών πιθανών αγοραστών) σε αυτόν τον τίτλο διαβάζει για την σχάση των δύο ονομάτων, αλλιώς αν μιλάμε για τυχαίες σταχυολογήσεις δεν υπάρχει στην πραγματικότητα concept στη συλλογή. Αλλά είπαμε, με αυτό τον τρόπο γίνονται οι αεροδουλειές. Βάλε κάτι μέσα και προχώρα και όποιος τσιμπήσει. Και δεν μιλάμε για κάποια ολλανδική ή ιταλική εταιρεία (ειδικευμένοι οι τελευταίοι σε κάτι τέτοια αλεξίπτωτα), αλλά για την αγγλική The Store for Music Ltd. Budget εταιρεία ασφαλώς, η οποία κυρίως live βγάζει από γνωστές μπάντες (από Asia και Journey και κάτι tribute μάλλον ακίνδυνης πυρκαγιάς) αλλά είπαμε, όχι κι έτσι…

Για να μην αναφερθούμε στο ότι η φωτογραφία του Clapton στο εξώφυλλο είναι αποδεδειγμένα (βλέπε μαλλί και ρούχα, τσεκάρισα όμως και το σχετικό credit του φωτογράφου) από το 1966...