Spex: Τι μένει όταν κλείνει ένα περιοδικό;

From station to station πίσω στον σταθμό του Ντίσελντορφ… Βιαστικοί ταξιδιώτες, καφέδες στο όρθιο, μια ακαθόριστη φαγώσιμη μυρωδιά στον αέρα, αναγγελίες των επόμενων τραίνων με μεταλλικές γυναικείες φωνές, Gleis τάδε (κάπου εδώ είναι και η 17 που έβγαλαν μια ιστορική φωτό οι Kraftwerk), ήχος από τουριστικές ερπύστριες-ροδάκια… Στο πρακτορείο τύπου που είναι σχεδόν κανονικό βιβλιοπωλείο, κόσμος πολύς επίσης, και ατελείωτο χαρτί, τα ράφια με τα περιοδικά εκτείνονται σε κυριολεκτικά δεκάδες μέτρα, περιοδικά για κάθε γούστο, καμιά 10αριά μόνο για τον σιδηρόδρομο, άλλα τόσο για την περιποίηση του κήπου, 2 για το χάντμπολ και το πινγκ-πονγκ (αμφότερα λίαν δημοφιλή αθλήματα εδώ), 1 για τον (άντρα ασφαλώς) ψήστη κρέατος, εδώ δεν υπάρχει η κρίση του έντυπου τύπου (sic). Ή έτσι μοιάζει τουλάχιστον… Γιατί κάπου υπάρχει ένα κενό…

Καμιά φορά, σε κουβέντες με έλληνες μουσικόφιλους και μουσικογραφιάδες, ειδικότερα της παλαιότερης γενιάς που πρόλαβαν τις αγελάδες με περισσότερο πάχος, φτάνει σχεδόν απαρέγκλιτα η στιγμή που θα πέσει η ατάκα «στην Ελλάδα ο κόσμος δεν ενδιαφέρεται για την μουσική και δεν ενδιαφέρεται να διαβάσει γι’ αυτή», την έχουμε εγγενή την τάση για αυτο-οικτιρμό και μαστίγωμα – ενίοτε και με ελάχιστα κεκαλυμμένη …περηφάνια τύπου «μόνο στην Ελλάδα γίνονται αυτά». Δεν θα την αναλύσουμε εδώ την παραπάνω στερεοτυπικά διαδεδομένη άποψη, πάντως ας σημειώσουμε ότι ενδιαφέρον και λεφτά υπάρχουν για την μουσική, είτε για να ξοδευτούν σε αδιανόητα υπερκοστολογημένα βινύλια είτε για να πληρωθούν πενηντάρικα σε δεινοσαυρικές συναυλίες, σχεδόν όσο θα έκανε μία ετήσια συνδρομή σε ένα περιοδικό. Αλλά βλέπετε ένα περιοδικό δεν γίνεται εύκολα post σε κοινωνικό μύδι, σέλφι «είμαι κι εγώ εκεί», φωτογραφία με πόζα με την δισκάρα (sic sic) αγκαλιά….

Προς …εθνική μας απογοήτευση όμως αυτά «συμβαίνουν και εις Εσπερίαν» όμως, και στην κραταιά ατμομηχανή της Ευρώπης με την μεγάλη αγορά και την μακρά παράδοση, το τελευταίο μόνο εξάμηνο έκλεισαν δύο μουσικά περιοδικά, το free-press Intro και κυρίως το ιστορικό Spex. To Spex που κυκλοφορούσε αδιαλείπτως από το 1980, 384 τεύχη έφτασε μετά το πρώτο πίσω στο 1980, τότε που το ξεκίνησε μια μικρή παρέα στην Κολωνία, ένα φανζίν με φιλοδοξίες και την απαραίτητη δόση ρομαντισμού και άγνοιας κινδύνου, αιχμηρής και προκλητικής άποψης, με τις απαραίτητες εμμονές (δεν γούσταρε Smiths π.χ.- κι ίσως γι’ αυτό να τους γούσταρα και λίγο παραπάνω χεχε), με κείμενα που υπερέβαιναν τον στενό μουσικό κορσέ, που προσπαθούσαν να εντάξουν τον δίσκο σε ένα ευρύτερο αισθητικο-κοινωνικό πλαίσιο, ακόμη και φορτώνοντας με παραπάνω ιδεολογικό βάρος δίσκους οι οποίοι δεν μπορούσαν να το αντέξουν, «σπάνια καταλάβαινα όσα γράφονταν, είχα όμως την αίσθηση πάντοτε, ότι είναι σημαντικό να τα καταλάβω», γράφει ένας αναγνώστης στο κύκνειο τεύχος. Πέρασε με τα χρόνια από διάφορα κύματα, έφτασε να χρεοκοπήσει, μετά εξαγοράστηκε από μια εταιρία, μετακόμισε στο χίπστερ Βερολίνο, κάποιοι εγκατέλειψαν κάποιοι συνέχισαν, μέχρι το τέλος, με τους λόγους να είσαι τόσο ίδιοι και τόσο διαφορετικοί πάντα, η κρίση της έντυπης δημοσιογραφίας, τα διαφημιστικά πακέτα που άλλαξαν κατεύθυνση, η αδιαφορία του κόσμου για την μουσική ως διανοητική πρόκληση και αξία.

Στο (μετα)τελευταίο τεύχος με τον εύγλωττο τίτλο, «Bye SPEX! What’s next»?, ενώ θα περίμενε κανείς θρήνους, ελεγείες, κατάρες για την καινούργια άπονη εποχή, μελλοντοφοβική καταστροφολογία και νοσταλγία, και μινορέ βιολιά (που δεν λείπουν ειδικά από την στήλη των αναγνωστών), το εντιτόριαλ ξεκινάει με την εξής αμίμητη φράση αυτοκριτικής: «Από τότε που ανακοινώθηκε το κλείσιμο του περιοδικού… αγαπητοί/ές αναγνώστες/στριες μάθαμε μερικά πράγματα: Ότι κατά την διάρκεια των 38 ετών της ιστορίας μας υπήρξαν μόνο γαμάτοι συντάκτες και αρχισυντάκτες, οι οποίοι είχαν το κολάι και το ταλέντο και μετά, όταν ολοκλήρωναν το γαμάτο έργο τους, τους αντικαθιστούσαν ακόμη πιο γαμάτοι συντάκτες και αρχισυντάκτες».

Κι ακολουθούν σελίδες με άρθρα με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον, με προβληματισμούς, προτάσεις και αναλύσεις, καταδεικνύοντας με έναν ειρωνικά διαυγή τρόπο την ανάγκη για μια μουσική δημοσιογραφία η οποία θα αφήσει (ή πρέπει να αφήσει) πίσω της οδηγούς αγοράς και βαθμολογίες δίσκων, Και ότι το μέλλον δεν είναι κάπου εκεί έξω για να το προβλέψουμε αλλά για να το συν-διαμορφώσουμε, ο καθένας με την δύναμη του δικού του μικρού «φτερού».

Μένει όμως και η πικρή παρατήρηση (γιατί πάντα σε κάθε απώλεια σε τούτη την ζωή, προβάλλουμε την δική μας), ότι όσο περισσότεο περάσει ο καιρός τώρα, όλο και πιο εξιδανικευμένα θρυλικό θα γίνει το περιοδικό.

Οι ίδιοι λένε ότι θα συνεχίσουν στο Διαδίκτυο, οπότε δεν μπορούμε από την δική μας γωνιά παρά να ευχηθούμε μια «καλή συνέχεια».