Στον κόσμο των αυθεντικών, εμείς είμαστε με ...τα "Δήθεν"

Από τα παλιά Δήθεν του Ρασούλη στους σημερινούς... δήθεν που "δεν είναι ο εαυτός τους". Του Αντώνη Ξαγά

"Άκου φίλε μου (στο πρόσωπο σχηματίζεται ύψος περισπούδαστο και εμβριθές, αντάξιο της σοφίας που πρόκειται να εκστομιστεί, αποσταγμένη λες στάλα-στάλα από αιώνες στα φιλοσοφικά εργαστήρια). "Το παν στη ζωή αυτή είναι να είσαι ο εαυτός σου". "Όλοι οι άλλοι ρόλοι είναι πιασμένοι", είχε συμπληρώσει κάποτε σκωπτικά ο Όσκαρ ο Ουάιλντ, αλλά ο "φίλος" μας μάλλον αγνοεί τον ευφυή Ιρλανδό προβοκάτορα. "Και φυσικά να μην υποκρίνεσαι, να είσαι ντόμπρος, μάγκας παντελονάτος. Να μην είσαι δήθεν" (αν το παλλλικάρι είναι κι απ' τη Σαλονίκη θα μπορούσε εδώ να πει ντεμέκ). "Τέρμα τα ντεμέκ", που είχε τραγουδήσει και η Μοσχολιού δια χειρός Κραουνάκη στο "Καινούργιο πράγμα", αλλά ο "φίλος" μας πιθανότατα το αγνοεί το άσμα, είχε περάσει άλλωστε απαρατήρητο στον καιρό του...

"Οι μάγκες δεν υπάρχουν πια/τους πάτησε το τρένο/με μάγκικο σαλπάρανε/με ναργιλέ σβησμένο"

Είναι 1978... Και σαν να είχε καταλαγιάσει κάπως η εχμμ μεταχουντική αντίσταση, οι μαζώξεις σε γήπεδα, μπουάτ και «αντάρτικα λημέρια» είχαν αραιώσει, τα τραγούδια με την υψωμένη γροθιά αφού εκτόνωσαν καταπίεση και ενοχές χρόνων έμοιαζαν πλέον κάπως αμήχανα και κουρασμένα. Μια ατμόσφαιρα αλλαγής (το πιάσατε το υπονοούμενο ε;) υπήρχε στην ατμόσφαιρα, μαζί με την αίσθηση μιας μεταβατικής εποχής. Και είναι κάπου εκεί που σκάει στο σκηνικό ένας δίσκος-ανορθογραφία, με τον τίτλο ήδη προκλητικό για τα ρατσιστικά αντανακλαστικά της ελληνικής κοινωνίας. "Η εκδίκηση της γυφτιάς", ένας δίσκος ναι μεν ξεκάθαρα λαϊκός στην μορφολογία και τυπολογία του, στην ουσία του όμως κάτι άλλο (εξού και αποκλήθηκε "νεολαϊκός", σαν να λέμε ...post-λαϊκό), έτσι που πήγαινε κόντρα σε μια κατεστημένη και παγιωμένη ("γνήσια") λαϊκότητα.

Δεν ήταν περίεργο λοιπόν το ότι ξένισε κάμποσο κόσμο τότε, όχι μόνο (ή τόσο) με τις καινοφανείς μουσικές διαδρομές του, οι οποίες πρωτοσύστησαν στο κοινό τον εκ της πολυπολιτισμικής χοάνης του Καΐρου ορμώμενο και χωρίς λαϊκές περγαμηνές Νίκο Ξυδάκη, αλλά και με το ερωτιάρικο περιεχόμενο των στίχων και τις τολμηρές λεκτικές επιλογές του Μανώλη Ρασούλη. Ίσα που είχε περάσει ένας χρόνος από την κυκλοφορία στην πάντα τολμηρή Λύρα του Πατσιφά, η ίδια δημιουργική ομάδα (πλην Σαββόπουλου), με τον Νίκο Παπάζογλου, τον Δημήτρη Κοντογιάννη και την Σοφία Διαμαντή στις ερμηνείες και τον Αλέξη Κυριτσόπουλου στον σχεδιασμό του εξώφυλλου, θα βγάλει τα "Δήθεν", μια ειρωνική κατά βάση απάντηση στην κατηγόρια που είχε δεχθεί η "Εκδίκηση" ως "δήθεν λαϊκή".

Αμφότεροι οι δίσκοι θα γνωρίσουν εν τούτοις (προφανώς και γι' αυτό) μεγάλη απήχηση στις νεότερες κυρίως ηλικίες, ειδικά στο ...φοιτηταριό. Τραγούδια και από τα δύο έργα θα γίνουν για τα πολλά επόμενα χρόνια σταθερή επιλογή στις φοιτητικές παρέες, στα ταβερνάκια μετά την πορεία, στα γλέντια των σχολών, σε τούτο το τραπέζι, που ραγίζει απόψε η καρδιά με το μπαγλαμαδάκι του συντρόφου Βασίλη, κι όλοι ακούνε μόνο την πενιά κι ο νους τους ταξιδεύει.

Για τούτους τους σπουδαίους δίσκους (στην αισθητική τους ουσία για έναν πρόκειται) θα μπορούσαν να γραφτούν τόμοι, ειδικά για την επίδραση που είχαν τα επόμενα χρόνια (όχι πάντοτε θετική, αλλά έτσι συμβαίνει με τα σπουδαία έργα τέχνης), για τις βάσεις που έθεσαν στο νεότερο εντεχνο-λαϊκό τραγούδι, για τα καινά (και ενίοτε ...κενά) δαιμόνια που απελευθέρωσαν, για τα ντέφια που βαρούσαν στη χώρα όλη τη δεκαετία του '80, μέχρι και τα βαρελάδικα των 90s με τις γκόμενες ανεβασμένες πάνω στα τραπέζια. Και με τους ίδιους τους δημιουργούς να ακολουθούν εντελώς διαφορετικές, έως και αποκλίνουσες πορείες.

"Με την περούκα την ξανθιά/φάνηκες μες στη γειτονιά/Μπήκες σε βαριούς μπελάδες/με κάτιτι πιτσιρικάδες (...) Σε πονώ γιατί είμαι μόνος/φίλε αδελφή ψυχή/όσο μόνος είναι ο κόσμος/στη δική του ενοχή"

Ένα πραγματικά υπέροχο τραγούδι είναι αυτό, και ενδεικτικό ακριβώς του τολμηρού πνεύματος του έργου, καθώς θίγει ένα ζήτημα-ταμπού ακόμη και για τους προοδευτικούς κύκλους της εποχής: την παρενδυτικότητα και την ανδρική πορνεία. Και το κάνει με έναν τρόπο ιδιαίτερα τρυφερό, με μια κοινωνική ποιητική μοναδικής ευαισθησίας να αναδεικνύεται από τη λυγμική φωνή του Παπάζογλου, συνοδεία κιθάρας μάλιστα και ουχί μπουζουκιού. Ένα τραγούδι αντι-λαϊκό, απέναντι στο εμπεδωμένο με κάθε μέσο στερεότυπο του "λαϊκού άντρα", αυτού που ακολουθεί τους ηθικούς κώδικες της πιάτσας, που είναι γνήσιος, ανδροπρεπής και παντελονάτος, που δεν είναι πούστης, ανέντιμος δηλαδή και υποκριτής. Η "Αδελφή ψυχή" θα βρει τη μουσική της συνέχεια στο υπέροχο "Ένα τραγούδι για τον χειμώνα" του Τζίμη Πανούση λίγα μόλις χρόνια αργότερα. Η κοινωνική αποτελεί φρονώ ακόμη ένα ζητούμενο μέχρι και τις ημέρες μας. Η Τέχνη ως γνωστόν προηγείται ενίοτε της Κοινωνίας...

«Ποιος το είπε για τους μάγκες, πώς χαθήκανε; Ποιος το είπε πως τα τρένα τους πατήσανε/όσο υπάρχει τράπουλα/θα βγαίνουνε ρηγάδες;»

Δια χειρός Βασίλη Παπαδόπουλου και Τάκη Σούκα και δια ...χειλέων του πολλά βαρύ Στράτου Διονυσίου, θα έρθει από την άλλη, πάλι λίγα χρόνια αργότερα, τούτη η ζεϊμπέκικη απάντηση. Και πράγματι δεν έλειψαν οι ρηγάδες στον τόπο τούτο, ήδη από τα γόνιμα χρόνια του ΠΑΣΟΚικού -μάγκικου εννοείται- ατομικισμού. Έκτοτε η έννοια «δήθεν» θα κατοχυρωθεί στη δημόσια αλλά και προσωπική σφαίρα με βαριά αρνητική φόρτιση, μέσω της αποθέωσης του αντίθετου της, της γνησιότητας του «είμαι ο εαυτός μου», «έτσι είμαι, δεν υποκρίνομαι, είμαι αληθινός».

Μαζί, σε διόλου τυχαία παραλληλία, άνθισε και η άκρατη selfie λατρεία του Εαυτού αυτού. Γράφοντας το κείμενο τούτο, αποπειράθηκα μια πρόχειρη διαδικτυακή αναζήτηση (googling ντε) κι έπεσα σε χιλιάδες σελίδες με συμβουλές και παραινέσεις, 10, 12, 50 τρόπους για ανακαλύψετε (ακόμη και ερωτευτείτε!) τον πραγματικό σας εαυτό, ακριβοπληρωμένα κιτάπια αυτοβοήθειας και αυτοβελτίωσης, κοελιές και μπουσκαλιές, όλα στην υπηρεσία της αναζήτησης του Εαυτού. Ο οποίος (να το αποδώσουμε σε πλατωνικό κατάλοιπο;) νοείται ως κάτι σταθερό και παγιωμένο, μια κρυμμένη ουσία η οποία απομένει να ανακαλυφθεί από το υποκείμενο. Είναι πολύ ενδιαφέρον ότι η ...αντιπολίτευση στην ουσιοκρατική αυτή άποψη μας έρχεται κυρίως εξ Ανατολών, εκεί σε πολλές θρησκείες και ιδεολογικά συστήματα ο άνθρωπος αντιμετωπίζεται περισσότερο ως ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο και αλληλεπιδρών δίκτυο σχέσεων, το δε Εγώ ως μια διαδικασία και όχι ως ένα παγιωμένο ναρκισσιστικά πρότυπο (στα γιαπωνέζικα π.χ. υπάρχουν πολλές λέξεις για το "εγώ" ανάλογα με την περίσταση και την εκάστοτε συνθήκη στην οποία δρα το εκάστοτε Εγώ). Στον φαντασιακά ορθολογικό Δυτικό κόσμο όλα αυτά φθάνουν συνήθως ανακατεμένα σε μια new age σαλάτα. Και Βούδας και Κούδας, κατά μία έννοια...

Κάπως έτσι, ειδικά τα τελευταία χρόνια, με την συνέργια της αποενοχοποίησης του "πολιτικώς αν-ορθού", άνοιξε η Κερκόπορτα σε όλη την καφρίλα του κόσμου τούτου. Γιατί εν τέλει, ποιος αλήθεια αμφιβάλλει: και το κάθε ροπαλοφόρο χρυσαύγουλο είναι πράγματι ο εαυτός του, αυθεντικός και φυσικά γνήσια κι ανεπιτήδευτα λαϊκός. "Όλη η κακή ποίηση πηγάζει από γνήσιο αίσθημα" για να προστρέξουμε πάλι στα ιοβόλα και εύστοχα τσιτάτα του θείου Όσκαρ.

Σκέφτομαι λοιπόν ότι από κάποιες απόψεις η ιδέα της αυθεντικότητας και της γνησιότητας έχει κάτι το επίφοβο, ενίοτε και ολοκληρωτικό. Μπορώ να την αποδεχθώ σε συμφραζόμενα αναφερόμενα σε τυριά, σε βούτυρα και τραχανάδες (κι εκεί ακόμη με μεγάλη επιφύλαξη). Για ανθρώπους, για μουσικές και άλλα πολλά, νομίζω ότι προτιμώ να είμαι με τους μιγάδες, τους μπάσταρδους, τους "υποκριτές". Τους δήθεν. Και τα Δήθεν...
_ _

(To κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΣΑΣΤέΗΝ-Σημειώσεις περί συνθετών της ημεδαπής τον Ιούνιο του 2018)