Τα φανζίν του Ηνωμένου Βασιλείου
Κι αν ο ενθουσιασμός και ο ερασιτεχνισμός δεν ήταν(είναι) πάντοτε καλοί οδηγοί, η ανιδιοτέλεια και το πάθος λειτούργησαν ως αντιστάθμισμα. Ένα αφιέρωμα του Παναγιώτη Αναστασόπουλου το οποίο επιστρέφει στην πηγή
Διαπιστώνοντας εδώ και καιρό μια έξαρση στο ομολογουμένως διαχρονικό ενδιαφέρον για τα fanzines, η παρούσα στιγμή μοιάζει να είναι η καταλληλότερη να γυρίσει κάποιος τον χρόνο πίσω στις "ένδοξες" μέρες της ακμής τους. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η βόλτα αυτή στο παρελθόν μπορεί να έχει ως ξεναγό τη νοσταλγία για μια εποχή κατά την οποία η όλη "δούναι και λαβείν" νοοτροπία δε μάστιζε στον απόλυτο σημερινό βαθμό τα κοινωνικά και μουσικά δρώμενα. Υπάρχει όμως κάτι εξίσου σημαντικό με τις days of wine and roses του ανεξάρτητου μουσικού τύπου, κι αυτό δεν είναι άλλο από την καταγραφή των δρώμενων όταν εκείνα συνέβαιναν και μάλιστα από ανθρώπους που είχαν ως μόνη "ιδιοτέλεια" την αγάπη τους για τη μουσική.
Πάλαι ποτέ
Πιστεύω πως ο όρος "fanzine", που προέρχεται από το συγκερασμό των λέξεων "fan" και "magazine", ήταν εξαιρετικά επιτυχημένος και απόλυτα εύγλωττος τόσο του τύπου όσο και της ουσίας αυτών των "περιοδικών". Δήλωνε αφενός ότι η διανομή ή η κυκλοφορία ενός τέτοιου εντύπου δεν έχει επαγγελματικό και επίσημο χαρακτήρα και αφετέρου πως είναι αποκύημα ενθουσιασμού, που απορρέει από την αγάπη του δημιουργού (κυρίως) για μια συγκεκριμένη μορφή τέχνης και απευθύνεται σε άτομα που μοιράζονται τα ίδια συναισθήματα. Πρωτοεμφανίστηκε δια χειρός Russ Chauvenet στις 6 Οκτωβρίου του 1940 στο τεύχος #5 του εντύπου με περιεχόμενο επιστημονικής φαντασίας "Detours" και έκτοτε γνώρισε μερικές παραλλαγές και ονομασίες, από τις οποίες η "zines" πήρε τα σκήπτρα. Αρχικά σε απόλυτο βαθμό και στη συνέχεια κατά κανόνα, κανείς από τους συμμετέχοντες σε αυτά δεν αμοιβόταν, ενώ η διάθεση τους γινόταν δωρεάν ή έναντι μικρού αντιτίμου, το οποίο συχνά αντιστοιχούσε στα έξοδα παραγωγής και ταχυδρομικής αποστολής, στις περιπτώσεις που δεν τα έβρισκε κανείς σε συναυλίες ή καταστήματα δίσκων.
Στις απαρχές της κυκλοφορίας τους συνήθως οι σελίδες τους δακτυλογραφούνταν και φωτοτυπούνταν (ή αναπαράγονταν μέσω της οικονομικότερης επιλογής του πολυγράφου), ενώ τα γραφεία σύνταξης συνήθως εδράζονταν στο σαλόνι του σπιτιού του εκδότη. Καθώς τα χρόνια περνούσαν, μερικές ανάλογες προσπάθειες που απέκτησαν χαρακτήρα επαγγελματικής έκδοσης μετονομάστηκαν σε "prozines", εδώ όμως και πολλά χρόνια την πιο εξελιγμένη μορφή τους αποτελούν ανεξάρτητοι διαδικτυακοί τόποι. Πλέον, είναι γεγονός ότι στην σημερινή πληθώρα αυτών που ονομάζουμε zines, η οποία περιλαμβάνει μερικές "απίστευτες' κατηγορίες όπως τα mamazines, one-page-folding zines και personal zines, έχει χαθεί τουλάχιστον ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά τους: η diy αισθητική.
Η εποχή της ακμής
Όπως εύκολα γίνεται κατανοητό, το θέμα της ιστορίας των fanzines είναι ιδιαίτερα ογκώδες για να αποτυπωθεί σε ένα άρθρο, είτε "επιγραμματικά" είτε σε συνέχειες. Περιορίζοντας λοιπόν το πλαίσιο, έκρινα σκόπιμο να αναφερθώ στην εποχή της ακμής εκείνων που είχαν μουσική θεματολογία και δη των βρετανικών, όμως και πάλι το υλικό αποδείχτηκε ότι ήταν τεράστιο! Έτσι, αν και -ουσιαστικά- όλα ξεκίνησαν στα τέλη των '60s και τα πρώιμα '70s, προφανώς υπό την επιρροή των καταγεγραμμένων στο βιβλίο "Smoking Typewriters" του John McMillian συνθηκών στον undeground τύπο των Η.Π.Α., το απόγειο ήρθε στα τέλη των '70s και κράτησε κάτι λιγότερο από μια δεκαετία. Αυτό αναπόδραστα είχε ως αποτέλεσμα το περιεχόμενο των μουσικών fanzines να αφορά κυρίως τα είδη punk, post-punk και new wave, όχι αποκλειστικά λόγω της χρονικής συγκυρίας, αλλά και των παράλληλων ευρισκόμενων σε έξαρση "ενταγμένων" στη μουσική ζητημάτων κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής φύσεως, τα οποία παρέχουν από μόνα τους επίσης πλούσιο υλικό για ιδιαίτερο αφιέρωμα.
Ας συστηθούμε...
Οι συστάσεις των fanzines που τελικά περιλαμβάνονται στο μικρό αυτό αφιέρωμα, γίνονται εν συντομία με αναφορά της ταυτότητάς τους, του περιεχομένου τους και -κατά περίπτωση- κάποιων χαρακτηριστικών δημοσιεύσεών τους.
Sniffin’ Glue
Για πολλούς το μηνιαίο Sniffin’ Glue (a.k.a. Sniffin' Glue and Other Rock 'N' Roll Habits), που είδε για πρώτη φορά το φως στο Deptford του Λονδίνου αμέσως μετά την κυκλοφορία του ντεμπούτου των The Ramones τον Ιούλιο του 1976, αποτελεί την κορωνίδα της fanzine δημιουργίας. Πατέρας του ήταν ο Mark Perry και νονός του το τραγούδι του κυρίου Dee Dee "Now I Wanna Sniff Some Glue". Τα δώδεκα συνολικά τεύχη του που κυκλοφόρησαν μέχρι τον Αύγουστο του 1977, αποτέλεσαν κύρια πηγή ενημέρωσης σε μια εποχή που το punk δεν είχε καταστεί ακόμα κοινωνικό και μουσικό φαινόμενο, πουλώντας αρχικά πενήντα και ακολούθως δεκαπέντε χιλιάδες αντίτυπα. Οι λάτρεις του το αποκαλούν "first and still best known UK punk zine", ενώ στις σελίδες του φιλοξενήθηκαν κείμενα του δημοσιογράφου και ραδιοφωνικού παραγωγού Danny Baker (ΝΜΕ, BBC). Σε ένα editorial διαβάζουμε: "Φαίνεται πως αυτοί που δεν ανήκουν στο new-wave, οι ποδοσφαιρόφιλοι και οι ντισκόβιοι, στρέφονται εναντίον μας επειδή είμαστε διαφορετικοί. Εμείς δε θέλουμε να προκαλέσουμε προβλήματα, θέλουμε να διασκεδάσουμε, να κάνουμε φιγούρα, να μπαίνουμε τζάμπα σε εκδηλώσεις, οπότε τα γυαλιά ηλίου, οι γκριμάτσες και οι βαρυεστημένες εκφράσεις είναι μέσα στο παιχνίδι".
Jamming
Το επίσης καταξιωμένο Jamming (a.k.a. Jamming!) του τότε... δεκατριάχρονου Tony Fletcher κυκλοφόρησε τα τριανταέξι τεύχη του από το Λονδίνο, μεταξύ του 1977 και του 1986. Οι πολλές αποκλειστικές συνεντεύξεις, αλλά και τα αφιερώματα σε μπάντες όπως οι The Cure, Sex Pistols, Dead Kennedys, The Smiths, Cocteau Twins, The Beat, ATV, The Stranglers, Skids, Tom Robinson Band, Stiff Little Fingers, The Jam, Swell Maps και Siouxsie & The Banshees δημιούργησαν αίσθηση, όπως και οι προσωπικές επιστολές των Mark E. Smith, Paul Weller και πολλών άλλων.
Ripped & Torn
Το Ripped & Torn του Tony D (Tony Drayton) ξεκίνησε στο Λονδίνο το Δεκέμβριο του 1976, καταγράφοντας τις απαρχές του punk και θεωρήθηκε από αρκετούς σκληροπυρηνικούς punks ως καλύτερο του Sniffin’ Glue, αν και ήταν βασισμένο πάνω σε αυτό. Περιείχε πρωτόλειο υλικό από φωτογραφίες, ζωντανές εμφανίσεις και δισκοκριτικές που αφορούσαν early-punk και post-punk συγκροτήματα που τα μουσικά περιοδικά τότε αγνοούσαν επιδεικτικά, όπως οι Adam & The Ants, Raped, Cuddly Toys και Crass. Μέχρι το 1979 ολοκληρώθηκε η κυκλοφορία των δεκαεπτά τευχών του, για να προκύψει το Kill Your Pet Puppy.
Kill Your Pet Puppy
Το Kill Your Pet Puppy -επίσης του Tony D- γεννήθηκε στο Λονδίνο αμέσως μετά το κλείσιμο του Ripped And Torn και εκδιδόταν έως το 1984. Είχε πιο ακραίο και ασυμβίβαστο χαρακτήρα, που συχνά ενέπιπτε στην αποκαλούμενη anarcho-punk ιδεολογία, λόγω της σταδιακής ενσωμάτωσης του punk στις κυκλοφορίες των πολυεθνικών εταιρειών. Αμέσως πριν το πρώτο τεύχος που κυκλοφόρησε το Δεκέμβριο, ο Tony μαζί με την αδελφή του Val έκανε παρέα ή έμενε σε "κοινόβια" με την Eve (Carol Mills) πρώην γυναίκα του Stuart Goddard (aka Adam Ant) και τον μπασίστα Kevin Mooney των Adam and the Ants. Η κολλεκτίβα που δημιουργήθηκε με την προσθήκη τεσσάρων ακόμα φίλων και ονομάστηκε Puppy Collective επιμελήθηκε τα έξι τεύχη του fanzine, ενώ παράλληλα ο Tony αρθρογραφούσε περιστασιακά στα NME, Record Mirror και ZigZag. Αγαπημένες μπάντες μέσα από τις σελίδες του fanzine ήταν οι Alien Sex Fiend, Death Cult, Cramps και The Mob.
ZigZag
Το ZigZag (που τυπικά είναι magazine, αλλά έχει έντονα τα χαρακτηριστικά του fanzine - εντάξει και το Bucketfull of Brains είναι παρόμοια ιστορία, αλλά εδώ η πλάστιγγα γέρνει περισσότερο προς το magazine) είχε ως εκδότη στο αρχικό του στάδιο τον Pete Frame, ο οποίος είχε την έδρα του στο γραφικό Leighton Buzzard, που βρίσκεται σε απόσταση μικρότερη των εκατό χιλιομέτρων από το Λονδίνο. Το πρώτο του τεύχος κυκλοφόρησε στις 16 Απριλίου του 1969, ενώ ως τελευταίο τυπικά θεωρείται εκείνο της προσπάθειας ανατύπωσης του 1986, αλλά ουσιαστικά η ιστορία του είχε ολοκληρωθεί τέσσερα χρόνια νωρίτερα. Αρχικά η ύλη του περιστρεφόταν γύρω από το rock, τα blues και τη folk, με έμφαση στους Bob Dylan, Frank Zappa, Led Zeppelin, Traffic, Grateful Dead, The Byrds, The Who και Pink Floyd, ενώ ακολούθως επεκτάθηκε και σε prog, punk, new-wave και goth πεδία. Εκτός από αφιερώματα και συνεντεύξεις, αίσθηση δημιούργησαν τα "rock οικογενειακά δέντρα" που έφτιαχνε ο Frame, καθώς και η παρουσίαση Αμερικανών τραγουδοποιών όπως οι Michael Nesmith, Mickey Newbury και Gene Clark.
48 Thrills
Κυκλοφόρησε στα τέλη του 1976 δια χειρός Adrian Thrills από το Harlow του Essex, με τις σελίδες του να είναι χειρόγραφες, φωτοτυπημένες και πιασμένες με συνδετήρα στην πάνω αριστερή τους άκρη. Υπήρξε ένα από τα σημαντικά έντυπα, που κατέγραψαν τα γεγονότα της ιστορίας του punk όπως ακριβώς συνέβαιναν. Χαρακτηριστικές στιγμές του ήταν η συνέντευξη με τους Generation X, αλλά και οι καλύψεις των συναυλιών των The Clash στο Roxy την πρωτοχρονιά του 1977 και των Sex Pistols στο Middlesex Poly, για την οποία διαβάζουμε: "Έπαιξαν τα "Substitute", "No Feelings" και "I'm a Lazy Sod" και στη συνέχεια αποκάλυψαν το "νέο εθνικό ύμνο": "No Future... God save the queen... The fascist regime... No Future... No Future for you".
Vague
Το Vague ξεκίνησε το 1982 και σύντομα έγινε ένα από τα καλύτερα fanzines για το post-punk, έχοντας εξαρχής αποδώσει τα εύσημα στο punk με αποφθέγματα όπως το παρακάτω: "Το punk rock έδωσε από την αρχή στη μουσική βιομηχανία μια κλωτσιά στα οπίσθια, όμως πλέον οι πληγές μοιάζουν να έχουν επουλωθεί". Ήταν πολυσέλιδο, σταθερά "βιβλιοδετημένο" και γεμάτο από προσεγμένα αφιερώματα σε συγκροτήματα όπως οι Adam and the Ants, Killing Joke, Theatre of Hate, Danse Society, αλλά και στην proto goth σκηνή, σε επιλεγμένες ταινίες, στην αναρχία, τις καταλήψεις κ.λπ. Ο εκδότης του Tom Vague βρέθηκε στο επίκεντρο της τότε διαμορφούμενης goth υποκουλτούρας, την οποία υποστήριξε με τα πολύ προσεγμένα κείμενά του.
The End
Πολύ επιδραστική έκδοση με σατιρική διάθεση και έδρα το Liverpool, που ξεκίνησαν το 1981 οι Peter Hooton (μετέπειτα The Farm) και Phil Jones. Απευθυνόταν σε νέους της μεσαίας τάξης που αγαπούσαν τη μουσική των The Clash, Undertones, Wah!, Cook da Books, αλλά και την ευρύτερη terrace culture με τη μόδα της που αγαπούσε τις αθλητικές εμφανίσεις. Η ταυτότητά του αποτυπώθηκε εξαρχής μέσω του παρακάτω δίπολου: "In: να κοροϊδεύουμε τους φοιτητές και τους pop stars, τον Eddie Yates και τους Pigbag. Out: είναι όσοι δε μπορούν να πιουν μπύρα, η εμφάνιση των Zoo Gang στο TOTP, οι Cockneys και η αδελφή του Keith Chegwin". Μέχρι το 1988 κυκλοφόρησαν είκοσι τεύχη του.
Anarchy in the UK
Το fanzine αυτό φτιάχτηκε στο Λονδίνο το 1976 από τους Jamie Reid, Sophie Richmond και Vivienne Westwood και εκδόθηκε από την εταιρεία Glitterbest Ltd. του Malcolm McClaren για να προωθήσει τη μουσική των Sex Pistols, παίρνοντας την ονομασία του από το φερώνυμο τραγούδι τους. Το μοναδικό του τεύχος ήταν δωδεκασέλιδο, τυπωμένο σε στυλ μικρής εφημερίδας (17x12 ίντσες) και είχε μεγάλες φωτογραφίες. Διανεμήθηκε το Δεκέμβριο κατά την περιοδεία του συγκροτήματος και αποτελεί ένα πρώιμο punk DIY αντισυμβατικό έντυπο, το οποίο είναι δυσεύρετο και πωλείται σε τιμές που πλέον υπερβαίνουν τις χίλιες λίρες.
Tales of the Dayglow
Κυκλοφόρησε το 1979 (κυρίως) από τον Steve Dayglow με έδρα το Λονδίνο, έχοντας ασπρόμαυρα εξώφυλλα, τις σελίδες του πιασμένες στο πλάι με συνδετήρα και έκδηλη την προτίμησή του στο punk (με εκφρασμένη λατρεία για τους Buzzcocks, The Dickies, Nina Hagen) και τη reggae. Χαρακτηριστικά διαβάζουμε: "Ίσως η reggae έχει λίγο - πολύ κοινές ρίζες με το punk. Είναι μια δημόσια κραυγή από τις φτωχικές παραγκουπόλεις Kingston, Rema κ.λπ. Θυμηθείτε τον Bob Marley να πυροβολείται εξαιτίας των ακλόνητων πιστεύω του. Αυτό δε σας φαίνεται ίδιο με το μαχαίρωμα των Rotten και Cook λόγω του αμφιλεγόμενου κλασικού τραγουδιού "God Save the Queen?"
Ablaze!
Τα δέκα τεύχη της πρώτης περιόδου του αυτοαποκαλούμενου "post-punk popzine" Ablaze! (1987-1993) εκδόθηκαν από το Manchester και το Leeds, ενώ ακολούθησε ένα τελευταίο τεύχος το 2015. Παρά τον ανωτέρω αυτοπροσδιορισμό, το fanzine έδειχνε ουσιαστική αδυναμία σε μπάντες όπως οι Sonic Youth, My Bloody Valentine, The Wedding Present, The Pastels, My Bloody Valentine, Lush, Walkingseeds και Pavement, ενώ η πορεία του στα '90s στράφηκε υπερατλαντικά σε μπάντες όπως οι Nirvana, Dinosaur Jr, Throwing Muses, Sugar, Pixies και Mudhoney. Τα πρώτα δέκα τεύχη του επανεκδόθηκαν το 2012 στο βιβλίο "The City Is Ablaze!"
Peroxide
Τα δύο τεύχη του late '70s punk και post-punk fanzine Peroxide εκδόθηκαν στο Reigate του Surrey, με το πρώτο να έρχεται το 1979 και το δεύτερο τον Ιούλιο του 1980. Πιο γνωστός από τους τρεις εκδότες του έγινε αργότερα ο Quentin Cook (aka Norman Cook, Fatboy Slim), ενώ οι άλλοι ήταν οι Andrew Thomas και Ian McKay (aka Ian Laidlaw). Ανάμεσα στις σελίδες του ξεχωρίζουν τα άρθρα για την underground σκηνή και για τα βήματα που πρέπει να ακολουθήσει κάποιος για να γίνει δεκτό το demo tape του σε δισκογραφικές εταιρείες, όπως επίσης και οι παρουσιάσεις, δισκοκριτικές και ανταποκρίσεις συναυλιών που αφορούσαν τους DEVO, The Vapors, Captain Sensible, Adam and the Ants, The Damned και Swell Maps.
Mental Children
"Αν νιώθεις τσαντισμένος με κάτι, αλλά δεν ασχολείσαι με κάτι δημιουργικό, όπως να αυτοκτονήσεις, τότε γράψε το όνομά σου στη λίστα κι έλα μαζί μας". Έτσι συστηνόταν το 1980 το Mental Children, χωρίς παραιτέρω στοιχεία για την ταυτότητά του, εκτός από το ότι καταγόταν από το Birmingham. Υπήρξε ο ορισμός της DIY έκδοσης, με διάφορα κολλάζ, χειρόγραφα και δακτυλογραφημένα άρθρα που είχαν αδυναμία στους The Slits, The Raincoats και Essential Logic.
Sideburns
Ο Tony Moon, που εργαζόταν σε δισκοπωλείο, ξεκίνησε αυτό το punk fanzine από το νοτιοανατολικό Λονδίνο τον Ιανουάριο του 1977 και εξέδωσε τέσσερα τεύχη. Αυτό που ξεχώρισε μέσα από τις σελίδες του ήταν το μνημειώδες σκίτσο ‘Here’s 3 Chords’, στο οποίο αναγράφονταν τα εξής: "Α: Αυτή είναι μια συγχορδία, Ε: αυτή είναι μια ακόμα, G: αυτή είναι μια τρίτη. Τώρα φτιάξε μια μπάντα". Η ιδέα για το fanzine του ήρθε όταν βγήκε από τη συναυλία των Led Zeppelin στο Earls Court, έχοντας συμβάλει προς αυτήν την κατεύθυνση νωρίτερα οι Dr Feelgood, Ian Dury, The Vibrators και οι λατρεμένοι του The Stranglers.
Bondage
Από τα κατάβαθα της Δουλείας και την καρδιά του Λονδίνου αναδύθηκε το Δεκέμβριο του 1976 μέσω του Bondage η εκκεντρική μορφή του δεκαεννιάχρονου Shane McGowan (The Pogues). Στο πρώτο και συνάμα τελευταίο ιστορικό τεύχος του ξεδιπλώνεται η αφοπλιστική και χιουμοριστική "παράνοια" του τότε γνωστού στον punk χώρο ως Shane O'Hooligan, που υποστηρίζει τον Paul Weller πριν και μετά τη συναυλία των The Jam στο Marquee, τόσο για τα τραγούδια, όσο και για τις mod ενδυματολογικές επιλογές του! Στις επόμενες σελίδες, κάτω από τον τίτλο "ΠΟΛΥ ΒΑΡΕΤΟ", περιγράφει τις επιφυλάξεις του για τους πρώην Chelsea και νυν Generation X που έδιωξαν τον τραγουδιστή Gene October (τον αναγράφει ως "Jean") για να πάρει τη θέση του ο Billy Idol, λόγω του ότι ο πρώτος είχε δείξει επιθετική συμπεριφορά στη συναυλία της μπάντας του στο Nashville, όπου και έπαιξε ως support στους Stranglers, δικαιολογώντας τον ως εξής: "Δεν ξέρω τι άλλο θα μπορούσε να είχε κάνει, βλέποντας ένα τόσο απαθές και βαριεστημένο κοινό, με κάποιους από αυτό να έχουν γενειάδες και να φορούν κονκάρδες των Greateful Dead!". Δε μπορώ επίσης να μην παραθέσω τις γραμμές που έκλειναν το τεύχος: "Πήρα όλες οι φωτογραφίες από άλλα περιοδικά. Συγγνώμη, που είναι όλο χειρόγραφο, αλλά δεν έχω γραφομηχανή. Όποιος χρησιμοποιεί γραφομηχανή είναι ΚΟΡΙΤΣΙ. Έτσι κι αλλιώς δε μου αρέσουν τα fanzines, που είναι βαρετά και άχρηστα, αλλά καλύτερα από το να διαβάζεις τη The Sun..."
Chainsaw
Ο εκδότης Charlie Chainsaw από το βουκολικό Croydon του Surrey σύστηνε το στιλάτο fanzine του ως εξής: "I do a mag called Chainsaw / It's got a lot of class / If you don't like the mag / you can stuff it up your arse!" Το δακτυλογραφημένο αυτό punk zine έφτασε τα δεκατέσσερα τεύχη από το 1977 μέχρι το 1984 που σταμάτησε να κυκλοφορεί, μένοντας στην ιστορία και για τη χειρόγραφη αποτύπωση του γράμματος 'n' από τότε που έσπασε το αντίστοιχο πλήκτρο της γραφομηχανής του Charlie! Κάποιες φορές συνοδευόταν από free flexi disc με υλικό από punk μπάντες και κάποιες άλλες από εικόνες cartoon. Όταν σταμάτησε την έκδοσή του, ο Charlie έφτιαξε το συγκρότημα Rancid Hell Spawn.
NMX
Το NMX (New Musical Excess), που ξεκίνησε από το Sheffield το Μάρτιο του 1979, ήταν ιδέα του κιθαρίστα Martin Lacey (aka Martin XRussian των They Must Be Russians). Θέλησε να καθιερωθεί ως εναλλακτική δουλειά ευρύτερων εκδόσεων, που επίσης περιλάμβαναν εξώφυλλα δίσκων, φυλλάδια κυρίως περιεχομένου αριστερής προπαγάνδας, στο ίδιο μήκος κύματος με το "αδελφό" fanzine "Safety Pin". Στις σελίδες του μεταξύ άλλων βρίσκουμε αφιερώματα στους Virgin Prunes, Cabaret Voltaire, Danse Society, όπως και τα εξής: "Ο κύκλος έκλεισε και η κατάσταση στην pop είναι τρομακτικά ίδια με εκείνη που υπήρχε στην pre-punk εποχή. Το να διασκεδάζεις είναι in. Το να σκέφτεσαι και να κάνεις κάτι για τη στάση που θα έχεις στη ζωή σου είναι out. Πώς είναι δυνατόν ο κόσμος να καταπίνει όλα αυτά τα σκουπίδια;" Και κάτι ακόμα για τους Pulp: "Ο Jarvis Cocker ερμηνεύει τα τραγούδια του με τον ίδιο ακριβώς τόνο παραιτημένου υπαρξισμού, που έχει και ο John Peel".
Tacky / No Future
Ένα πολύ καλό Λονδρέζικο δύο-σε-ένα punk fanzine (Tacky / No Future) με ενδιαφέρουσες αποκλειστικές συνεντεύξεις, όπως εκείνη του Mick Jones που μιλά και για τα πρώτα του βήματα, την παρωδία συνέντευξης των The Damned σε ένα κακόγουστο pop περιοδικό, αλλά και της Vivienne Westwood που αιτιολογούσε για ποιο λόγο δεν της αρέσουν οι The Clash. Χαρακτηριστικό επίσης ήταν το πεντασέλιδο editorial, στο οποίο αναλυόταν η σημαντική διαφορά μεταξύ "αναρχίας" και "χάους", όπως και το άρθρο με τις οδηγίες και όλα τα σχετικά διαγράμματα για την κατασκευή ραδιοφωνικού πομπού.
Gabba Gabba Hey
Το κυρίως punk και δευτερευόντως new wave fanzine Gabba Gabba Hey βαφτίστηκε το 1977 στο Middlesborough από την κλασική φράση του τραγουδιού "Pinhead" των Ramones και συστήθηκε για πρώτη φορά το 1977. Μέσα στις σελίδες του, που είχαν πολλές φωτογραφίες και διαφημίσεις, ξεχώρισαν οι συνεντεύξεις με τους Johnny Rotten, Buzzcocks, Doctors of Madness, Radio Stars και Stiff Little Fingers, οι παρουσιάσεις των Elvis Costello, Penetration, The Count Bishops και Blitzkreig Bop, αλλά και περιστασιακά άρθρα πολιτικού χαρακτήρα, όπως το "Smash the National Front".
Situation 3
Κλασικό punk fanzine του Lofty Reckitt από το Λονδίνο, που κυκλοφόρησε το Πάσχα του 1977, κάποιες φορές είχε χρωματιστό εξώφυλλο αλλά πάντοτε τις σελίδες του πιασμένες με συνδετήρα. Κάτω από τον τίτλο "Hitler Made Easy" διαβάζουμε: "Βλέποντας να γίνεται πραγματικά δημοφιλές το να υψώνεις το δεξί σου χέρι στις συναυλίες του Iggy, νομίζω πως τον κατάλαβα. Συμπέρασμα; Υποθέτω πως όποιος μπορεί να εξολοθρεύσει έξι εκατομμύρια ανθρώπους, θα πρέπει να είναι λιγάκι μ@λ@κ@ς"! Το fanzine ασχολήθηκε με συγκροτήματα όπως οι Generation X και οι The Adverts, με την κριτική του ντεμπούτου των The Clash, παρουσίασε την punk εκδοχή του παιχνιδιού Monopoly, ενώ είχε αποκλειστικότητα για όσα συνέβησαν σε ένα secret gig των Sex Pistols.
Things in General
Ένα ακόμα DIY fanzine from από το 1979, που εστιάζει στο punk, το post-punk και το new wave. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά του στην καταστροφική βραδιά των Echo & the Bunnymen που έπαιξαν support στους Madness και ειδικότερα στη φάση που ένας skin ανέβηκε στη σκηνή όταν έπαιζαν οι πρώτοι κάνοντας τις κλασικές χορευτικές κινήσεις των Madness, για να τον μιμηθεί ένα μέρος του ακροατηρίου αρχίζοντας να φωνάζει "Sieg Heil". Μπάντες όπως οι The Swell Maps, The Jam, The Nips και Delta 5 βρέθηκαν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός του.
Communication Blur
Ο γεννημένος στη Γλασκώβη και κατοικοεδρεύων στο Λονδίνο πρώην σιδηροδρομικός υπάλληλος και ιδρυτής της Creation Records κύριος Alan McGee έφτιαξε το 1983 ένα fanzine για να "ευλογήσει τα γένεια του" και να προβάλει την ανεξάρτητη rock σκηνή των αρχών της δεκαετίας του '80. Μέσα από τις σελίδες του προβλήθηκαν συγκροτήματα όπως οι The Sea Urchins, Mourning After και The Aardvarks. Αλήθεια, με τους Primal Scream τι έγινε;
Further reading
Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, οι κυκλοφορίες fanzine κατά το "χρυσό αιώνα" τους ήταν πολυάριθμες, το υλικό που διασώζεται είναι πραγματικά ογκώδες, αλλά ο διαθέσιμος "χώρος" για να παρουσιαστεί ένα στοιχειώδες αφιέρωμα, στην προκειμένη περίπτωση έχει ήδη ξεπεραστεί. Λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι στην εποχή των ψηφιακών αφιερωμάτων ακόμα και η κατάτμηση μιας ιστορίας σε συνέχειες αποδυναμώνει το αναγνωστικό ενδιαφέρον, τότε δεν απομένει παρά η τροφή για σκέψη - μελέτη να απευθύνεται σε όσους αυτοπροσκληθούν. Κι αυτή, εκ των πραγμάτων δε μπορεί παρά να περιορίζεται στην αναφορά των ακόλουθων τίτλων:
Juniper Beri Beri (Annabel, Peter McArthur, Jill Bryson, Stephen -from The Pastels-, Glasgow, 1982), In the City (Peter Gilbert, Francis Drake, Λονδίνο, 1977-1981), Negative Reaction (Trevor Howarth, Durham, 1977-2006), Panache (Mick Mercer, Λονδίνο, 1976-1992), Rising Free (Gez Lowry, Hitchin, 1980-1982), Rotten to the Core (Dave Chaos, Nottingham, 1977-1978), Shy Talk (Steve Shy, Manchester, 1976-1977), Skum (Mark Jay, Λονδίνο, 1976-1977), S’Punk (Steve Grimmond,Craig Methven, Dundee, Scotland, 1978-1979), Spuno (Eric Normal, Bath, 1980), Slow Dazzle (Chris Davidson, Scottish, 1984), What A Nice Way To Turn Seventeen (Chris Coleman, 1983), Brass Lip (Syd Freake, Connie Klassen, 1979), It's Different For Grils (Garry M Cartwright, Sheffield, 1980), Bombsite (Liverpool, 1977), Wool City Rocker (Nick Toczek, Kay RussellBradford, 1979), Burnt Offering (Northampton, 1979), Arctore (UK - USA, 1986), Toxic
Grafity (Mike Diboll, 1978-1982), Guilty of What (Chris Low, Bridge of Allan, Scotland, 1977-1978), Alternative Ulster (Gavin Martin, Dave ‘Angry’ McCullough, Belfast, 1978-1979), Bored Stiff (Terry Macalister, Λονδίνο, 1977), Live Wire (Alan Anger, Λονδίνο, 1977-1980), Private World (Alwyn Greer, Belfast, 1978), Ripped and Torn (Tony Drayton, Vermillion Sands, Glasgow, 1976-1979), Ripping Thrash (Steve, 1986), No Cure (Berkshire, 1979), 1 Way World (1979-1980), Blam! (1980), 999 (“A Gnome”, Λονδίνο, 1978), Necrology (Steve Pegrum, Southend on Sea, 1981-1982), Pissed + Broke (Jon Lange, Bournemouth, 1980), Enigma (1982).



