Τα "Νησιώτικα" ή 1.000.000 αγοραστές μπορεί να κάνουν λάθος;
Αν ψάξετε το ράφι της δισκοθήκης του σπιτιού, κάπου θα βρεθεί, υπάρχει σημαντική πιθανότητα... Του Αντώνη Ξαγά
Αν και νωρίς το βράδυ, ...3 το πρωί δηλαδή, είναι που βρισκόμαστε στην Ικαριά, το μπαρ έχει ήδη αρκετό κόσμο. Και μετά από ένα Clash, να η πίστα γεμίζει με ανταμωμένα χέρια στον γνωστό ρυθμό, "χρόνια και χρόνια τώρα τριγυρνώ". "Κι εδώ με Πάριο;" ρωτώ τον ντόπιο φίλο. Κουνά συγκαταβατικά το κεφάλι: "αν ζητήσεις άλλη εκτέλεση σε λένε και ψαγμένο".
Περίεργο; Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και στα μέρη της ελληνικής επικράτειας τα πλέον απομακρυσμένα από τη θάλασσα, εκείνα όπου κάποτε το μόνο ψάρι ("του βουνού") ήταν ο παστωμένος μπακαλιάρος, στην κλεφτογέννα Πελοπόννησο, στην Ρούμελη, στην σκληροτράχηλα ορεινή Ήπειρο. Σε γάμους και βαφτίσεις, σε πανηγύρια ακόμη, δίπλα στα τοπικά, το κέφι θα ανάψει με τα νησιώτικα. Του Πάριου βεβαίως-βεβαίως.
Το 1982 κυκλοφόρησε ο "ηθικός αυτουργός" δίσκος, οι πωλήσεις του οποίου ξεπέρασαν το ένα εκατομμύριο, χονδροειδώς στατιστικά καταλήγουμε σε έναν δίσκο ανά δεύτερο ελληνικό σπίτι (ρωτήστε και τη μάνα σας!). Δεν ήταν εξαρχής αυτές οι προοπτικές, τουλάχιστον κατά τα λεγόμενα του εταιρειάρχη Μάκη Μάτσα, "διπλός δίσκος, δύσκολα θα πάει πάνω από 30.000 αντίτυπα". Τελικά τόσα πρέπει να έκανε μέσα σε μία μέρα (μια επιτυχία που θα κεφαλαιοποιηθεί και στην 10χρονη επέτειό της, με την κυκλοφορία ενός σίκουελ).
Μολαταύτα, εκ των υστέρων φαντάζει ασφαλής επιλογή, ο Πάριος ποτέ άλλωστε δεν υπήρξε τραγουδιστής των ρίσκων. Τότε βρισκόταν ήδη στο απόγειο μιας καριέρας χτισμένης στον έρωτα αλλά κυρίως στην μνήμη (θυμηθείτε πόσα τραγούδια έχουν σχετικό θέμα, ποτέ δεν σε ξεχνώ, πάντα σε θυμάμαι κλπ), ένας πιο ευρωπαίος Καζαντζίδης, ακριβώς γι' αυτό με απεύθυνση σε ευρύτερο ακροατήριο. Και στον εν λόγω δίσκο με τις δικές του μνήμες και βιώματα καταπιάνεται, όπως σημειώνει στο οπισθόφυλλο του δίσκου "τα τραγούδια της κούνιας μου" (αλλά και στη δική του αρχή στη δισκογραφία, η οποία με θαλασσινό τραγούδι είχε γίνει, τη "Θάλασσα του Πειραιά" του Μητσάκη). Μια επιστροφή χωρίς νεο-παραδοσιακά μέσα ούτε και ροκ εκσυγχρονισμούς. Στο "συντηρητικό" όμως αυτό πλαίσιο, ο Πάριος έβγαλε αβίαστα γούστα, χρωμάτισε με την σπουδαία βελούδινη φωνή και την εξωστρεφή του ερμηνεία, 24 λαϊκές ζωγραφιές και εικόνες όλο αλμύρα σε κλίμα πανηγυριώτικο, χαρές, έρωτες ακόμη και καημούς (γιατί οι θαλασσινοί έχουν πάντοτε κάτι το πιο ανάλαφρο, σαν το σαντούρι στο μινόρε "Θάλασσα", από τα λίγα τέτοια του δίσκου).
Σε αυτό θα συμβάλει η ουσιαστικά ζωντανή παρεΐστικη ηχογράφηση, με ρακές στο στούντιο και μπόλικο κέφι ("ήταν μέρες που γράφαμε κι 7 τραγούδια με μιας"). Και αυτό βγήκε στον κόσμο, όπου χτύπησε φλέβα, λίγο οι μνήμες, λίγο που είχε γκώσει από πολιτικό τραγούδι, ήταν και που το νησιώτικο είχε μείνει απρόσβλητο από τις ανοησίες για τα "χουντικά" δημοτικά.
Και φυσικά δεν ήταν μόνο Πάριος ο δίσκος (αν και για τον συγκεκριμένο θα μπορούσε κάλλιστα να είχε μετονομαστεί σε Γιάννης ...Νάξιος). Τον τόνο έδωσαν και μουσικοί μαστοράντζες, Τσεσμελής στο κοντραμπάσο, όλο το Κονιτοπουλαίικο στο καθοριστικό παρόν, Γιώργος, Βαγγέλης, Αγγελική και η μετέπειτα Στέλλα (ακόμη Κλουβάτου τότε), δίνοντας έναν ναξιώτικο αέρα, μία ακαταμάχητη γκρούβα (όπως είχε γράψει εύστοχα και ο Στυλιανός Τζιρίτας). Μία γκρούβα η οποία όμως, ας σημειωθεί, λειτούργησε και κάπως ισοπεδωτικά, ο σταθερά "πατημένος" ρυθμός σε όλο τον δίσκο εξαφάνισε τις λεπτές αποχρώσεις των διαφορετικών νησιωτικών χορών. Έκτοτε αυτός ο τρόπος ενορχήστρωσης και παιξίματος έγινε σχεδόν το κατεστημένο για το νησιωτικό, με μια αισθητική επιβολή η οποία ενίοτε θυμίζει τον τρόπο που η κυκλαδίτικη αρχιτεκτονική βάφτηκε κάποτε ψυχαναγκαστικά λευκή και μπλε, καταργώντας την παλιότερη και εξίσου παραδοσιακή πολυχρωμία.
(Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Σόνικ)



