Tarnation

An awful shade of blue

Tarnation 1Μια απλή μελωδία που σε αιχμαλωτίζει, ηχογραφημένη σε τετρακάναλο, ένα τραγούδι που μιλάει για το "παιχνίδι των ραγισμένων καρδιών"... μια τραγουδίστρια που φέρνει στο μυαλό την Patsy Cline ως ηρωίδα στο Twin Peaks, μια ερμηνεία που αιωρείται και διαγράφει τροχιές στον αέρα σαν καπνός τσιγάρου, 3 μαγευτικά λεπτά που αποπνέουν κατανυκτική ατμόσφαιρα. "Game Of Broken Hearts".

Ήταν το τραγούδι που άνοιγε το δίσκο των Tarnation "Gentle Creatures" (1995). Για πολλούς, ήταν και το τραγούδι με το οποίο έμαθαν τους Tarnation· και ήταν σαν κεραυνοβόλος έρωτας: πρώτα από όλα, η φωνή της Paula Frazer είναι τόσο αισθαντική και συγκινητική, που η πρώτη σου αντίδραση είναι να αναρωτιέσαι αν υπάρχει κάποια μυστηριώδης συγγένεια μεταξύ εκείνης και της Liz των Cocteau Twins - έχουν και σχεδόν το ίδιο επώνυμο! Και μετά έρχονται οι μελωδίες, αργόσυρτα βαλς που στροβιλίζονται νωχελικά κάτω από τον ήλιο της αμερικάνικης ερήμου, θρηνητικές μελωδίες που οδηγούνται από στοιχειωμένες κιθάρες και έναν ταξιδιάρικο λυγμό, country τραγούδια με ασυνήθιστους στίχους και ασήκωτο ειδικό βάρος, ακόμα και surf περάσματα που σε ξεσηκώνουν από το πρώτο κιόλας λεπτό. Η μουσική της Paula Frazer έχει ένα ανεξίτηλο μελαγχολικό χρώμα που καθρεφτίζει τις επιρροές της και τις εμπειρίες της, και αντανακλά μια δόση πυκνού μυστηρίου μέσα σε μικρές επαρχιακές αμερικάνικες κωμοπόλεις.

Μέσα σε μια τέτοια κωμόπολη - ή μάλλον χωριό αν λάβουμε υπόψη τους λιγότερους από 300 κατοίκους του (!) - μεγάλωσε η Paula, στο Sautee Nacoochee της Georgia, ακούγοντας μουσική των Billie Holiday, Roy Orbison, George Gershwin, Hank Williams και Patsy Cline. Aπό πολύ μικρή ηλικία άρχισε να τραγουδάει στην χορωδία της εκκλησίας και έμαθε να παίζει πιάνο, ενώ σε ηλικία 9 χρονών πήρε ως δώρο την πρώτη της κιθάρα. Πέντε χρόνια μετά, η Frazer μετακόμισε στο Eureka Springs στο Arkansas, μια περιοχή με κάπως μεγαλύτερο πληθυσμό, και είναι εκεί όπου έκανε τα πρώτα βήματα ως μουσικός, τραγουδώντας για πρώτη φορά μπροστά σε κοινό μαζί με τοπικά jazz groups, παίζοντας μάλιστα περιστασιακά και δικές της συνθέσεις. Παρόλο που σε αυτές τις δύο περιοχές οφείλονται αρκετά στοιχεία από αυτά που ακούμε στα τραγούδια της Paula Frazer, η μουσική της έχει συνδεθεί αναπόσπαστα με το San Francisco. H Frazer μετακόμισε εκεί σε ηλικία 18 χρονών, το ερωτεύτηκε, και από τότε μένει εκεί μόνιμα.

Tarnation 3Πριν από το "Gentle Creatures", η Frazer είχε θητεύσει ως συνθέτρια, τραγουδίστρια και παίζοντας κιθάρα σε πολλά άλλα groups, με σχετικά γνωστότερα αυτά των Cloiter, Virginia Dare (αναζητήστε το θαυμάσιο album τους "Baby Got Away"), Frightwig, Trial και Pleasant Day. Οι Tarnation ξεκίνησαν αρχικά το 1992 ως solo ακουστικό project της Frazer, αλλά το 1993 προσχώρησαν σε αυτό δύο ακόμα μέλη, ο Brandan Kearny και ο Brent Johnson· o πρώτος, γνωστότερος ως ο ιδιοκτήτης τoυ label NufSed άφησε σύντομα το group λόγω άλλων υποχρεώσεων, αλλά πρότεινε στην Frazer να κυκλοφορήσει το πρώτο album των Tarnation στην NufSed. Αυτό βέβαια δεν ήταν εφικτό όσο η Paula ήταν μόνη στο group, μιας και χρειαζόταν μια πλήρη μπάντα για να πλαισιώσει τις συνθέσεις της: αυτή η μπάντα δεν άργησε να βρεθεί, μιας και λίγους μήνες μετά ήρθαν στους Tarnation οι Lincoln Allen, Matt Sullivan και Michelle Cernuto. Το πρώτο album των Tarnation ηχογραφήθηκε τελικά το φθινόπωρο του 1993 με τον θαυμάσιο τίτλο "I'll Give You Something To Cry About" και τυπώθηκε σε 1000 μόλις κόπιες, για να περάσει τότε μάλλον απαρατήρητο (σήμερα αλλάζει χέρια στο eBay για καθόλου ευκαταφρόνητα ποσά).

Το 1995 ήταν μια σημαντική χρονιά για τους Tarnation, μιας και η 4AD ενδιαφέρθηκε γι' αυτούς και τούς πρότεινε ένα συμβόλαιο για 2 albums. Εκείνη την περίοδο, η εταιρεία είχε επιχειρήσει ένα μεγάλο "άνοιγμα" παρουσιάζοντας μια σειρά από νέα ονόματα όπως οι Mojave 3, οι Air Miami, οι Scheer και οι The Amps (το grunge side project της Kim Deal των Pixies), και οι Tarnation - όσο κι αν αρχικά ξένισαν ορισμένους με τις country αναφορές του ήχου τους - φάνηκαν να ταιριάζουν σα γάντι με τις αραχνοΰφαντες μελωδικές γραμμές της 4AD που πατεντάρισαν οι Cocteau Twins ή οι Bulgarian Voices. (Ο παραλληλισμός με τους τελευταίους δεν είναι καθόλου τυχαίος, μιας και στα πρώτα χρόνια της στο San Francisco, η Paula τραγουδούσε με μια γυναικεία χορωδία από την ανατολική Ευρώπη που ονομαζόταν Savina). Το "Gentle Creatures" κυκλοφόρησε το φθινόπωρο του 1995 και περιείχε 7 από τις συνθέσεις του "I'll Give You Something To Cry About" καθώς και 8 επιπλέον κομμάτια. Με την πολύτιμη βοήθεια του Warn Defever των His Name Is Alive στην παραγωγή, το "Gentle Creatures" ήταν ένα εξαιρετικό album γεμάτο ποίηση και λυρισμό, με μοναδικό αμήχανο σημείο τα δύο τελευταία του κομμάτια που ακούγονταν μάλλον πιο "country" από όσο θα έπρεπε!... Την άνοιξη του 1999, η 4ΑD επανακυκλοφόρησε το album με 5 επιπλέον κομμάτια από το "I'll Give You Something To Cry About", μια επανέκδοση που προσέφερε μερικές ακόμα πινελιές ομορφιάς σε ένα ούτως ή άλλως τέλειο album.

Paula FrazerΚοινό και κριτικοί άρχισαν να μιλάνε για τους Tarnation με τα καλύτερα λόγια, μένοντας κατά γενική ομολογία άφωνοι από τα ερμηνευτικά χαρίσματα και τις συνθετικές ικανότητες της Frazer. Τα πράγματα έγιναν ακόμα καλύτερα στις αρχές του 1997, όταν κυκλοφόρησε το limited single "There's Someone", προπομπός του album "Μirador" (ισπανική λέξη που σημαίνει "θεατής"). Πρόκειται για ένα εκπληκτικό single, ντυμένο με ένα πανέμορφο εξώφυλλο, στο οποίο μάλιστα υπήρχαν σκόρπιοι στίχοι από το επερχόμενο album, και με ένα στοιχειωμένο b-side "I Didn't Mean It", που δεν εμφανίστηκε πουθενά αλλού.

Η αίσθηση που προκάλεσε όμως το "There's Someone" δεν μπορεί να συγκριθεί με αυτήν του επόμενου single από το "Mirador", το αριστουργηματικό "Your Thoughts And Mine", μια ισπανόχρωμη μελωδία που σημάδεψε για πάντα εκείνη την άνοιξη με τα μεθυστικά της χρώματα. Ολόκληρο το "Mirador" ήταν ένα σαγηνευτικό, παραμυθένιο άκουσμα γεμάτο νοσταλγικές στιγμές, λυγμικές μελωδίες και ανοιξιάτικη μελαγχολία, μελανόχρωμες διαθέσεις και ξελογιαστικούς μυστηριώδεις τόνους. Το album κυκλοφόρησε από τη 4AD στην Ευρώπη και την Reprise για την Αμερική με διαφορετικό εξώφυλλο. Πιο σκοτεινό και βαθύ από το "Gentle Creatures", το "Mirador" παρουσιάζει σαφείς ηχητικές διαφορές σε σχέση με τον προκάτοχό του, κάτι που ήταν αναμενόμενο, μιας και εκτός από την Paula, όλα τα υπόλοιπα μέλη είχαν αντικατασταθεί από τους Αlex Oropeza, Joe Byrnes και Bill Cuevas. Η κυκλοφορία του album συνοδεύτηκε από περιοδεία στην Ευρώπη, στο περισσότερο μέρος της οποίας έπαιζαν μαζί με τον Nick Cave και τους The Bad Seeds, οι οποίοι τότε προωθούσαν τα κομμάτια του "The Boatman's Call".

MiradorΤα νέα μέλη των Tarnation δεν έκατσαν κι αυτά για πολύ καιρό· ο Oropeza και ο Byrnes έφυγαν από το group για να αφοσιωθούν στο δικό τους group, τους Broken Horse. Παράλληλα, όσο κι αν οι Tarnation είχαν αποθεωθεί από το μουσικό Τύπο και είχαν κερδίσει το σεβασμό όλων, δεν τα πήγαν και τόσο καλά εμπορικά: το αποτέλεσμα ήταν η διακοπή της συνεργασίας τους και με τη Reprise και με τη 4AD. Για τους λόγους αυτούς, την άνοιξη του 1998 η Frazer αποφάσισε να αφήσει το όνομα Tarnation και να συνεχίσει με το δικό της όνομα, ανεξάρτητα από το αν θα παίζει μόνη της ή με συγκρότημα. Μαζί με τους νέους συνεργάτες της ηχογράφησε ένα νέο album το οποίο ονόμασε "Indoor Universe". Το ψάξιμο για ένα label που θα κυκλοφορούσε το δίσκο στάθηκε μια δύσκολη υπόθεση που γέμισε την Paula με απογοήτευση και την ώθησε να στραφεί σε εξω-μουσικές δραστηριότητες (μεταξύ άλλων ασχολήθηκε με την αρχαιολογία, υπήρξε υπάλληλος σε κατάστημα με αντίκες, και άνοιξε τη δική της μικρή βιοτεχνία με χειροποίητα φουλάρια και τσάντες - την οποία μάλιστα διατηρεί μέχρι σήμερα!). Τελικά, το "Indoor Universe" κυκλοφόρησε από την ανεξάρτητη ετικέτα Birdman Records το Μάρτιο του 2001. Σε παραγωγή της ίδιας και του Jeff Palmer, το "Indoor Universe" βρήκε πάλι την Paula στα ίδια μουσικά μονοπάτια να περιπλανιέται σαν μελαγχολική μούσα αντλώντας έμπνευση από την ευαισθησία που περιβάλλει αυτόν τον κόσμο, με αποκορύφωμα το υπέροχο αλά Tindersticks εναρκτήριο κομμάτι "Τhat You Know" και το "Deep Was The Night", ένα σκοτεινό spaghetti-western θέμα, σαφώς επηρεασμένο από τη μεγάλη της αγάπη για τη μουσική του Morricone.

Η solo δισκογραφία της Frazer συμπηρώθηκε με το "Place Where I Know" (2003) - μία συλλογή από παλαιότερα και κάποια καινούρια κομμάτια της ηχογραφημένα σε τετρακάναλο, και το "Leave The Sad Things Behind" του 2005. Στο πρώτο από αυτά, πέρα από την ανατριχίλα που αισθάνεται κανείς όταν ακούει τον ήχο και τη φωνή της Frazer απογυμνωμένα από κάθε στουντιακή επεξεργασία, μπορεί κανείς να την απολαύσει στα τρία videos που περιέχει το cd, στα οποία η Frazer ερμηνεύει τρία κομμάτια μέσα στο σπίτι της - μια απίστευτα σεμνή και ντροπαλή παρουσία που έρχεται σε εκρηκτική αντίθεση με το σκοτάδι της μουσικής της. Στο δεύτερο, η Frazer προσπαθεί (μάταια) να ανταποκριθεί στο εξωστρεφές του τίτλου και υπογράφει μια σειρά από σχετικά πιο ανέμελα κομμάτια, δίνοντας την έμφαση στις sixties' pop πτυχές του ήχου της.

Εν έτει 2006, η Frazer αποφασίζει να αναστήσει το όνομα των Tarnation: το νέο της album που θα κυκλοφορήσει σε λίγες εβδομάδες με τίτλο "Now It's Time" θα έχει την υπογραφή "Paula Frazer & Tarnation", κάτι που είναι αρκετά ταιριαστό, αφενός γιατί ο δίσκος σηματοδοτεί μια επιστροφή στις πιο μελαγχολικές διαδρομές του "Gentle Creatures" και του "Μirador", αφετέρου διότι τα solo albums της Frazer δεν ήταν και πολύ μακρινά από τον ήχο του group της ούτως ή άλλως. Το "Now It's Time" θα κάνει τη φετινή άνοιξη ομορφότερη. Γιατί είναι κομψό και λεπτεπίλεπτο, αισθαντικό και άερινο, φτιαγμένο από ειλικρινή συναισθήματα και για ευαίσθητους ακροατές. Σπάνια ο ερωτισμός και το ανοιξιάτικο άρωμα μεταφράζονται τόσο εύστοχα και με τέτοια πληρότητα σε ήχους, και για αυτόν τουλάχιστον το λόγο η Frazer αξιώνει μια θέση στις σημαντικότερες μορφές της σύγχρονης μουσικής σκηνής, ανεξάρτητα από αριθμούς πωλήσεων, χτυπήματα στο myspace ή τα λοιπά παρελκόμενα της όλης βιομηχανίας με τα οποία ολοφάνερα η ίδια ήταν ανέκαθεν ξένη.