Ριπές αυτοσχεδιασμού από τα βόρεια
Με την τζαζ στην καρδιά και οδηγό μια ελεύθερη πειραματική διάθεση. Του Αναστάσιου Μπαμπατζιά
Πάλι με την θεσσαλονικιώτικη εταιρία Defkaz ασχολούμαστε αφού δεν σταματά να μας βομβαρδίζει με εκπληκτικές μουσικές. Αυτή τη φορά ένα μικρό αφιέρωμα σχετικά με τις τέσσερις τελευταίες εκδόσεις της που αξίζουν όλες αναφοράς και προτείνονται ανεπιφύλακτα.
Η Defkaz είναι τζαζ, φρη τζαζ, πειραματική μουσική και ελεύθερος αυτοσχεδιασμός. Και πολύ συχνά όλα μαζί. Defkaz η ανακατώστρα. Μια από τις καλύτερες δισκογραφικές εταιρίες στην Ελλάδα στις μέρες μας, που προτείνει πράγματα όχι συνηθισμένα, πέρα από τις κλασικές φόρμες της δημοφιλούς μουσικής αλλά πάντα με αυστηρό κριτήριο και υψηλό επίπεδο. Στην Defkaz ακούμε μουσική.
Τον Σεπτέμβρη που πέρασε κυκλοφόρησε ένα διπλό cd, που κατά κάποιο τρόπο είναι δύο κυκλοφορίες σε μία. Στο ένα cd, ακούμε συνθέσεις του Giovanni Di Domenico και στο άλλο μια μεγάλη σύνθεση του Alex Zethson. “Edge Runner” και “Noema” αντίστοιχα.
O Giovanni Di Domenico παίζει σόλο στις τρεις συνθέσεις του, πιάνο, όργανο, επιτραπέζιο όργανο και ηλεκτρονικά. Μινιμαλιστικός ήχος και βόμβος. Δεν γίνονται πολλά πράγματα, λίγες νότες που όμως συντονίζονται και επιδιώκεται επιτυχημένα να αστράψουν από ένταση. O Giovanni Di Domenico επιχειρεί με τον αυτοσχέδιο μινιμαλισμό του να εξαπολύσει μια ενέργεια που θα λιώσει μέσα στο φως κάθε ύλη στο χώρο. Θα έλεγα πως κάπως τα καταφέρνει γιατί ούτως ή άλλως με το όργανο που είναι αβανταδόρικο εργαλείο, είναι ευκολότερο να εντοπίσεις την έκσταση (αν δεν είσαι άχρηστος και δεν πρέπει να είσαι άχρηστος γιατί αλλιώς δεν υφίσταται τέχνη – που και που μόνο εντυπωσιασμός). Εξαιρετική περίπτωση σύγχρονης μουσικής.
Στο «Noema» που διαρκεί 44 λεπτά ο Alex Zethson παίζει σόλο πιάνο. Άλλη μια σύνθεση μινιμαλιστικής χροιάς που εξελίσσεται σταθερά δημιουργώντας μια αίσθηση μελαγχολικά επείγουσα. Είναι ωραίο να ακούς προσεκτικά μουσική και να ανακαλύπτεις τις ιδιαίτερες και συνήθως κάπως κριμένες και διακριτικές ποιότητές της, ειδικά όταν αυτές υπάρχουν και δεν παιδεύεσαι τζάμπα. Υπάρχουν πολλά να ανακαλύψει κανείς εδώ. Σταδιακά η μαλακότητα και η μελαγχολική διάθεση μετατρέπεται σε δωρική και αυστηρή αφαίρεση που όμως έχει ένα ενεργειακό ή και υπαρξιακό θα έλεγα, βάθος. Θυμίζει κάπου και τον σπουδαίο του μινιμαλισμού, τον Charlemagne Palestine.
Πάλι τον Σεπτέμβρη είχαμε άλλη μια πάρα πολύ σημαντική έκδοση που είναι ο δίσκος που έβγαλαν από κοινού ο Dave Liebman, o Billy Hart και ο Adam Rudolph και ονομάζεται «Beingness». Ξεκινώντας από τα ονόματα μπορούμε να το καταλάβουμε αυτό αλλά ευτυχώς όχι μόνο από κει, μιας και δεν συμβαίνει σπάνια να βλέπουμε σπουδαία ονόματα να συμπράττουν και το αποτέλεσμα να είναι απογοητευτικό. Εδώ ούτε για αστείο δεν μπορεί να πει κανείς ότι συμβαίνει κάτι τέτοιο.
Καταρχάς να πούμε ότι ο Dave Liebman, ένα φεγγάρι έκανε σαξοφωνίστας σε μπάντα του Miles Davis. Και όχι στα κατοπινά πιο πρόσφατα χρόνια που όσο καλός κι αν ήταν o Miles δεν ήταν αυτός που ήταν, αλλά πιο πίσω στην τελευταία μεγάλη και από τις πιο δημιουργικές του φάσεις όταν έβαζε φωτιά στα ηλεκτρικά 70s. Ο Liebman συμμετείχε ας πούμε σε ένα από τα καλύτερα κατά τη γνώμη μου άλμπουμ του 20ού αιώνα, μεγάλο επίτευγμα και για τον Miles Davis, το ‘Dark Magus’ που ηχογραφήθηκε το 1974. Αυτό είναι παράσημο για τον Liebman και σημαίνουσα προσθήκη στο βιογραφικό του, σημαντική πληροφορία για αυτούς που δεν τον ξέρουν καθόλου κι ας είναι και η προσωπική του δουλειά πάρα πολύ σημαντική. Αλλά και ο Billy Hart έχει ιστορία αφού συν της άλλης έπαιζε με τον Herbie Hancock περίπου την ίδια εποχή που το fusion τσουρουφλούσε. Ο Adam Rudolph είναι ο πιο νέος από τους τρεις (αλλά όχι και πολύ πιο νέος) και συνήθης ύποπτος πια στην Defkaz.
Ο Dave Liebman παίζει φυσικά σαξόφωνο αλλά και φλάουτο εδώ, ο Billy Hart παίζει drums και ο Adam Rudolph κάνει όλα τα υπόλοιπα που είναι μια θάλασσα από κρουστά αλλά και πλήκτρα και ηλεκτρονικά. Κανένας δεν είναι μπροστά. Οι συνθέσεις είναι αυτοσχεδιαστικές και υπογράφονται και από τους τρεις.
Πρόκειται για έναν από αυτούς τους δίσκους που περιέχουν μουσική από το μακρινό πέραν. Είναι jazz με την πιο ουσιαστική έννοια, jazz που δεν υπακούει παθητικά σε στενάχωρες φόρμες και συντηρητικά καλούπια τεχνικής και δεξιοτεχνίας (κι ας έχει φυσικά και τεχνική και δεξιοτεχνία) και γι’ αυτό δεν μοιάζει και τόσο με ότι έχουμε συνηθίσει να πιστεύουμε ότι είναι η τζαζ (όπως δεν έμοιαζε και η παραπάνω αναφερθείσα θρυλική μουσική του Miles Davis). Έχει έναν ηθελημένο εξωτισμό. Παρατηρώντας τους τίτλους των κομματιών, προσεγγίζεται αυτός ο εξωτισμός αλλά και μια διάθεση υπαρξιακή, υπέρβασης της σκληρής και κυνικής, επιφανειακής όμως πραγματικότητας. Ίσως να ακούγονται κάπως new age όλα αυτά αλλά μην στενοχωριέστε γιατί η υπέρβαση είναι ουσιαστική και προκύπτει μέσα από την αλληλεπίδραση των ήχων και όχι από ιδεοληψίες. Υπάρχει και μια φιλοσοφική θα τολμούσα να πω διάσταση στο έργο αυτό που και αυτή έχει να κάνει με την αγωνία του ανθρώπου να καταλάβει …κάτι και που προκύπτει αβίαστα στο μυαλό του ακροατή πέρα από το λόγο. Αυτό επιτυγχάνεται μέσα από παράξενες ατμόσφαιρες και απόκοσμα tribal ηχοτοπία που μεταμορφώνονται σε αληθινά τοπία σαν αυτά που θα μπορούσαμε να δούμε στο ταξίδι στο κέντρο της γης, σε μια εσωτερική θάλασσα. Η εσωτερικότητα του ήχου αποκτά σχεδόν ορατή υπόσταση. Στην τελική μπορούμε να πούμε ότι είναι ένας new age τζαζ δίσκος που καταφέρνει να είναι τέχνη, να έχει αισθητική πληρότητα και βεβαίως να μην κουράζει. Να έχει λόγο ύπαρξης.
Ένας από τους τίτλους των κομματιών στο άλμπουμ «Hyperentasis» που βγήκε τον περασμένο Οκτώβριο είναι Λερναία Ύδρα. Θα μπορούσα άνετα να γράψω κάτι για αυτόν τον δίσκο με αφορμή αυτό και μόνο τον τίτλο διότι τίποτα δεν είναι πιο εμπνευστικό από την μυθολογία. Αλλά βέβαια θέλω να πω έτσι κι αλλιώς κι άλλα αφού είναι ένας από τους καλύτερους δίσκους που έβγαλε μέχρι σήμερα η φοβερή εταιρία. Και πως να μην είναι με αυτούς που συμμετέχουν.
Ακούμε πάρα πολύ σπουδαία free jazz. Καθαρή (με την έννοια του σεβασμού αλλά και της ροπής της να μοιάζει με τους μεγάλους του είδους) free jazz. Με επίκεντρο το σαξόφωνο του Akira Sakata που θα μπορούσε κάλλιστα να αποκτήσει και την ελληνική υπηκοότητα τόσο συχνά που έρχεται προς τα δω να παίξει στη Θεσσαλονίκη με τους εκεί φίλους του. Ο Akira Sakata που είναι ένας από τους πολύ σπουδαίους της ιαπωνικής free jazz αλλά και γενικά της σύγχρονης μουσικής της Ιαπωνίας τις τελευταίες κάμποσες δεκαετίες.
Το έργο χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο είναι το γκρουπ Entasis, ένα κουιντέτο με τον Akira Sakata φυσικά, τον Giovanni Di Domenico στο πιάνο, τον Γιώτη και τον Πέτρο Δαμιανίδη στην κιθάρα και το μπάσο και τον Aleksandar Skoric στα drums. Στο δεύτερο μέρος ακούμε ένα ζωντανό γιορταστικό αφιέρωμα στα 80α γενέθλια του Akira Sakata όπου γίνεται ο τρελός χαμός με τον Akira Sakata, τους αδερφούς Δαμιανίδη και πάλι και δύο drummers, τον Paal Nilssen-Love και τον Tatsuhisa Yamamoto. Και τα δύο μέρη όμως σωστά έχουν κυκλοφορήσει σε μία έκδοση αφού συγκροτούν μια σπουδαία ενιαία κατάσταση.
Ας πούμε ότι το πρώτο μέρος είναι κάτι σαν μακροσκελής εισαγωγή που όμως καθόλου δεν σημαίνει αυτό ότι είναι υποδεέστερο ως έργο, μάλιστα είναι ένα ολοκληρωμένο έργο που δημιουργεί χώρο και προετοιμάζει τον ακροατή. Εδώ είναι και η Λερναία Ύδρα, μάλλον το κεντρικό κομμάτι αυτής της «εισαγωγής», ένα κομμάτι δομημένο με τρόπο αφαιρετικό μεν, που χτίζεται με ύπουλες διακριτικές εντάσεις χωρίς να κάνει πολύ φασαρία (φαινομενικά) αλλά και παραστατικό τελικά αφού μοιάζουν οι ήχοι όντως σαν πλοκάμια που πετάγονται με γλώσσες στις άκρες που παίζουν νευρικά και προκαλούν υποχθονίως τον ακροατή. Το γκρουπ Entasis σε γενικές γραμμές είναι το πιο intellectual και κάπως σκοτεινό ίσως μέρος του δίσκου με το δεύτερο μέρος να είναι το… hyper μέρος στον τίτλο του δίσκου όπου γίνεται ΤΟ πάρτι. Οι παλμοί ανεβαίνουν και οι παίχτες χτίζουν με ρυθμούς κοπανήματος, όχι όμως χωρίς μέτρο και αρμονία. Το μέτρο και η αρμονία είναι πράγματα που αν δεν τα έχεις στο νου σου τυποποιημένα υπάρχουν και στις πιο προχωρημένες μουσικές φυσικά (όταν αυτές είναι όντως μουσικές).
Τέλος ένα free improv τρίο. Η σαξοφωνίστρια Camila Nebbia, ο κοντραμπασίστας Goncalo Almeida και ο ντράμερ Sylvain Darrifourcq στα γνώριμα πλαίσια πια για τους λάτρεις αυτής της μουσικής, της μουσικής της φωτιάς (fire music), της free jazz. Ο δίσκος λέγεται “Hypomaniac”. Δεν ξέρω αν έχει κάποια σχέση αυτός ο τίτλος με τον ήχο που προσπαθούν να προτείνουν εδώ οι φοβεροί παίχτες ή αν είναι ένα conceptual τρικ, πάντως ακούγοντας το μπάσο του Almeida δεν μου φαίνεται και τόσο άσχετος τίτλος. Είναι πολύ μπάσο… μπάσο αυτό που παίζει ο Almeida. Ενώ έχει μεγάλη ένταση και ακούγεται πολύ, δηλαδή δεν συνοδεύει απλώς, έχει κάτι πολύ βαθύ, σχεδόν απόκοσμο σαν να βρυχάται κάποιο καταχθόνιο τέρας. Θυμίζει κάπως και τους Last Exit αυτό το τρίο, αυτή τη φοβερή σκληροπυρηνική μπάντα του Bill Laswell από τα 80s (που έπαιζε ένα αγέρωχο free jazz rock) κι ας μην έχει ηλεκτρική κιθάρα. Τα σκίζει και τα καίει όλα μόνο με το μπάσο!
Αγαπητή Defkaz ανυπομονούμε για τα επόμενα.



