Unlisted 2018

Πληγωμένοι γαλαξίες χτυπάνε το παράθυρο

Φτιάχνω λίστες δίσκων ανελλιπώς κάθε χρόνο εδώ και εικοσαετία. Βέβαια η αλήθεια είναι πως δεν πολυπιστεύω στα προσωπικά “top 10”. Ούτε νόημα έχει να βάζει κανείς τις μουσικές να αναμετρηθούν μεταξύ τους, ούτε έχει καμία σχέση η απόλαυση του ήχου με διαγωνισμούς. Μ’ αρέσουν όμως οι λίστες μου, γιατί μου δίνουν τη δυνατότητα μεταγενέστερης ανάδρασής μου με έναν παλιότερο εαυτό και για τον απολογισμό του χθες με τα μάτια του κάθε σήμερα (ναι, τις ξαναβλέπω μετά από χρόνια). Γιατί αντικατοπτρίζουν τον βιωματικό τρόπο με τον οποίο ακούω μουσική, που δεν με αφορά μόνο ως στιγμιαία αίσθηση αλλά και ως ρομαντική και αξιολογική ανάμνηση. Κάθε δίσκος που καταγράφω είναι μια εικόνα, μια σκέψη, ή ένα συναίσθημα, στην ουσία το κλικ ενός φακού που φυλακίζει μια στιγμή για πάντα. Δεν λέω ότι μου συμβαίνει αυτό με κάθε μουσική, αλλά ότι μόνο τέτοιους δίσκους σημειώνω.

Πέρασαν 11 χρόνια (ωχ) από το “Person Pitch” (2007) των Panda Bear, αλλά τους Beach Boys να χορεύουν πάνω σε λεμονί περιστρεφόμενο βινύλιο από τις πρώτες νότες του θριαμβευτικού “Comfy In Nautica” τους βλέπω και τώρα. Άριστη επιλογή. Αντίθετα, για καιρό εκνευριζόμουν που μου ξέφυγε το “Wounded Galaxies Tap At The Window” (2010), όχι λόγω των Cyclobe, άλλωστε από το σύμπαν των Coil εγώ δεν πέρασα ούτε εφαπτομενικά, αλλά γιατί έπαθα εγκεφαλικό τσίου-τσίου όταν το άκουσα και θα το ήθελα στη λίστα μου. Τελικά όμως, τι σημασία έχει ότι ανακάλυψα αυτό το άλμπουμ αργά και έμεινε εκτός; Δεν είναι πιο ουσιώδες ότι το θυμάμαι τόσα χρόνια αργότερα; Είναι. Και ακόμα πιο ουσιώδες ότι κατάλαβα πως ανήκει στην κατηγορία των δίσκων - φωτογραφιών που έλεγα νωρίτερα από το πρώτο κιόλας άκουσμα. Το 2011 ήταν η χρονιά που οι πληγωμένοι γαλαξίες μου χτύπησαν το παράθυρο και τέλος.

Στο πλαίσιο αυτό, και επειδή εγώ τη λίστα μου για το 2018 την έφτιαξα, θα ήθελα να σημειώσω εδώ κάποιους τέτοιους δίσκους, που έμειναν εκτός, αλλά υποψιάζομαι ότι αύριο - μεθαύριο θα ραμφίζουν το τζάμι μου παραπονούμενοι. Unlisted, not last και εννοείται not least. Και σε αλφαβητική σειρά, γιατί ο καθένας θα ήταν νούμερο 1 σε ένα παράλληλο σύμπαν για διαφορετικό λόγο, όχι όμως απαραίτητα μουσικό. Και γιατί μπορεί να χτυπήσουν και το παράθυρο κανενός άλλου, ποιος ξέρει;

AGF & Various - Dissidentova (AGF Producktion)
Γιατί στους σκοτεινούς καιρούς ανόδου της ακροδεξιάς, η εξ Ανατολικής Γερμανίας προερχόμενη “poem producer” AGF δηλώνει την μαρξιστική ανατροφή της περισσότερο δημιουργικά από ποτέ. Κυριολεκτώ γιατί την παρακολουθώ χρόνια. Τώρα έκανε double strike, αφενός με τη συμμετοχή της στην αυτεξήγητου σκοπού συλλογή “Karl Marx's 200th!” της αμβουργιανής Karl records και αφετέρου με αυτόν τον δίσκο - αφιέρωμα σε 16 ρωσίδες επαναστάτριες, από την Ekaterina Urusova, ποιήτρια του 18ου αιώνα και την σοβιετική ηρωίδα Alexandra Kollontai, μέχρι την Nadezhda Tolokonnikova των Pussy Riot. Για το σκοπό αυτό κάλεσε σύγχρονους ρώσους δημιουργούς και μαζί ανέπτυξαν μια νέα γλώσσα επικοινωνίας μουσικής ποίησης και ανάδειξης της ρωσικής κουλτούρας των τελευταίων 300 χρόνων, με καλά δουλεμένα υλικά, όπως το sound collage, την spoken word τεχνική, τον abstract ήχο και το glitch, αυτά δηλαδή που η ίδια παίζει στα δάχτυλα χρόνια τώρα, σχεδόν καλύτερα κι από τον σύζυγό της, Vladislav Delay (έχουν κάνει και φοβερή minimal techno μαζί ως AGF / Delay, αλλά άλλο θέμα αυτό). Girl power!

GUNSHIP - Dark All Day (Horsie In The Hedge LP)
Γιατί από τότε που ξεκίνησε η retrowave μόδα και φόρεσαν όλοι δερμάτινα μπουφάν και γκέτες, δεν πλησιάζω ούτε γι’ αστείο μην τυχόν συναντηθώ με το καλτ, με το οποίο δεν θέλω σχέσεις, διότι εμένα τα 80s μου αρέσουν στ’ αλήθεια. Καταλαβαίνω βέβαια την oh so vintage στάση όλων των άλλων, αλλά λίγο βαρέθηκα την κατά βάθος ελιτίστικη ματιά αποδοχής μιας εποχής που έχει συνδεθεί με το κιτς (από ανθρώπους που θεωρούν τα 90s καλόγουστα. Ασχολίαστο). Υπάρχω κι εγώ που θεωρώ όμορφα τα έντονα 80s layers της Ally Sheedy και βρίσκω βαρετά τα γεωμετρικά 90s layers της Jennifer Aniston (γι' αυτό άλλωστε έχω έτσι τα μαλλιά μου σχεδόν από πάντα). Οι GUNSHIP όμως δεν έχουν καμία σχέση με τις μόδες αυτές. Ζουν εκεί που τα παιδιά του Breakfast Club φεύγουν τρέχοντας από το σχολείο για το κεντρικό σύστημα της ENCOM, στο σύμπαν κυβερνοπειρατείας του Tron. Ο δίσκος ανοίγει με τη φωνή του Richard K. Morgan, συγγραφέα του Altered Carbon και είναι μια tech noir ιστορία του χθες (με καλογυαλισμένη παραγωγή του σήμερα), σαν το ομώνυμο βίντεο της μπάντας σε συνεργασία με τον John Carpenter (εντάξει;), σαν τους παιδικούς φόβους κάτω από το πάπλωμα όταν κλείνει το φως και οι Σοβιετικοί προσπαθούν με τρίλιζα να εξηγήσουν στους Αμερικανούς γιατί ο παγκόσμιος θερμοπυρηνικός πόλεμος δεν έχει νικητή.

(Τον δίσκο εντόπισα στο Κάτι Καλό Νοεμβρίου 2018 και ευχαριστώ τη Μαριάννα Βασιλείου γι’ αυτό).

Harriet Tubman - The Terror End Of Beauty (Sunny Side Records)
Γιατί ο Sonny Sharrock έλεγε πως σε ένα μόνο τραγούδι είναι δυνατόν να χωρέσουν η ομορφιά και ο τρόμος. Αυτό ήθελε, αυτό αναζητούσε και γι' αυτό Sharrock ήταν ένας και τέλος. Μήνυμα ελήφθη κι από άλλους όμως. Οι νεοϋορκέζοι Harriet Tubman δεν τιμούν μόνο τον πολιτικό ακτιβισμό του 19ου αιώνα κατά της δουλείας στην Αμερική, αλλά και την δημιουργική επανάσταση στη μουσική. Για τη μπάντα υπάρχει συμβολισμός ελευθερίας πίσω από τα λόγια του Sharrock. Αν πραγματικά θέλεις να φτάσεις το ωραίο, κάποια στιγμή θα χρειαστεί να αντιμετωπίσεις κατάματα τη φρίκη. Με τζαζ - ροκ βάση, μπλουζ περάσματα, αυτοσχεδιαστική ελευθερία, αρχέγονες αφρο-αμερικανικές πολυρυθμίες, κιθαριστικές α λα Hendrix παραμορφώσεις, soul και doom προεκτάσεις και (με λίγη φαντασία) dub πινελιές, αυτός ο δίσκος τιμά τον τίτλο του και τον Sharrock τρόπο σκέψης με το παραπάνω. Οι Harriet Tubman ισορρόπησαν την αρμονία στη μουσική με τη βαναυσότητα και έβγαλαν μία από τις πιο συναρπαστικές μουσικές που άκουσα την περασμένη χρονιά.

Judas Priest - Firepower (Columbia)
Γιατί το 2018 οι Judas Priest δεν είχαν να αποδείξουν τίποτα σε κανέναν κι όμως παραμένοντας απόλυτα αφοσιωμένοι σε αυτό που αγαπάνε, έκατσαν και έβγαλαν άλμπουμ που σκοτώνει, που συμπυκνώνει και επικαιροποιεί την ουσία των κλασικών τους στιγμών και άνετα πλασάρεται στα κορυφαία της δισκογραφίας τους. Κι αυτό είναι εξαιρετικά δύσκολο για μια μπάντα - μνημείο στην κατηγορία της μετά από σχεδόν 50 χρόνια θριαμβευτικής πορείας. Το έκαναν όμως. Εθιστικά, δαιμόνια ριφ επιπέδου “Painkiller” (“Necromancer”), επικοί mid-tempo ύμνοι (“Traitors Gate”, “Never The Heroes”), ρεφρέν για σεμινάριο (“No Surrender”), η χαρά του headbanger (“Firepower”, “Lightning Strike”) και για να μην επεκταθώ περισσότερο,  όλες οι αρετές που περιμένει ο die-hard fan συν μια αρτιότατη παραγωγή, συνθέτουν έναν δίσκο αληθινή δύναμη πυρός, που μόνο οι Priest μπορούν να παραδώσουν στα πλήθη των πιστών. Και δεν φτάνουν τα ρισπέκτ στον Halford για το πάθος της ερμηνείας του σε κάθε κομμάτι, σαν να είναι μικρό παιδί. Ασήκωτο βρετανικό ατσάλι.

Nima Aghiani - REMS (Purple Tape Pedigree)
Γιατί το λέω πολλές φορές αστειευόμενη τα τελευταία χρόνια (και πράγματι, η σκηνή τους δεν είναι απλά αξιόλογη, έχει πάρει φωτιά). Αν θέλεις να σου δώσουν σημασία σήμερα στην πειραματική ηλεκτροακουστική σκηνή και δεν είσαι από το Ιράν, άστο παράτα το, κάνε κάτι άλλο. Εντάξει, επιτρέπεται να είσαι Ιρανός και να ζεις αλλού, όπως ο Παριζιάνος Nima Aghiani, συνθέτης και βιολιστής, που με το “REMS” διερευνά τη σταδιακή μετάβαση της συνείδησης από την πλήρη εγρήγορση στον ύπνο. Στη φάση REMS ακόμα βλέπουμε όνειρα ενώ ο οργανισμός ξυπνάει. Κάπως έτσι λειτουργούν τα επτά κομμάτια αυτού του δίσκου. Σαν όνειρα που εναλλάσσονται, σαν εφιάλτης που μπλέκεται στο παραμύθι κι αυτό σβήνει στο φως της ημέρας. Σαν power electronics, κρυστάλλινα glitches, πυκνά στρώματα drones και μελωδικά κύματα που εξερευνούν την παράδοση του Ξενάκη και σιγά σιγά φτάνουν στον Kohei Matsunaga και τον Merzbow. Ακούγεται παράξενο, αλλά έτσι δεν είναι και το Rapid Eye Movement για την ύπαρξη; Ανεξήγητα απολαυστικό.

Summoning - With Doom We Come (Napalm Records)
Γιατί είναι ανάγκη να τα ξαναπώ (τα έγραψα και στο Κάτι Καλό Μαρτίου 2018) και μόνο για το συγκλονιστικό εξώφυλλο. Τα έχει τα ελαττωματάκια του. 1-2 fillers προς τη μέση και μια παράξενη παραγωγή με στοιχεία ανισορροπίας στις επιμέρους εντάσεις (δυνατές κιθάρες, αλλά κάπως απόμακρα τύμπανα). Όμως με τον όγδοο δίσκο τους οι Αυστριακοί Summoning, δηλωμένοι αντιφασίστες μέταλλερς και ακούραστοι φύλακες της Μέσης Γης θεματολογικά και υφολογικά, δεν κάνουν απλώς μια εξαιρετική επιστροφή. Δημιουργούν μια μεγαλειώδη, ΕΠΙΚΗ ατμόσφαιρα σε ένα μουσικό ταξίδι στο μυθικό σύμπαν του Τόλκιν, με τον πιο παραμυθένιο μέταλ τρόπο. Τον δικό τους. Ο δίσκος είναι γεμάτος αιχμηρές κιθάρες, πληθωρικά πλήκτρα που κορυφώνουν τη μελαγχολία και σταθερά ηλεκτρονικά τύμπανα. Δεν ξέρω αν ο τίτλος του είναι εμπνευσμένος από το εμβατήριο των Ents, των ποιμένων των δέντρων του δεύτερου βιβλίου της τριλογίας του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών: "To Isengard with doom we come" (πιθανόν). Ξέρω πως αυτός ο δίσκος ακούγεται σαν ασημένιο μαγεμένο δάσος.

Tasos Stamou - Musique Con Crète (Discrepant)
Γιατί τρία καλοκαίρια πέρασε ο Τάσος Στάμου στην Κρήτη γι' αυτή τη δουλειά, ηχογραφώντας field recordings, παίζοντας με ντόπιους μουσικούς, συλλέγοντας παλιούς δίσκους και κασέτες παραδοσιακής μουσικής, ταιριάζοντας την κρητική κουλτούρα με τα δικά του electronics. Αποτέλεσμα το εξαιρετικό αυτό άλμπουμ, που όσο ακούω, μήνες τώρα, γίνεται και πιο εθιστικό. Μουσική για ανθρώπους των σπηλαίων σε αστικά περιβάλλοντα. EPICUS DOOMICUS METALLICUS.

 

Tim Hecker - Konoyo (Kranky)
Γιατί τον Tim Hecker τον είδα λάιβ το 2009 στο Kinky Kong (το πρώην SIX D.O.G.S, πριν αναδειχθεί το σημείο σε ομφαλό τουλάχιστον του παγκόσμιου χιπστερισμού - ίσως και όλου του ηλιακού συστήματος..) Ήταν καλός, διεκπεραιωτικός και ένα μήνα αργότερα είχα ξεχάσει εντελώς το γεγονός. Αυτό ακριβώς έχω σκεφτεί και για κάθε δίσκο που έβγαλε έκτοτε. Εδώ για πρώτη φορά μετά το (αμφιλεγόμενο ομολογουμένως) “An Imaginary Country” (2009), με πείθει ότι εκφράζει πάνω απ΄όλα τη μουσική ως δική του εσωτερική ανάγκη. Τη δεκαετία που μεσολάβησε έβγαλε μια σειρά άλμπουμ που η αλήθεια είναι πως άρεσαν σε όλους (τους άλλους), αλλά εμένα μου ακούγονταν σαν αγωνιώδεις προσπάθειες να εντυπωσιάσουν με κατακλυσμιαία πυκνότητα ambient, droneήχου. Με αδιαμφισβήτητη τεχνική αρτιότητα. Στο “Konoyo” νιώθω ότι η μουσική αναπνέει. Ο ήχος απλώνεται στον χώρο, οι παύσεις έχουν σημασία. Βλέπω έναν άνθρωπο. Haunt me, haunt me do it again, Tim. Περίμενα χρόνια για να αξίζει να το πω.