Wasted Youth

Καθένας σηκώνει τουλάχιστον το δικό του βάρος

Wasted YouthWasted Youth (UK-band)
Έτος ίδρυσης: 1979
Πόλη: Λονδίνο. Μέρος: East-End. Τοποθεσία: Canning Town - Bridge House Pub.
Μέλη: Ken Scott (vocals and guitar), Rocco Barker (guitar) Mick Atkins (guitar), Nick Nicole (synth), Darren Murphy (bass) and Andy Scott (drums).
Music Style: Goth, Punk, Dark-Wave, Post-Punk.

Δημιουργήθηκαν και δραστηριοποιήθηκαν γύρω από το Bridge House Pub του πατέρα του Darren Murphy (bass) και πρώην μποξέρ Terry Murphy που είχε την Pub και συγχρόνως ήταν και μάνατζερ του γκρουπ. Η μοναδική στον κόσμο περίπτωση, που κέντρο διασκέδασης είχε δικιά του εταιρεία, στούντιο ηχογραφήσεων, χώρο συναυλιών, ήταν τόπος συνάντησης, διασκέδασης και συζήτησης. Ό,τι ηχογράφησαν και κυκλοφόρησαν βγήκε από την Bridge House Records. Οικογενειακή υπόθεση, με μεράκι αλλά ο δρόμος για την επιτυχία και την κορυφή είναι πάντα μακρύς και δύσκολος.

Αφού επηρεάστηκαν και παθιάστηκαν με τους Velvet Underground, Lou Reed, Doors, David Bowie και το Αμερικάνικο punk, άφησαν πίσω όποιες άλλες heavy blues επιρροές των 70’s και στο μεταίχμιο του punk – new wave, φόρεσαν για πρώτη φορά επί σκηνής μαύρα ρούχα, μακριές μαύρες καμπαρντίνες, αλλόκοτο μακιγιάζ και ανέβηκαν αρχικά στην σκηνή του Bridge House.

Καινούργιοι δρόμοι, καινούργιες απειλές, νέες στροφές και όψεις στην μουσική, στο σκοτάδι και το φως.

Καθιερώνουν πρώτοι την gothic αισθητική πριν ακόμη γίνει μόδα, πριν την «εφεύρουν» οι κριτικοί και την αποδώσουν έπειτα στους Bauhaus. Το πρώτο single του γκρουπ ηχογραφείται το 1979 και κυκλοφορεί τον Ιανουάριο του ’80.

Jealousy/BabyJealousy/Baby - Bridgehhouse Rec (1980)
Με  promo ένα video που γυρίστηκε από το ίδιο το γκρουπ μέσα στο studio, αλλά καθώς εκείνη την εποχή δεν υπήρχε MTV ούτε άλλου είδους προώθηση, το video ήρθε …στην επιφάνεια του youtube 26 χρόνια μετά, το 2006. Δείτε το εδώ.

Το εξώφυλλο του 7" και το video είναι χαρακτηριστικά του ήχου και του ύφους της μπάντας. Φωτισμός και κίνηση σε ρυθμούς άλλης εποχής, μετρονομικό ύφος, νωχελικός ρυθμός, μουσική για μελαγχολικές ψυχές, με μελοδραματικό ύφος.

Φτάνει μέχρι το Νo. 23 του Indie Chart. Τον Σεπτέμβριο του ’80 ταυτόχρονα με την κυκλοφορία του 2ου single, το Jealousy μπαίνει στην συλλογή της Polydor Live At The 101- Band' Its At Ten O'Clock (Polydor-2384 116).

I'll Remember You/My Friends Are DeadI'll Remember You/My Friends Are Dead - Bridgehhouse Rec (1980)
Το 2ο single κυκλοφορεί σε παραγωγή του Peter Perrett τραγουδιστή και αρχηγού των Only Ones, σε up-tempo ρυθμό και δίνει την ευκαιρία στο γκρουπ να κάνει περιοδεία μαζί τους καθώς και να ξεκινήσει την πρώτη του τουρνέ σε όλη την χώρα, δίνοντας συνεχόμενες εξαντλητικές συναυλίες, με σκοπό την προώθηση των singles και την καθιέρωση της ταυτότητας του εκλεπτυσμένα σκοτεινού ήχου που τους κάνει να διαφέρουν από τα άλλα συγκροτήματα του είδους.

Το προκλητικό εξώφυλλο με ξεκάθαρο gay μήνυμα, αποτίει φόρο τιμής στον σπουδαίο Ούγγρο φωτογράφο Brassai και στο έργο του «ένα κουστούμι για δύο-1931», διάχυτη γκόθικ ατμόσφαιρα, υπνωτικός ρυθμός και φωνητικά γεμάτα πάθος και υπονοούμενα. Καλλίτερο αποτέλεσμα στα Indie Chart –No.19, η μπάντα κάνει συνεχώς εμφανίσεις. Ο ιδιαίτερα αργόσυρτος ψυχεδελικός  ήχος σε συνδυασμό με τις καθηλωτικές τους εμφανίσεις, τους δίνει την ευκαιρία να γίνουν εξώφυλλο στο έγκριτο μουσικό περιοδικό “Sounds”. Το άρθρο του Valac Van Der Veene (…τι όνομα!!) με τίτλο «Γυμνή μοίρα» μάλλον δεν βοήθησε τους αναγνώστες, θα πω ότι τους μπέρδεψε περισσότερο.

Μετά την κυκλοφορία του 2ου single αποχωρεί ο Mick Atkins (guitar) και την θέση του στο συγκρότημα παίρνει ο Rocco Barker (μετέπειτα στους Flesh for Lulu).

Rebecca's Room/Things never seem the sameΤην επόμενη χρονιά 1981 κυκλοφορεί το 3ο εξαιρετικό επίσης single Rebecca's Room/Things never seem the same as they did even before theyve happenedshe added as an afterthought- Bridgehhouse Rec (1981)  με καθαρά gothic εξώφυλλο και την φωτογραφία του Alison Turner να αποδίδει  αισθητικά όλο το κλειστοφοβικό μεγαλείο του φιλμ «Rebecca» του Hitchcock καθώς ο μακροσκελής τίτλος της μουσικής σύνθεσης της δεύτερης πλευράς του single που αποδίδεται σε έναν από τους διαλόγους του φιλμ, θα μπορούσε να είναι μέρος του soundtrack της ταινίας.        

Την παραγωγή του αναλαμβάνει ο σπουδαίος  Martin Hannett (Factory Rec.) παραγωγός των Joy Division, αλλά το αποτέλεσμα δεν ικανοποιεί το γκρουπ και στην τελική μίξη το single κυκλοφορεί υπό την επίβλεψη του John Holliday ο οποίος την επόμενη χρονιά αναλαμβάνει τελικά και την παραγωγή του πρώτου και μοναδικού album του γκρουπ. Η επιλογή αυτή δικαιώνει το γκρουπ και το single σκαρφαλώνει σε υψηλότερη θέση στα Indie Chart–No.15.

Sounds - Wasted YouthΤο γκρουπ συνεχίζει τις εξαντλητικές συναυλίες σε όλη την Αγγλία προσφέροντας στους οπαδούς τους, που συνεχώς αυξάνονται, Διονυσιακές απολαύσεις σε κάθε εμφάνιση τους “αναγκάζοντας” το περιοδικό “Sounds” στις 12/7/1980 να τους αφιερώσει αυτή την φορά ένα κεντρικό δίφυλλο. Στις  συγκλονιστικές αυτές στιγμές των νέων συγκροτημάτων που μέχρι στιγμής δεν έχουν αποτυπωθεί ακόμη σε φιλμ, έρχεται ο κινηματογραφιστής Derek Burbidge με το μουσικό ντοκουμέντο «Urgh! A Music War»(1981), που προβάλλεται σε ελάχιστες αίθουσες την επόμενη χρονιά στην Ελλάδα και αποτυπώνει  στο celluloid  όλη την έκρηξη του νέων ιδιωμάτων (new-wave, punk, post-punk, ska-reggae, power-pop, synthpop κ.α.) σε  Αμερική και Αγγλία. Ένα από τα συγκροτήματα που βιντεοσκοπούνται αλλά δεν περνάνε στην τελική μίξη ούτε του φιλμ αλλά ούτε και του διπλού δίσκου που βγαίνει στην αγορά το 1981 είναι και οι Wasted Youth. Κακή κίνηση από μέρους του γκρουπ να μην διαπραγματευτούν σωστά την μίξη του υλικού τους και την παρουσία τους τελικά στο φιλμ, στερώντας τους πολύτιμη δημοσιότητα στην κορύφωση και διαμόρφωση του μουσικού ύφους της δεκαετίας του 80.

Είχαν όμως και δεύτερη ευκαιρία που… την έχασαν μέσα από τα χέρια τους, αλλά για να κυριολεκτώ, μέσα από το στόμα τους. Τον Σεπτέμβριο του 1980 εμφανίζονται με όλη η αφρόκρεμα του νέου ήχου της Αγγλίας  στο διήμερο Futurama2 Leeds Festival. Το φεστιβάλ βιντεοσκοπείται και μεταδίδεται από το BBC. Όλα τα συγκροτήματα έχουν την ευκαιρία τους στην τηλεόραση …εκτός από τους  Wasted Youth που κατά την διάρκεια της εμφάνισης τους βρίζουν και κόβονται από την τηλεόραση.

Wild and WanderingΟι συνεχείς συναυλίες στην Αγγλία και οι απαιτήσεις της πρώτης τους Ευρωπαϊκής τουρνέ τους «τρώνε»  σημαντικό χρόνο από το ν΄ αφιερωθούν στο στούντιο για την ηχογράφηση του πρώτου τους και τελικά μοναδικού τους  δίσκου. Ο δίσκος τους με τίτλο Wild and Wandering (BHLP-006) που κυκλοφορεί τον Δεκέμβριο του 1981 ανήκει από αυτές τις ξεχωριστές περιπτώσεις που διαμορφώνει από μόνος του δικό του ύφος χωρίς ν’ ακολουθεί πεπατημένα δρώμενα και πληρωμένες δημοσιεύσεις. Ένα ξεχασμένο προοίμιο της Goth υποκουλτούρας που θα σαρώσει στην συνέχεια την rock σκηνή της δεκαετίας των eighties.

Την παραγωγή αναλαμβάνει και  πάλι ο John Holliday και την φωτογραφία του εξωφύλλου ξανά ο Alison Turner αποδίδοντας ένα «σκοτεινά ζωγραφικό» καμβά εμπνευσμένο κατευθείαν από τον γερμανικό εξπρεσιονισμό. Εννιά τραγούδια που κινούνται άλλα υπό τις μουσικές επιδράσεις των Velvet, άλλα εμπνευσμένα από την μουσική κληρονομιά του Lou Reed, άλλα από την εκφραστική μανία του Jim Morrison με gothic μεγαλοπρέπεια, όλα όμως δοσμένα και υφασμένα κάτω από το πρίσμα μιας ηδονιστικής αύρας.

Το ίδιο τολμηρά και τα τραγούδια από πλευράς στίχων, καταπιάνονται με «απαγορευμένους» έρωτες με μεγαλύτερες γυναίκες “Games”, το πολιτικά και κοινωνικά ορθό “Housewife”, το “Wasted” ένα ανακάτεμα από στίχους τραγουδιών της δεκαετίας του 60, τελευταίο το πιο δυναμικό κομμάτι του δίσκου το “I Wish I Was A Girl”  σ’ ένα παιχνίδι ρόλων των δύο φύλων στην εφηβική ηλικία. Μουσικά τολμηρό, αισθητικά προχωρημένο, στιχουργικά δύστροπο, καλλιτεχνικά επικίνδυνο, οικονομικά αβέβαιο, το μοναδικό album των Wasted Youth παρά τις αντιξοότητες θα ανέβει έως το Νο. 9 του Indie Chart αλλά δεν θα έχει την συνέχεια που θα ανέμενε κανείς μετά από αυτό το εντυπωσιακό ντεμπούτο.

Wildlife/Games Reach out/Gone MidnightΤο γκρουπ ξοδεύει περισσότερο χρόνο και ενέργεια στις ζωντανές εμφανίσεις παρά στο στούντιο. Οι εκρηκτικές τους εμφανίσεις δεν αποτυπώνονται στα αυλάκια των δίσκων αλλά μόνο πάνω στις σκηνές των club.

Τον Μάιο και Σεπτέμβριο του 1982 κυκλοφορούν αντίστοιχα τα singles Wildlife/Games (Indie Chart–No.21/1982) και Reach out/Gone Midnight (Indie Chart–No.42/1982) και τα δύο σε παραγωγή του Adam Seiff που φανερώνουν αισθητικά και λειτουργικά την πτώση του γκρουπ. Ο Rocco Barker ήδη συζητά και αρχίζει να συνεργάζεται με τους Flesh for Lulu. Χωρίς βασικό μέλος και κιθάρα το συγκρότημα αδυνατεί να συνεχίσει και στις 6 Δεκεμβρίου 1982 στο Venue του Λονδίνου δίνουν την αποχαιρετιστήρια συναυλία τους και διαλύονται επίσημα.

Την επόμενη χρονιά τον Μάιο του 1983 η Bridge House Records κυκλοφορεί την πρώτη επίσημη συλλογή του γκρουπ το The Beginning of the End (BHLP-007) που συγκεντρώνει ότι αντιπροσωπευτικό από την πορεία του γκρουπ με  εναλλακτικές ηχογραφήσεις, το πρώτο τους  single Jealousy (Funk version), το Wildlife (Original 1980 mix), ανέκδοτα τραγούδια Little Jack (Demo 1979), (Do) the Caveman (Studio version), διασκευές από Lou Reed – Real good time together, τραγούδια από ζωντανές εμφανίσεις, το εκρηκτικό punk που πολλές φορές άνοιγε ή έκλεινε τις συναυλίες τους, Paris-France (Live) που θυμίζει τις καλλίτερες στιγμές των Heartbreakers του Johnny Thunders, το επόμενο single που δεν βγήκε ποτέ «Naked Emotions» και τέλος σαν δώρο μαζί με τα πρώτα αντίτυπα του δίσκου το single μιας μόνο πλευράς (Do) the Caveman, ζωντανά ηχογραφημένο στην τελευταία τους εμφάνιση στις 6/12/1982 στο «The Venue» του Λονδίνου. Το album αν και το εξώφυλλο δεν ανήκει στις καλές επιλογές του γκρουπ, περιέχει όλη την ενέργεια που έβγαζε το συγκρότημα στην σκηνή αλλά και στο στούντιο. Έτσι δίκαια ανεβαίνει μέχρι το Νο. 13 του Indie Chart.

The Beginning of the End From the Inner DepthΗ επιτυχία της συλλογής που εξαντλείται γρήγορα ανανεώνει το ενδιαφέρον των φαν και όχι μόνο για περισσότερο υλικό «νέο» ή παλιό. Η Bridge House Records αρπάζει την ευκαιρία και κυκλοφορεί βιαστικά σε ανύποπτο χρόνο άλλη μια συλλογή με κακό και άσχετο εξώφυλλο χωρίς συνοχή, το From the Inner Depth (BHLP-008). Το κακό συνεχίζεται και μετά από μερικά χρόνια, άγνωστο πότε κυκλοφορεί στην αγορά ένα official live bootleg το Wasted Youth: Live (WY-100).

Θα έπρεπε να περάσουν 20 και πλέον χρόνια όταν το 2006 η Bridge House Records επιτέλους κυκλοφορεί σε cd πλέον την αξιόλογη συλλογή από κάθε άποψη Memorialize (Singles '79-'82) (BHCD-009) με επιμελώς φροντισμένο artwork, σχόλια και φωτογραφίες για κάθε single και κυκλοφορία. Ο πιο αξιόλογος επίλογος για ένα συγκρότημα που ξεκίνησε την Gothic σκηνή αλλά όπως συμβαίνει πολλές φορές πρέπει να έχεις και την τύχη αλλά και το θράσος να προκαλέσεις τα αποτελέσματα.