Yugo punk: Η σκηνή και τα τραγούδια

Ήταν κάποτε μια χώρα που την έλεγαν Γιουγκοσλαβία... Και η (μετα) πανκ μουσική της σκηνή. Του Βασίλη Παπαδόπουλου

Από τη γείτονα Τουρκία ήρθαμε στη Γιουγκοσλαβία, ακολουθώντας πιθανόν συνηθισμένους δρόμους του παρελθόντος, αλλά και επιθυμώντας να βρούμε τι προκάλεσε την punk έκρηξη που συντάραξε τη δεκαετία του ‘80 τον κόσμο του ροκ. Να μάθουμε γιατί σε ορισμένα μέρη του δυτικού κόσμου -όπως και στην Ελλάδα- υπήρξε τόσο καθοριστικό και γιατί αλλού η επίδρασή του ήταν μικρότερη, έως και ελάχιστη. Απαντήσεις δεν βρήκαμε, και όχι μόνο αυτό, αλλά ψάχνοντας ανακαλύψαμε μια άλλη πλευρά της μουσικής που αγαπάμε, η οποία δεν ταίριαζε στα καλούπια μας, μια μουσική φτιαγμένη στη Γιουγκοσλαβία για τους Γιουγκοσλάβους, που δεν χρειάζεται τα κλασικά εύσημα της ποπ-ροκ, δυτικής εν πολλοίς, μουσικής για να υπάρξει και να αγαπηθεί. Απλά τα αφομοιώνει.

Έτσι καταλήξαμε κι εδώ σε δύο μέρη. Το πρώτο, αναμενόμενα, αντιστοιχεί στο πανκ το οποίο βρήκε πρόσφορο έδαφος και αναπτύχθηκε στην Γιουγκοσλαβία των 80s, όσο και στο τι επακολούθησε φυσιολογικά – μια new wave, synth, ηλεκτρονική σκηνή, παράδοξη συνέχεια ενός πρωτόγονου, πρωτόλειου ροκ εν ρολ ιδιώματος, όπως υπήρξε το πανκ, αλλά έτσι συνέβη παντού στον κόσμο, ή τέλος πάντως όπου άνθησε το πανκ. Το δεύτερο μέρος του αφιερώματος που θα ακολουθήσει αντιστοιχεί στο ιδιότυπο new wave - novi val κατά τα σερβοκροατικά, lingua franca των διάφορων λαών που απάρτιζαν αυτή την κάποτε και ίσως και στο μέλλον ενιαία χώρα. Το τελευταίο αυτό ρεύμα είχε πολλές διαφορετικές εκφάνσεις και καταχωρήθηκε ως ‘νέο κύμα’, αγαπήθηκε και επέδρασε καθοριστικά στη σημερινή πραγματικότητα των χωρών που τη διαδέχθηκαν, παρότι μετά τη δεκαετία του ‘80 έσβησε εν πολλοίς μαζί με την ίδια τη χώρα.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή: Η Γιουγκοσλαβία ήταν μια μοναδική χώρα η οποία δημιουργήθηκε την εποχή των εθνικών διαχωρισμών που σχημάτισαν τα σύγχρονα κράτη ανάμεσα στους δύο παγκόσμιους πολέμους, και διαλύθηκε την εποχή της διάλυσης της Σοβιετικής Ενωσης και των δορυφόρων χωρών της. Ανήκε μεν στο μεταπολεμικό κομμουνιστικό στρατόπεδο, ήταν όμως σχεδόν από την αρχή ανεξάρτητη από την επιρροή της μαμάς Ρωσίας. Ανοικτή στη Δύση, ακόμη και στην οικονομική της στήριξη και βοήθεια. Παρά ταύτα με όλα τα χαρακτηριστικά του μεταπολεμικού σοβιετικού κόσμου. Κεντρική διοίκηση ενός κόμματος, οιονεί μάλιστα μοναρχία ενός ανδρός, καθολική εργασία και οικονομική ανάπτυξη υπό κρατική εποπτεία. Ο Τίτο ήταν ο νικητής του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, ηγέτης του μεγαλύτερου στρατού αντίστασης της Ευρώπης, των παρτιζάνων ανταρτών, που σε αντίθεση με τους Κροάτες εθνικιστές Ουστάσι και τους Σέρβους βασιλόφρονες εθνικιστές Τσέτνικ, υποστήριξαν την ιδέα της αδελφοσύνης και της ενότητας μεταξύ των διάφορων λαών που απάρτιζαν την Γιουγκοσλαβία. Συνέχισε την ιδέα του γιουγκοσλαβισμού, που είχε οδηγήσει στην ίδρυσή της το 1918, της ενοποίησης δηλαδή των Νότιων Σλάβων, που περιλαμβάνει και την ενότητα με τους Βούλγαρους, προσπαθώντας μάλιστα να την κάνει και πράξη αμέσως μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, πριν τον επαναφέρει στην τάξη η τήρηση των μεταπολεμικών ισορροπιών Αμερικής – Ρωσίας.

Μέχρι που όλα αυτά διαλύθηκαν τη δεκαετία του ‘90, με κρότο μάλιστα τρομακτικό, οδηγώντας στη μεγαλύτερη μεταπολεμική σύρραξη στην καρδιά της Ευρώπης, αφήνοντας πληγές τοπωνύμια έως και σήμερα. Αν κάποιος ψάξει στο χάρτη την Γιουγκοσλαβία, θα βρει με θλίψη σήμερα ως μόνο τοπωνύμιο το Ειδικό Δικαστήριο για τα εγκλήματα πολέμου στην πρώην Γιουγκοσλαβία που βρίσκεται στη Χάγη. Θλιβερό και αυτό, όχι γιατί δεν διαπράχθηκαν εγκλήματα, ειδεχθή μάλιστα, αλλά γιατί μια τέτοια χώρα, με έναν τέτοιο πολιτισμό, άξιζε καλύτερη τύχη από το να μνημονεύεται σε ένα ειδικό Δικαστήριο εγκλημάτων πολέμου. Από την άλλη, ίσως και καλύτερα, σήμερα η Γιουγκοσλαβία ή ότι έχει απομείνει από αυτή, συνεχίζει να αποτελεί μια ιδιότυπη περίπτωση, διαφορετική από όλη την υπόλοιπη Ανατολική Ευρώπη η οποία εκδυτικοποιείται με ρυθμούς καταιγιστικούς. Η πρώην πια Γιουγκοσλαβία, κοιτάζει μεν προς τη Δύση, αφήνει ανοικτούς τους δρόμους, όπως το έπραξε και κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου, αλλά ταυτόχρονα κρατάει επαφή και με την Ανατολή, αναπολώντας ενίοτε και το Βυζάντιο.

Πριν τα χρόνια που θα σταχυολογήσουμε μουσικά, η χώρα, όπως και όλες οι χώρες της Ευρώπης, είχαν γνωρίσει μεγάλη οικονομική ανάπτυξη, η οποία άρχισε να κάμπτεται μετά την πετρελαϊκή κρίση των 70s, πλην όμως ακόμη όλοι συνέχισαν να πλέουν σε πελάγη ευτυχίας και ελευθερίας. Περισσότερο συντάραξε την Γιουγκοσλαβία ο θάνατος του Τίτο το 1980 παρά η οικονομική κρίση που είχε ήδη ξεκινήσει και θα οδηγούσε στο τέλος της δεκαετίας, μαζί με την αρχή της διάλυσης της χώρας και στην οικονομική κατάπτωση. Έτσι όλη η δεκαετία του ‘80 -όπως και στην Ελλάδα- ήταν μια εποχή που η μουσική μας, η ποπ ροκ πρωτοποριακή λαϊκή μουσική που ακούμε, κυριολεκτικά άνθησε.

Ως προς το πανκ, η αρχή έγινε από τη Σλοβενία και την Κροατία, σημερινές χώρες, τότε περιοχές παραδοσιακά πιο κοντά στις μουσικές επιρροές της Δύσης. Δεν άργησε να ακολουθήσει και η υπόλοιπη χώρα. Από το Βελιγράδι, το Νόβι Σαντ, τη Νις, το Σεράγεβο, τα Σκόπια, αλλά και όλες τις άλλες μικρές και μεγάλες πόλεις της Γιουγκοσλαβίας ξεφύτρωσαν συγκροτήματα εντυπωσιασμένα από την diy αισθητική των πανκ ακουσμάτων που έφθαναν στην τότε Γιουγκοσλαβία. Παράδοξα δε, δεν αντιμετωπίστηκαν με καχυποψία ή αδιαφορία από το καθεστώς, όπως συνέβη αλλού (και στην Ελλάδα), αλλά αντίθετα υιοθετήθηκαν από τα κατεστημένα μέσα. Τα πρώτα συγκροτήματα παίζουν στα φεστιβάλ της Νεολαίας της Λεγεώνας των Κομμουνιστών (όπως ονομαζόταν το γιουγκοσλαβικό κομμουνιστικό κόμμα), εκδίδουν τις μουσικές τους στις μεγάλες κρατικές ουσιαστικά δισκογραφικές εταιρίες του Ζάγκρεμπ και του Βελιγραδίου, και εμφανίζονται ουκ ολίγες φορές στην, έτσι κι αλλιώς τα χρόνια εκείνα, παντού σχεδόν στον κόσμο, κρατική τηλεόραση. Παρόλα αυτά τραγουδούν για τα ίδια προβλήματα του αστικού πληθυσμού, την επιβολή της οικογένειας, την μονολιθική εκπαίδευση, τη θρησκεία που παίζει καθοριστικό ρόλο στη ζωή τους (είτε καθολική, είτε ορθόδοξη, είτε μουσουλμανική), τον στρατό, την πατρίδα, την επανάσταση, την αλητεία, την αναρχία, τη βία της αστυνομίας, όπως το έκαναν και όλα τα πανκ συγκροτήματα σε όλο τον κόσμο.

Η ιστορία της ποπ-ροκ μουσικής στη Γιουγκοσλαβία είναι κοινή με πολλές άλλες χώρες της Ευρώπης, και μοιάζει υπερβολικά με την ιστορία της ελληνικής σκηνής, με μικρές διαφοροποιήσεις για τη χρυσή περίοδό της που μας αφορά εδώ.

Ξεκίνησε έτσι κι αυτή από τη δεκαετία του ‘60 με συγκροτήματα μιμητές του ροκ εν ρολ και στη συνέχεια των Βeatles και της ψυχεδέλειας της εποχής, πάντα όμως με τις ιδιαίτερες αναφορές τους στη φολκ παράδοση της χώρας. Αξιομνημόνευτοι οι Indexi ή Indeksi από το Σεράγεβο, οι Korni Grupa από το Βελιγράδι και οι Grupa 220 από το Ζάγκρεμπ με τον περίφημο Drago Mlinarec ο οποίος συνέχισε μετά τη διάλυσή τους στις αρχές των 70s.

Τα 70s βρήκαν τη Γιουγκοσλαβία με τις ίδιες περίπου ανησυχίες με την Ελλάδα, χωρίς όμως να γνωρίζει την τεράστια κάμψη του είδους μετά το 1974 που συνέβη στην Ελλάδα. Εξάλλου τα χρόνια εκείνα η Γιουγκοσλαβία ζούσε το πείραμα της φιλελευθεροποίησης, με την απονομή ακόμη περισσότερο ελευθεριών στις επιμέρους δημοκρατίες που την απάρτιζαν, που πέρασε και στον οικονομικό τομέα με το πείραμα της σοσιαλιστικής αυτοδιαχείρισης. Η Γιουγκοσλαβία ήταν μια μεγάλη χώρα, ενεργή στο κίνημα των Αδεσμεύτων της εποχής, που αναζητούσε χώρο ανάμεσα στο ψυχροπολεμικό κλίμα της εποχής.

Έτσι τη δεκαετία αυτή κυριαρχεί κι εδώ το progressive ή art-rock αρχικά με τους Yu Grupa και τους Smak από τη Σερβία και τους Time από το Ζάγκρεμπ, για να εμφανιστούν μετά το μέσο της δεκαετίας οι πρωτοπόροι Buldožer από τη Σλοβενία και οι Parni Valjak από το Ζάγκρεμπ, που και οι δύο θα συμμετάσχουν στο νέο κύμα, οι Atomsko Skloniste από την Pula της Κροατίας, οι Galija από τη Νις, όσο και συγκροτήματα εστιασμένα περισσότερο προς τη jazz (Leb I Sol από τη Βόρεια, όπως ονομάστηκε πλέον, Μακεδονία), ή τη folκ (Rani Mraz από το Νόβι Σαντ) ή το heavy metal (Gordi από το Βελιγράδι) ή το hard rock της εποχής (Riblja Čorba επίσης από το Βελιγράδι). Το συγκρότημα όμως που κυριάρχησε από το 1974 παίρνοντας διαστάσεις θρυλικές (με στάτους όμως δεινόσαυρου για την εποχή που αναφερόμαστε) ήταν οι Bijelo Dugme, με ηγέτη τον Željko Bebek, για να πάρει τα ηνία στη συνέχεια ο Goran Bregovic, οδηγώντας από το 1984 σε μια νέα δημιουργική στροφή, εστιασμένη περισσότερο στη λαϊκή βαλκανική μουσική, στροφή που έγινε γνωστή και σε εμάς με επιτυχία (ποιος δεν θυμάται το ‘Βενζινάδικο’ της Πρωτοψάλτη, το “Ederlezi” και τα λοιπά τραγούδια από τον ‘Καιρό των Τσιγγάνων’ του Κουστουρίτσα του 1990;).

Παρόλα αυτά η καταιγίδα του πανκ που είχε ξεκινήσει παγκόσμια δεν μπορούσε παρά να φθάσει και στη Γιουγκοσλαβία που όχι μόνο είχε ανοικτές θύρες στη Δύση, αλλά και μια κομμουνιστική ηγεσία, θα έλεγε κανείς, πρόσφορη να προωθήσει την πρωτοπορία. Κάποια θα έλεγε ότι αυτή είναι η ειδοποιός διαφορά της άνθησης του πανκ σε κάποιες χώρες περισσότερο από άλλες. Η αποδοχή ή τουλάχιστον η ανοχή από την Πολιτεία (όπως στην περίπτωση της Ελλάδας) μιας μουσικής που ερχόταν σε ευθεία σύγκρουση με οτιδήποτε θεωρούνταν κατεστημένο. Βέβαια αυτό δεν εξηγεί τις διαφοροποιήσεις, πλην ίσως της περίπτωσης της Τουρκίας, όπου πράγματι η δικτατορία το 1980 ανέκοψε κάθε πορεία στα μουσικά πράγματα της ροκ.

Το πανκ γεννήθηκε από την κουλτούρα των πόλεων, από τα παιδιά μιας γενιάς μικροαστών που γνώρισαν την οικονομική άνθηση, αλλά ταυτόχρονα και την έλλειψη προσδοκιών μιας συνεχούς ανοδικής τάσης. Η οικονομική κρίση των μέσων του ‘70 και η διάψευση των προσδοκιών της ροκ επανάστασης του ‘60 εξηγούν σίγουρα το γιατί εμφανίσθηκε αυτή η αυθάδης, αγανακτισμένη, προκλητική γενιά. Όμως γιατί άνθησε κυρίως στις χώρες του λεγόμενου Βορρά και ταυτόχρονα σε χώρες της περιφέρειας, όπως η Ελλάδα και η Γιουγκοσλαβία, ενώ παρέμεινε ίσως περιθωριακό στις λοιπές χώρες της λατινικής δύσης είναι πράγματι κάτι που δεν εξηγείται εύκολα, εκτός ίσως από την ισχυρή επιρροή των οικείων μουσικών παραδόσεων των τελευταίων.

Δύσκολα θα βρούμε απαντήσεις, που πιθανόν δεν μας χρειάζονται κιόλας, οπότε θα εστιάσουμε στη μουσική μιας εποχής που για τη Γιουγκοσλαβία ξεκίνησε με πολύ μικρή καθυστέρηση από τα κέντρα του Βορρά, αρκετά δε πριν και από την ελληνική σκηνή, η οποία μάλλον περιμένει την καμπή της δεκαετίας του ‘80 για να εμφανισθεί.

Έτσι το 1977 δημιουργούνται οι Pankrti στη Λουμπλιάνα και οι Paraf στη Ριέκα για να σύρουν πρώτοι τον χορό. Λίγο πιο μετά και οι Pekinška Patka με το δικό τους ιδιόρρυθμο πανκ στο Νόβι Σαντ, ενώ μπάντες ξεπηδούν σε όλη τη Γιουγκοσλαβία, οι Fol Jazik (παράδοξα τους περιλαμβάνουμε στο β’ μέρος), οι Badmingtons και οι Saraceni από τα Σκόπια, όσο και οι μικρές εφήμερες μπάντες από το Βελιγράδι που σταχυολογούνται σχεδόν αποκλειστικά στη συλλογή Artistička radna akcija, η οποία βγήκε to 1981, σε μια μάλλον μη επιτυχημένη εμπορικά απάντηση στην πρώτη και κορυφαία συλλογή της σκηνής του new – wave ή novi val, το Paket aranžman (Πακέτο προσφορών), που είχε τεράστια απήχηση.

Για το πανκ όμως ήταν καθοριστικό η Novi Punk Val 78-80, η συλλογή που επιμελήθηκε ο Igor Vidmar, μουσικός παραγωγός με σημαντική παρουσία στα δρώμενα της εποχής, η οποία βγήκε στην ZKP RTLJ, δισκογραφική εταιρία της κρατικής τηλεόρασης της Σλοβενίας και απέκτησε καλτ στάτους. Μαζί με τη συλλογή ‘Paket aranžman’ της Yugoton, της μεγαλύτερης δισκογραφικής της Γιουγκοσλαβίας, που έδρευε στο Ζάγκρεμπ, η οποία βγήκε σχεδόν ταυτόχρονα και θα τη δούμε στο δεύτερο μέρος του αφιερώματος, καθόρισαν τον ήχο της δεκαετίας. Ηταν το πανκ και ταυτόχρονα το δικό της νέο κύμα της μουσικής της Γιουγκοσλαβίας, το novi val. Αν θέλαμε να συγκρίνουμε την ‘Novi Punk Val 78-80 με τα ελληνικά τεκταινόμενα , ήταν η γιουγκοσλάβικη «Διατάραξη Κοινής Ησυχίας», που βγήκε τρία χρόνια πριν τη δική μας.

Στη συλλογή συμπεριλήφθηκαν πέρα από τους Pankrti και τους Paraf, και όλα τα τότε δρώντα συγκροτήματα της Σλοβενίας και της Κροατίας, οι Termiti από τη Ριέκα, οι Berlinski Zid (Το Τείχος του Βερολίνου), οι Grupa 92 και οι Buldogi επίσης από τη Λουμπλιάνα, οι Problemi από την Pula της Κροατίας, και οι Prljavo Kazalište από το Ζάγκρεμπ στο πρώτο και ίσως μοναδικό πανκ τραγούδι τους “Moj otac je bio u ratu”, καθώς στη συνέχεια ακολούθησαν το novi val της εποχής, πριν καταλήξουν σε mainstream μονοπάτια.

Η δική μας εδώ συλλογή - κασέτα ξεκινάει έτσι με δύο τραγούδια από το Novi Punk Val, το “Narodna Pjesma” (λαϊκό τραγούδι) των Paraf. Και για τι άλλο από την καταπίεση της αστυνομίας θα μπορούσε να μιλά ένα λαϊκό πανκ τραγούδι; Συνεχίζει με το “Vjeran Pas” (πιστός σκύλος) των Termiti, μιλώντας για την εκπαίδευση - υποταγή σε ένα απρόσωπο σύστημα. Ακολουθεί το “Terroristi” των Z.R.M. (Ζώνη Πρώιμου Αυνανισμού) από το Ζάγκρεμπ, ένα χαρακτηριστικό Oi! (ή ίσως καλύτερα hardcore) πανκ κομμάτι από το 1984, είδος που άνθισε στην πρώην Γιουγκοσλαβία ως ένα δεύτερο κύμα πανκ, περισσότερο hardcore στη σύλληψή του.

Ακολουθεί ένα τραγούδι από ένα ακαταχώρητο πανκ γκρουπ (Folksvagen), από τα πολλά άγνωστα της εποχής που κυκλοφορούσαν demo κασέτες, για να ανακαλυφθούν πολύ αργότερα. Τον χορό συνεχίζουν -ή αρχίζουν- οι Fleke από το Νις, επίσης ακαταχώρητη κυκλοφορία στο discogs, στο “Seks Anketa” (Έρευνα για το Σεξ). Είπαμε, μιλάμε για εφηβικό γνήσιο ροκ εν ρολ. Το δε “Religja” των Problemi, επίσης από demo κασέτα που κυκλοφόρησε δεκαετίες μετά. Ακαταχώρητο και το “Resnika” των Berlinski Zid, οι οποίοι φέρνουν τα πρώτα synth στο πανκ, που θα κυριαρχήσουν στη συνέχεια.

Ακολουθεί μια ομοβροντία hardcore, το “Moj otac je bio u ratu” των Prljavo Kazalište, οι επίσης παγκοσμίως άγνωστοι STB από το Ζάγκρεμπ, οι σκληροπυρηνικοί Saraceni από τα Σκόπια, και οι Pankrti στην επόμενη φάση τους από το ίσως περισσότερο γνωστό “Rdeči Album” (Κόκκινο Άλμπουμ). Αφήνουμε εκτός τη γνωστή διασκευή τους του “Bandiera Rossa”, κοινό θέμα των πανκ hardcore συγκροτημάτων, τόσο στη Γιουγκοσλαβία (γνωστή η διασκευή και από τους KUD Idijoti), όσο και στην Ελλάδα και παντού, και βάζουμε εδώ το “Slavni Razglas” (Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας), μια ροκ διακήρυξη της ανεξαρτησίας. H hardcore παρένθεση κλείνει με τους KBO! στο “Kragujevac”, την πόλη δηλαδή καταγωγής τους κάπου στο μέσο της Σερβίας, που εκδόθηκε από την δική μας Wipe Out το 1989 στο άλμπουμ τους “Forever Punk”.

Προς τα τέλη των 80s, αρχές 90s, η γιουγκοσλάβικη σκηνή είχε γίνει γνωστή αρχικά στη Θεσσαλονίκη, αλλά και στην Αθήνα (Σ.τ.Α: και με αφιερώματα σε διάφορα φανζίν όπως π.χ. η ‘Βρωμιά’ απότ ην Πτολεμαΐδα). Δυστυχώς οι επαφές διακόπηκαν με τον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία αλλά και την εθνικιστική μανία στην Ελλάδα και τη Βόρεια Μακεδονία.

Σήμερα οι επαφές διατηρούνται μέσω του τουρισμού ο οποίος αλλοιώνει και σκοτώνει τα πάντα. Πάντως μια σιδηροδρομική γραμμή ή ένας αυτοκινητόδρομος Θεσσαλονίκη – Βελιγράδι δεν θα έβλαπτε κανέναν, αντίθετα θα έφερνε κοντά δύο χώρες, παραδοσιακά κοντινές. Εξάλλου όσο εμείς ανήκουμε στη δύση, άλλο τόσο ανήκουμε και στα Βαλκάνια, ιδίως όσο αφήνουμε τα νησιά και τα λιμάνια μας και προχωράμε προς την ενδοχώρα μας.

Στο μεταξύ είμαστε μόνο στο 33ο λεπτό της κασέτας (πανκ γαρ), και αλλάζουμε ρότα με τους Električni Orgazam, το κορυφαίο ίσως σχήμα του νέου ρεύματος της Γιουγκοσλαβίας, εδώ στο “Vi”, από την πανκ περίοδό τους, live στη Βαρσοβία του 1981, την άλλη πόλη και την χώρα του ανατολικού μπλοκ, επίσης παραδοσιακά ανοικτή, με επίσης μια μεγάλη πανκ – ροκ σκηνή που ζούσε τότε τα κύματα φιλελευθεροποίησης μετά την εξέγερση της Αλληλεγγύης, πριν την επιβολή δικτατορίας στα τέλη της ίδιας χρονιάς.

Ξαναγυρνάμε στους Paraf, οι οποίοι στην επόμενη φάση τους, ήδη στην αρχή της νέας δεκαετίας σηματοδοτούν την αρχή του γιουγκοσλαβικού new wave με το κατ΄ουσίαν πρώτο άλμπουμ τους, το “Izleti”, προσλαμβάνοντας τη Vim Cola σε γυναικεία φωνητικά και εισάγοντας τα keyboards, χαρακτηριστικό όργανο της περιόδου και του αγγλικού κυρίως new wave. Το new wave το διαχωρίζουμε από το novi val (που επίσης σημαίνει νέο κύμα) της ίδιας περιόδου, το οποίο είναι κάτι γνήσια γιουγκοσλαβικό. Αυτό με το οποίο έχουμε να κάνουμε εδώ, στο πρώτο μέρος του αφιερώματος, είναι κάτι που συνέβαινε σε όλο τον κόσμο, κάτι σαν την εδώ Creep Records, που ξεκίνησε ένα χρόνο μόλις μετά. Ανεξάρτητη εταιρεία η τελευταία – δεν υπήρχε ανάγκη για τέτοιου είδους ανεξάρτητες εταιρίες στην πρώην Γιουγκοσλαβία. Η πρωτοπορία της Γιουγκοσλαβικής Λεγεώνας των Κομμουνιστών που κυβερνούσε και έλεγχε όλα τα μέσα άνοιξε το δρόμο, τουλάχιστον αρχικά, στους ροκ καλλιτέχνες της πρώτης περιόδου.

Χαρακτηριστική συλλογή αυτού του new wave, η Artistička Radna Akcija ή ARA όπως για συντομία αναφέρεται (Καλλιτεχνική Εργατική Δράση), που αποτέλεσε τη συλλογή κυρίως σερβικών συγκροτημάτων που ακολούθησε τη συλλογή ‘Paket aranžman’, επίσης αποκλειστικά σερβικών συγκροτημάτων, που οριοθέτησε το άλλο νέο κύμα (το novi val). Δεν έλαβε όμως την δημοφιλία της δεύτερης αυτής συλλογής. Τα συγκροτήματα που συμμετείχαν εν πολλοίς, πλην εξαιρέσεων, παρέμειναν άγνωστα, αλλά τα μέλη τους συνέχισαν σε επόμενα σχήματα τα οποία έγιναν γνωστά στη Γιουγκοσλαβία, ενώ η συλλογή απέκτησε χαρακτήρα cult. Από αυτή τη συλλογή εδώ ακούμε τους Defektno Efetni (Ανεπαρκώς Αποτελεσματικοί), παράπλευρο σχήμα των Urbana Gerila που επίσης συμμετείχαν στη συλλογή, όπως και τους Radnička Kontrola (Εργατικός Ελεγχος). Από τους τελευταίους περισσότερο γνωστός ο τραγουδιστής τους Zoran Kostić "Cane" που σχημάτισε τους μετέπειτα ιδιαίτερα πετυχημένους Partibrejkers, ενώ επίσης και τα λοιπά μέλη του συγκροτήματος συμμετείχαν σε γνωστά σχήματα της δεκαετίας. Από την ίδια συλλογή επίσης εδώ και οι TV Moroni, περισσότερο κλασικό πανκ σχήμα, ενώ συμμετείχαν και οι Via Talas και οι U Skripcu, που όμως εδώ τους επιλέγουμε σε μεταγενέστερες synth pop δουλειές τους. Ακολουθούν οι Digi από τη Βοσνία του 1982, επίσης εν πολλοίς άγνωστοι, παρά τις επιμέρους συμμετοχές τους σε ποπ σχήματα της προηγούμενης και επόμενης περιόδου.

Οι La Strada ήταν ένα από τα δύο εναλλακτικά σχήματα του Σέρβου συγγραφέα Slobodan Tišma από το Νόβι Σαντ (το άλλο οι Luna με την αιθέρια φωνή της επίσης συγγραφέα Jasmina Mitrušić), που άφησαν πίσω τους ένα μικρό στίγμα την περίοδο εκείνη. Και τα δύο σχήματα εμφανίσθηκαν με αυτοσχέδιες κασέτες το 1980 -1983, που επανεκδόθηκαν αργότερα. Εδώ οι πρώτοι στο “Želje” από τη συλλογή Ventilator 202 - Demo Top 10 Vol 3 του 1985, τρίτη και τελευταία συλλογή του new wave της περιόδου από το radio show Ventilatori 202, που εστίασε κυρίως στην ηλεκτρονική μουσική και τη μαγεία των πρώτων φορητών computers που τότε άρχισαν να μαζικοποιούνταν. Σταχυολογούνται επίσης και στο πρώτο μέρος του αφιερώματος οι Luna με το “Okean” από το πρώτο τους άλμπουμ του 1984, το “Nestvarne Stvari”, στο οποίο μάλιστα απονεμήθηκε το βραβείο των 7 Γραμματέων της Ενωσης Κομμουνιστικής Νεολαίας Γιουγκοσλαβίας που σκοτώθηκαν το 1929-1931 κατά τη διάρκεια της τότε δικτατορίας (η άχρηστη πληροφορία του αφιερώματος, που όμως μαρτυρά την αποδοχή του νέου κύματος από το καθεστώς – βέβαια και στην Ελλάδα την ίδια περίοδο, είχαμε τους ‘Ήχους του Χειμώνα ‘από τη Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς, όσο και το Rock in Athens, οπότε ίσως όχι κάτι το πρωτόγνωρο).

Στη συνέχεια οι Dobri Isak, επίσης καλτ συγκρότημα της περιόδου από το Νις, στο πρώτο και μοναδικό άλμπουμ κασέτα “Mi plačemo iza tamnih naočara” (Κλαίμε πίσω από μαύρα γυαλιά), το οποίο κυκλοφόρησε και έγινε γνωστό τότε στους underground κύκλους. Το συγκρότημα έπαιξε για 1-2 χρόνια σε συναυλίες της εποχής σε όλη τη Γιουγκοσλαβία, για να αποκτήσει πλέον αληθινό καλτ στάτους με την επανέκδοση του lp το 2009. Πρόσφατη μεταθανάτια αναγνώριση γνώρισαν και οι Κροάτες Pingvinovo Potpaljublje με την προ ετών έκδοση για πρώτη φορά της demo κασέτας τους από το 1982. Πιο μπροστά μάλλον από την εποχή τους, δεν έγιναν τότε γνωστοί πέρα από το μικρό κύκλο των γνωστών τους. Οι Σλοβένοι Otroci Sozializma (με τον τραγουδιστή των Berlinski Zid) από κασέτα του 1986 και οι Quod Massacre από demo συλλογή επίσης του 1986 αποτελούν επίσης χαρακτηριστικά δείγματα hardcore της περιόδου.

Οι Pekinška Patka που ακολουθούν από το Νόβι Σαντ, ήταν από τα τότε πιο γνωστά ονόματα. Μετά από ένα νπρώτο πανκ δίσκο το 1979 και εκρηκτικές συναυλίες, το 1981 κάνουν στροφή και εισάγουν από τους πρώτους το synth wave που έμελλε να κυριαρχήσει. Εδώ στο χαρακτηριστικό “Monotonija”, από το δεύτερο δίσκο τους που καθορίστηκε από την αλλαγή κιθάρας και μπάσου, οι οποίοι μετά την μάλλον χλιαρή αποδοχή του δίσκου σχημάτισαν τους Luna που προείπαμε. Οι Talas (που είχαν εμφανιστεί ως Via Talas στο ARA) έβγαλαν και αυτοί τον πρώτο τους δίσκο το 1983 με τη φωνή της, σύντομα μετά αδικοχαμένης από ναρκωτικά, Mira Mijatović και μουσικούς που στη συνέχεια συμμετείχαν σε όλα τα γνωστά σχήματα της περιόδου.

Οι Boye (παράφραση της αγγλικής λέξης Boy και της σερβοκροατικής Boje – Χρώματα) αποτελούσαν την πρώτη γυναικεία μπάντα της εποχής. Επίσης από το Νόβι Σαντ, δεν ηχογράφησαν τον πρώτο τους δίσκο παρά μόνο το 1988, μετά από ένα σινγκλ το 1987. Μολαταύτα ηχογραφούν demo και εμφανίζονται στην τηλεόραση από το 1983, αποτελώντας ένα ηχηρό όνομα που ακύρωσε μάλιστα και έκδοση άλμπουμ τους το 1984, καθώς απέρριψαν την τεχνοπόπ εκδοχή της παραγωγής. Θρυλικό συγκρότημα, που συνδέθηκε με όλη τη σκηνή του Nόβι Σαντ (το 1984 μοιράζεται κασέτα με τους Luna), συνέχισε και τη δεκαετία του ‘90 (εμφανίστηκε μάλιστα τότε και σε διάφορες περιοχές στην Ελλάδα, με διάφορες αφορμές). Ίσως το πιο χαρακτηριστικό synth pop σχήμα, με προβληματική όμως δισκογραφία, καθώς απομένουν μόνο οι demo καταγραφές.

Το ότι βέβαια ήταν προβληματική η δισκογραφία δεν απέτρεπε τα γκρουπςνα εμφανίζονται στην τηλεόραση και να φτιάχνουν ακόμη και βίντεο της εποχής. Το YouTube της εποχής ήταν η τηλεόραση, και οι La Card,όπως και οι Romantične Boje από τη Νις, παρότι δεν εκδόθηκε τότε κανένας τους δίσκος ή ηχογράφηση (μόνο οι δεύτεροι είδαν το 2016 κυκλοφορία των demo τους της περιόδου) πρόλαβαν και έγιναν γνωστοί με εμφανίσεις τους στην τότε τηλεόραση. Σε μια σοσιαλιστική κρατικά ελεγχόμενη τηλεόραση γίνονται και αυτά.

Αντίθετα όμως με άγνωστα σχήματα, η electropop της εποχής κατέγραψε και επιτυχίες. Τα πιο ονομαστά τότε σχήματα οι Max & Intro από τη Σερβία, οι Denis & Denis από την Κροατία και οι Videosex από τη Λουμπλιάνα. Εδώ περιλαμβάνουμε μόνο τους πρώτους, στα όρια του ποπ συρμού της εποχής.

Από το ίδιο υποείδος της electropop επίσης οι Brazil, επίσης ένα από τα πολλά σχήματα της εποχής που έμειναν άγνωστα. Εβγαλαν μια κασέτα το 1990, ενώ συμπεριλήφθηκαν στην εξαιρετική συλλογή Electronic Jugoton - Synthetic Music From Yugoslavia 1964-1989 που αποτυπώνει όλη την τότε πλούσια synth wave σκηνή της εποχής.

Άγνωστοι επίσης και οι Oskarova Fobija από το Βελιγράδι, που περιλήφθηκαν και αυτοί στην κλασική συλλογή ‘Ventilator 202 - Demo Top 10 Vol 3’.

Άλλο υποείδος αυτό της ηλεκτρονικής / industrial μουσικής, απ΄όπου επιλέγουμε τους Borghesia, το πιο ονομαστό σχήμα της εναλλακτικής σκηνής της Λουμπλιάνα, που κινήθηκε γύρω από τους θρυλικούς Laibach, εδώ από την πρώτη τους κασέτα του 1983. H ηλεκτρονική σκηνή της Λουμπλιάνα περιέχει και τους Demolition Group, παράπλευρο σχήμα των Gast'r'bajtr's, που αποτελούσαν έως τότε ένα funk electronica σχήμα. Στην πρώτη τους κασέτα “Mizerika”, περιέχουν όμως ένα μικρό αριστούργημα της EBM/electronica industrial σκηνής. Το κομμάτι, αρχικά άτιτλο, πήρε τον τίτλο “You better stay alive” στον πρώτο τους δίσκο με το ίδιο όνομα, που όμως εκεί είναι ένα άνευρο funk κομμάτι.

Η synth wave πλευρά της εποχής τελειώνει επίσης με αμιγώς ηλεκτρονικές εκδοχές. Και πάλι εδώ, σε ένα παράταιρο κομμάτι στη δισκογραφία τους, πιο ηλεκτρονικοί από ποτέ, οι Električni Orgazam από τον πρώτο ομώνυμο δίσκο του 1981 στο ομώνυμο τραγούδι.

O Igor Savin, αφού έχει προηγούμενα πειραματιστεί με κλασικές, jazz εκδοχές ηλεκτρονικής μουσικής, μας παραδίδει στο “Childhood” του 1982 ένα δίσκο ποίημα ηλεκτρονικής – ambient μουσικής. Μέρος του “Florianna” που επιλέγουμε εδώ, όπως και το επόμενο κομμάτι “Devica 69”, έγιναν γνωστά από τη συλλογή που προαναφέραμε Electronic Jugoton - Synthetic Music From Yugoslavia 1964-1989 που εκδόθηκε το 2014 στην Κροατία. To δε “Devica 69” είναι επίσης από εκείνες τις στιγμές που ένα γκρουπ με πολλαπλές στυλιστικές αναφορές, όπως οι Laboratorija (από το Νόβι Σαντ), δημιουργούν έναν αμιγώς ηλεκτρονικό minimal ήχο. Εδώ από το ομώνυμο single του 1982, που ηχογράφησαν στη Γερμανία. Τους Laboratorija Zvuka, όπως ήταν προηγούμενα γνωστοί, θα τους ακούσουμε και στο δεύτερο μέρος του αφιερώματος, καθώς κατ΄ουσίαν, με την εξαίρεση αυτού του single, είναι από τα πλέον χαρακτηριστικά σχήματα του novi val.

Aφήσαμε δε απ΄έξω, μάλλον με λύπη, την “Andromeda” του Σλοβένου Miha Kraj, επίσης ένα κλασικό ηλεκτρονικό αριστούργημα του 1980, στα χνάρια, αν όχι σε απομίμηση του “Alpha” του δικού μας Βαγγέλη Παπαθανασίου, πιθανόν καθώς ανήκει μάλλον σε μια προηγούμενη γενιά, που σιγά σιγά αποσυρόταν στην κοσμογονία του πανκ, και στην ανάδυση ενός νέου κύματος στη γιουγκοσλάβικη ποπ μουσική που θα αναδυόταν ταυτόχρονα, θα μεσουρανούσε μάλιστα στις αρχές της δεκαετίας για να ενσωματωθεί μετά και να σβήσει στη mainstream κουλτούρα.

Οι αναλογίες με την ελληνική σκηνή είναι πολλές, με τη γιουγκοσλάβικη σκηνή να προηγείται ίσως λίγο χρονικά, αλλά εν πολλοίς αμφότερες να κινούνται παράλληλα, χωρίς κατά τον χρόνο εκείνο (εκτός ίσως από τα τέλη της δεκαετίας του ‘80) να ξέρει κανείς στη μία χώρα τι γίνεται στην άλλη. Δεν πρόκειται όμως να καταλάβουμε τι πραγματικά συνέβαινε, αν δεν προχωρήσουμε στο δεύτερο μέρος του αφιερώματος, που απεικονίζει την πραγματικά γιουγκοσλάβικη πλευρά της σκηνής, και όχι τούτη εδώ την εν πολλοίς διεθνή σκηνή.

Σημειώστε ότι όλα τα τραγούδια είναι στα σερβοκροατικά (δεν νομίζω ότι εδώ στο πρώτο μέρος ακούγεται κάποια από τις γλώσσες των άλλων χωρών που απάρτιζαν την Γιουγκοσλαβία, τα σλοβένικα, τα μακεδονικά ή ακόμη και τα γερμανικά, που ευκαιριακά θα ακούσουμε στο β’ μέρος). Μόνο στο “Ko Se Zjutraj Zbudo” (Όταν ξυπνάω το πρωί) ακούγεται το Looking for a kiss, παράταιρα και παράξενα. Εξάλλου, όταν οι Pekinška Patka θέλησαν να βγάλουν το “Strah Od Monotonije” στα αγγλικά, η Yugoton τους έβαλε φρένο. Τόνοι μελάνης είχαν χυθεί στην Ελλάδα του τότε, για το αν το ροκ απαιτεί την αγγλική γλώσσα ή μπορεί να εκφρασθεί και στην ελληνική γλώσσα. Οπως καταλαβαίνετε, μια διχογνωμία, πλέον εκτός τόπου και χρόνου. Εξάλλου η γλώσσα, ως εκφορά φωνής, είναι ένα ακόμη από τα πολλά εκφραστικά μέσα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στη μουσική. Πολλές φορές η άγνοιά της αποκλείει από την πλήρη κατανόηση ενός έργου, ιδίως στο πως αυτό γίνεται αποδεκτό από τους ακροατές που κατανοούν τη σημασία των λέξεων που εκφέρονται. Παρά ταύτα, η αισθητική απόλαυση αντιστοιχεί στο σύνολο, όπου πάντα κυριαρχεί η μουσική, ενώ εξάλλου το συναίσθημα και οι εκφράσεις της ψυχής του τραγουδιστή μπορούν να γίνουν αντιληπτά ανεξάρτητα από τα όρια και τους καταναγκασμούς της γλώσσας. “Dosta Dosta Dosta” (Αρκετά, Αρκετά, Αρκετά) και “Seks Anketa” λοιπόν.

Σημαντικό ρόλο στην καταγραφή της σκηνής έχουν παίξει οι διάφοροι συλλέκτες που έχουν καταγράψει κυρίως στο YouTube τα άγνωστα αριστουργήματα της περιόδου.

Για το πρώτο μέρος τα πιο σημαντικά κανάλια είναι: Dronemf S. και Moj Život Je Novi Val (από ομώνυμο τραγούδι των Paraf)

 
00:00 Paraf - Narodna pjesma
01:51 Termiti - Vjeran Pas
04:52 Z.R.M. - Teroristi
07:38 Folcvagen – Fotoaparat
09:51 Fleke - Seks Anketa
12:54 Problemi- Religija
15:45 Berlinski Zid – Resnica
19:34 Prljavo Kazaliste - Moj otac je bio u ratu
21:38 Stb – Idijot
25:45 Saraceni - Hteo Bi da Znam
27:31 Pankrti – Slavni Razglas
31:35 KBO! – Kragujevac
33:11 Elektrycny Orgazm - Vi (Live Warszawa 1981)
35:41 Paraf - Javna kupatila
38:14 Defektno Efektni – D
40:43 Radnička Kontrola – Dosada
44:26 Digi -To Ti Je Od Pića
47:05 La Strada - Želje
49:46 Dobri Isak - Dozvoli Mi Da Ostanem U Tvome Krevetu
52:45 TV Moroni - Pada noć
54:10 Pingvinovo Potpaljublje – Varazdin
57:00 Otroci Socializma - Ko se zjutri zbudim
59:30 Quod Massacre - So ljudje
1:02:55 Pekinška Patka – Monotonija
1:08:56 Luna – Okean
1:12:16 VIA Talas - Brodovi
1:18:34 Boye - Dosta! Dosta! Dosta!
1:18:34 La Card - Jedno Zbogom Za Tebe
1:23:09 Romantične Boje – Tišina
1:26:47 Max & Intro - Loš Je Dan
1:30:20 Brazil - Gdje nema te
1:34:44 Boye - Kafe na dnu okeana
1:37:05 Oskarova Fobija - Beli Dekolte
1:39:24 Borghesia - Divlja Horda
1:42:23 Demolition Group – You better stay alive
1:46:45 Električni Orgazam - Električni Orgazam
1:51:16 Igor Savin – Florianna
1:57:41 Laboratorija - Devica 69